creece

Last update
28.04.2007

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

Μελωδίες του έρωτα - 2ο

 

  • Ανατολίτης μελαμψός, ψηλός κι αγαλματένιος
  • μοιάζει μ’ αθάνατο θεό, μούσας προστατευμένος   

    Τ ’άρμα του ήλιου άρπαξε κι έφτασε στο Αιγαίο 

    να αναζητήσει λησμονιά κι έρωτα πηγαίο  

  • Διωγμένος απ’ τον έρωτα κι άγρια προδομένος
  • στα δίχτυα μιας νεράιδας, παράφορα μπλεγμένος

    τους μάγους συμβουλεύτηκε, τους πόνους του ιστορεί

    και χαρτορίχτρες του είπανε, να πάρει τη φυγή 

  • Έτσι κι αυτός σαν βρέθηκε κοντά στο ακρογιάλι
  • από τον ήλιο τον γκρεκό, ζητούσε προσκεφάλι

    τα τραύματα που τ’ άφησε της Κίρκης το κορμί,

    -έτσι τη φώναζε, ο Ομάρ, που είχε προδοθεί- 

     

    στη χρυσαφένια αμμουδιά να παίξει σαν παιδάκι

    να ξεχαστεί στα κύματα να πνίξει το φαρμάκι

    και τη ζωή του να σκεφτεί πώς θα την ξεκινήσει

    και τις πληγές στα στήθη του για πάντα να τις κλείσει 

  • Μέρες πολλές περάσανε και κόντευε να φύγει
  • μέχρι που ένα απόγιομα που έπεφτε η δύση

    μια ομορφονιά συνάντησε στην άμμο σκυθρωπή

    του φάνηκε πως μοιάζανε κι ένιωσε ταραχή      

  • Τον κοίταξε με μια ματιά, κρύα σαν παγωμένη
  • καθώς η σκιά του πάνω της, έπεσε και τη ραίνει

    μια ανατριχίλα ένιωσε σ’ όλο της το κορμί,

    -κάτσε, του λέει φιλικά, μην είμαι μοναχή!

     

    Κάθισε δίπλα της ο Ομάρ, λίγο να γνωριστούν

    κάτω απ’ το φως του φεγγαριού να εξοικειωθούν,

    καθώς εκείνο ανέβαινε και σκόρπιζε τη λάμψη

    στα μάγουλά τους πορφυρό χρώμα είχε ανάψει

  • Το θάρρος της για τη ζωή κοντά του ξαναβρήκε
  • κι ο κόσμος όλος του Ομάρ απ’ την ψυχή του βγήκε

    κάπου στη μέση απ’ τη νυχτιά αλλάξανε φιλί

    κι ο έρωτάς τους σαν θεριό είχε λευτερωθεί

     

    -Γιασμίν, της έλεγε αυτός και σφιχταγκαλιαζόταν,

    τα πυρωμένα χείλη της, στα χείλη του πνιγόταν

    μόνο κατά το χάραμα, που ερχόταν της μέρας    

    κι ένιωσαν το σάλεμα, που έφερνε ο αγέρας,

  • σηκώθηκαν και στάθηκαν τον ήλιο να κοιτάζουν
  • ω πως ανέβαινε γοργά, κι όλο αναστενάζουν!

    Πως πέρασε τούτ’ η βραδιά πνιγμένη στο μεθύσι

    και μυστικά κανόνισαν να ’ρθουν ξανά τη δύση

     

    Και πέρασαν για τον Ομάρ οι λιγοστές ημέρες

    -Ω συ καλέ μου κι ακριβέ τα βράδια απ’ τους αγέρες

    θα τους ζητώ να φέρνουνε τ’ άσματα της φωνής σου

    και τη μορφή σου να θωρώ, τα κάλλη της ψυχής σου

  • Για να περάσει γρήγορα ο άχαρος καιρός μας, 
  • τη μοναξιά να διώχνουμε, ο πιο σκληρός εχθρός μας

    -Κι εγώ καλή μου κι ακριβή θα τραγουδώ τη θλίψη

    αγάπη κι έρωτας για σε, ποτέ δε θα σου λείψει

      

    -Να μην ξεχάσεις, μάτια μου, τούτη την ευτυχία

    που οι δυο μας ζήσαμε, του έρωτα ευλογία,

    μονάχη όλες τις βραδιές εδώ θα τις περνάω,

    με καημό θα καρτερώ, για σε θα τραγουδάω!

     

    Στην αγκαλιά του ο Ομάρ την τράβηξε απαλά

    με θέρμη υπόσχεται πιστά, πως πάντα θ’ αγαπά

    τα κάλλη της κι η ομορφιά, σαν λαμπερό αστέρι,

    στο γυρισμό θα οδηγεί, κοντά της να τον φέρει

  • Έτσι αποχωριστήκανε με ράγισμα καρδιάς
  • στα παραθύρια της ψυχής η κρούστα της ματιάς

    Το δάκρυ τους πολλές φορές αργούσε να στεγνώσει

    ο έρωτας κι ο χωρισμός τους είχ’ αναστατώσει

     

    Τα ηλιοβασιλέματα με στοχασμούς περνάει,

    πότε στο βράχο βρίσκεται κι ώρες πολλές ξεχνάει

    και πότε με τη θάλασσα, άμμο και βοτσαλάκια

    στα κυματάκια ιστορεί, πόνους της και μεράκια

  • Στην αμμουδιά κάθε βραδιά ώρες πολλές περνάει
  • κι εκεί πάντα μονολογεί, με την καρδιά μιλάει

    παράπονα έχει απ’ τη ζωή, την ακαταδεξιά της

    όπου την καταδίκασε να ζει στη μοναξιά της

  • Και τι δεν έχει πάνω της· λαμπρόθερμα τα κάλλη
  • Με μάτια καταπράσινα που φέρνουν μόνο ζάλη

    Με φρύδια σαν του φεγγαριού κομμένα με διαμάντι 

    και με τα στήθια κάτασπρα, που η θάλασσα σπαράζει

    Πόσα από τ’ άστρα τ’ ουρανού, θολά σαν μεθυσμένα! 

    Ζαλίζονται απ’ την ομορφιά και πέφτουν, τα καημένα!

    Και η σελήνη γελαστή, μ’ ασήμι στολισμένη

    στην άκρα του ορίζοντα, γέρνει βαλαντωμένη

  • Κι όταν στο δάσος περπατά, κοντά στους καταρράκτες
  • γοργά φτάνουν νεράιδες, χρυσόμαλλες κι αφράτες

    Πλούσια δώρα της φέρνουνε, ποια πρώτη θα της δώσει

    κι απ’ τα νερά τ’ αφριστά την αύρα θε να νιώσει

  • Κι ο άνεμος πάντα μαζί, πιστός και δεν αλλάζει  
  • κρυφός της μένει εραστής, τον έρωτα τής τάζει

    και τα μαλλιά της σαν παιδί με πάθος τα χαϊδεύει

    κι απ’ το κορμί της τη δροσιά γονατιστός γυρεύει

  • Τα τόξα των δροσοσταλιών ξαπλώνονται στη γη
  • στα χρώματα τη λούζουνε και σμίγονται μαζί

    τα μάτια της τα πράσινα τα κάνουν πορφυρά:

    «Γιασμίν!» Φωνάζει ο άνεμος, «πρόσεξε τα στοιχειά!»

  • Στις λαγκαδιές σαν βρίσκεται, μυρίζει το θυμάρι
  • το γκρέμισμα στη ρεματιά, ακούει σαν τροπάρι

    και με ψυχή πια λεύτερη να χύνεται στην αύρα

    κι ευθύς θα νιώσει το κορμί να ψήνεται στη λαύρα

  • Κι όταν μαυρίζει ο ουρανός και πέφτουν κεραυνοί
  • τα μάτια της πυρώνονται πριχού να πέσ’ η βροχή

    κι ακούγονται τριγύρα της των αγριμιών φωνές,

    κοντά σμίγουν και τραγουδούν, σα να ’ναι αδελφές

  • Το σιγανό το κλάμα τους μοιάζει σαν μελωδία
  • και λιώνουνε κι οι δυο μαζί κατάρα κι αμαρτία

    Κι όταν αγριεύει η βροχή και φέρνει ανατριχίλα        

    και οι κραυγές των αγριμιών πνίγονται στη μαυρίλα,

  • τότε ορμά ο κεραυνός, άγριος και με μανία
  • κι οι ηλιαχτίδες βιαστικά χύνονται μία, μία

    Με βιά καίει τα σύννεφα, τα σχίζει σαν χαρτί,

    στη μελωδία μυστικά είχε συμμετοχή!

     

    «Ουφ!» και της ξέφυγε γλυκά εν’ αναστέναγμά της

    και μάζεψε τις σκέψεις της, που γύριζαν μακριά της

    κι ακούμπησε τα χέρια της στην άμμο απαλά

    ζεστή ακόμη κι έλειπε από κοντά η δροσιά

     

    Τα μάτια της τα πράσινα άφησε στο σεργιάνι

    και πάνε εδώ και πάνε κει και το μυαλό της χάνει

    στη σκιά που ψες ήρθε εδώ, σμαραγδοφορτωμένη

    στο φεγγαρόφως, λέγανε, πώς είν’ ερωτευμένοι

  • Κι όπως συλλογίστηκε την ψεσινή βραδιά τους
  • πώς έκαιγε και η φωτιά έσβηνε τη φωτιά τους!

    Πόσ’ όμορφα κι ερωτικά περάσανε στην άμμο!                          

    Μα να, και πάλι μοναξιά, δεν την αντέχει άλλο!

     

    -Ω συ, αγαπημένε μου, που ζεις πολύ μακριά μου

    κι όλα τα χρόνια σ’ έψαχνα, ελπίδα και χαρά μου

    στα χέρια, που όλο τρέμανε κράταγα την καρδιά

    για σένα μόνο ανέφερα, μ’ αγάπη, τρυφερά

  • Κι έδινα τη μάχη μου να κρατηθείς εσύ,
  • καρδούλα μου, καρδιά μου, μόνη και ορφανή,

    όπου περάσαμε, ακριβέ, πικρά και θλιβερά

    σαν γη που μένει απότιστη, ζήσαμε την ξερά

    Να καρτερώ την ώρα μου, σαν ύστερη στιγμή,

    «θα ’ρθει, δε θα ’ρθει ο ξένος σου», άκουγα στη σιγή

    περνώντας μες στον κήπο μου την άγρια μοναξιά μου

    όλο επότιζα για σε, τ’ άνθη απ’ την καρδιά μου

     

    Καρτέρησε, της έλεγα, κι όπου να’ ναι θά ’ρθει

    τους χτύπους σου μετρίασε, δεν είσαι πια μονάχη

    Κοίτα, να, δες τον ουρανό, πώς μας χαμογελάει!            

    Το φεγγαρόφως σμάλτινο, για μας τους δυο μιλάει

     

    Κοίτα να δεις τα κύματα, πέρα τ ου ωκεανού,

    κοίτα, να δεις τα ολόλαμπρα αστέρια τ’ ουρανού,

    ήρεμα μες στο θάμπος τους, κι εμείς παρακαλούμε   

    δω, στη στεριά να φέρουνε, αυτό που λαχταρούμε

  • Δες, στραφταλίζει η νυχτιά απόψε μ’ αρμονία!
  • και μέσα στην αστροφεγγιά λάμπει η γοητεία!

    Κι άρχισε η καρδούλα της αργά να ηρεμεί

    γλυκούς χτύπους να δίνει σ’ όλο της το κορμί

     

    …

  • Μέσα απ’ το κύμα φάνηκε και δείχνει σαν θεός
  • κι όλα γελούν και χαίρονται, κύματα κι ουρανός

    Και πλησιάζει όλος χαρά, με χέρια ανοιχτά,                  

    κι αργά, αργά από πάνω του στραγγίζουν τα νερά

     

    Σηκώθηκε στο άστραμμα, που ’βγαζε η μορφή του:            

    «Σήκω» της κράζει ο άνεμος…«και γέψου την οσμή του  

    ζήσετε οι δυο τον έρωτα με σφιχταγκαλιασμό»

    Τ’ άσπρα χεράκια της έφερε στα στήθη, στο λαιμό                         

  • Τα τρικυμιώδη στήθη της, ένιωσε ν’ ακουμπά
  • τα ολόλεπτα χειλάκια της, τρέμανε ελαφρά

    και να, ψελλίζουν φλογερά, γλυκόλογα καρδιάς,

    τ’ αχάιδευτά της μάγουλα πορφύρωσαν με μιας

        

    Και πάλι εν’ αναστέναγμα βγαίνει αργά, αργά

    κι εκεί που ακόμα νόμιζε πως χάνεται η βραδιά,

    ίδρος στη ραχοκοκαλιά της χύθηκε στη στιγμή

    σα ν’ άκουσε ένα θρόισμα, μια γνώριμη φωνή

  • Και ξαφνικά η ανάπνα της άλλαξε το ρυθμό της
  • κι η θάλασσα μελωδικά κρατάει το σκοπό της

    σαν μέσα από τα κύματα ζυγώνει η μορφή, 

    μαγευτικά το είναι της, τυλίγει η ταραχή

  • Τα χέρια σταύρωσ’ απαλά στα κάτασπρα της στήθη
  • σα να κρατούσε την καρδιά στη θέση της να μείνει,

    «Άφησ’ εμένα…., την άκουσε να λέει μυστικά….  

    «και νοιάσου για το αγόρι σου και λούσ’ τον στα φιλιά!»

     

    Κι απλώθη η λάβα στο κορμί, στο νου και στην ψυχή,

    καθώς αργά πλησίαζε, του έρωτα η μορφή

    αμήχανη κι αδύναμη κι αγαπολαβωμένη

    στα μεταξένια δίχτυα του, πέφτει παγιδευμένη    

  • Στην αγκαλιά την τράβηξε κι είχε παραδοθεί
  • και η πυρά του έρωτα τούς καίει, τους πυρπολεί:

    -Αύρα! Δροσιά!…. ψιθύρισε, σβήσε μου τη φωτιά

    και θα καώ, η άμοιρη, στα μάτια σου μπροστά!

  • Κι αμέσως άρχισε αυτός, σιγά, τραγουδιστά
  • και να της λέει τρεμουλιαστά, πως είναι η δροσιά

    κι απ’ το κορμί και την καρδιά τη δίψα της θα σβήσει

    και στο καμίνι ο έρωτας, τους δυο θα σιγοψήσει:

  • -Γιασμίν! Γιασμίν! ψιθύρισε, καθάρια μου ομορφιά! 
  • Αύρα θα γίνω, μάτια μου, σ’ αυτή την πυρκαγιά

    ρίξε σ’ εμέ τη φλόγα σου κι εσύ να δροσιστείς,

    στη δροσερή αγκαλιά μου, γλυκά να ονειρευτείς 

  • Η φλόγα σου, άκουσα να λες, καίει την ύπαρξή σου
  • και η καρδιά σου, φλόγα πια, θα σβήσει τη ζωή σου

    τα κάλλη σου, την ομορφιά και τα κλωνιά των μύρων

    και το κορμί που δέρνεται στη δίνη των ονείρων

     

    Γιασμίν! Λουλούδι των νερών, αρχόντισσα των θρόνων,

    πώς το μπορώ να μην πονώ στ’ ακούσματα των πόνων;

    Σμάλτινη αγαπητικιά, γλυκιά πριγκίπισσά μου 

    του Αιόλου άρμα άρπαξα και είσαι πια κοντά μου

  • Πώς μπόραγα να σε θωρώ, σαν κλήμα μαραμένο
  • απότιστο, χωρίς δροσιά κι έρμο, παρατημένο

    πώς το μπορώ να σε θωρώ, να σβήνεις μες στα βάθη

    χωρίς αγάπη, μοναχή, πνιγμένη μες στα πάθη;

  • Σφίξου απάνω μου, γλυκιά, και γεύσου το μεθύσι
  • αχτινοχρυσοστόλιστη, του έρωτά μας ζήση

    τα κρινοδαχτυλάκια σου δώσ’ μου να τα φιλήσω

    τα στήθη και τα χείλη σου, με αύρα να δροσίσω

  • Άσε με τα ματάκια σου, με πάθος να τηράξω
  • μέσ’ απ’ αυτά που φλέγονται στον κόσμο σου να ψάξω

    Μέσα απ’ αυτήν την πυρκαγιά, μαζί σου ας καώ

    πρασινομάτα μου, όμορφη, πόσο σε αγαπώ!

    Πάνω στ’ αφράτα στήθια σου, βαρκάρης σου θα γίνω,

    μέσα στ’ άγρια πέλαγα, τις μάχες μου θα δίνω

    κι από ψηλά τους κεραυνούς όλους θα τους γκρεμίσω

    και στη στεριά πια μόνοι μας, για σε θα τραγουδήσω

  • Τα χείλη σου τα πύρινα δώς’ μου να τα φιλήσω, 
  • και τη φωτιά τους, μάτια μου, όλη πια να τη σβήσω 

    στα στήθη σου τα στήθη μου να αγγίξουν τρυφερά

    και απάνω τους να νιώσουμε του έρωτα χαρά

     

    Τον κοίταξε κατάματα σαν να ’ταν μαγεμένη:

    -Ομάρ! λέει κι έτρεμε… με ζάλη, ερωτευμένη

    κι άπλωσε τα χεράκια της γύρω από το λαιμό

    -Ομάρ! του λέει τρυφερά, ω πόσο σε αγαπώ! 

     

    -Δικά σου τα ματάκια μου, για σένα το κορμί μου,

    κι όλος ο κόσμος μέσα μου καθώς και η ψυχή μου,

    τα στήθη μου, τα χείλη μου, τα πάθια κι ο έρωτάς μου,

    γλυκέ, γαλανομάτη μου κι άρχοντα της καρδιάς μου

  • Ταίρι μου αραχνούφαντο, νήμα απ’ την καρδιά μου 
  • ελπίδα μου είσαι κι όνειρο κι όλα τα μυστικά μου

    όλα δικά σου, άντρα μου, τα φύλαξα για σένα

    και καρτερούσα τη στιγμή, με φύλλα μαραμένα

     

    Φώτισ’ εσύ αστέρι μου, τα μαύρα μου σκοτάδια

    και δώρισέ μου τα φιλιά και όλα σου τα χάδια

    ήλιε μου, φως κι αυγερινέ, φεγγάρι σμαραγδένιο

    και φτιάξε μου τη μοναξιά κήπο παραδεισένιο

  • Στάλες χαράς του έρωτα, γλυκές δώσ’ μου να ζήσω 
  • για να μπορώ, αφέντη μου, όλα να τα νικήσω, 

    μα πιότερο τη μοναξιά, δε θέλω ν’ αγναντέψω,

    τυραννική κι αβάσταχτη, πώς να την επαλέψω;

  • Άσε τη γλύκα να χυθεί σαν μέλι μέσ’ στο γάλα            
  • μέσα στα μάτια σου τα δυο, τα μάτια τα μεγάλα,    

    στο γέλιο σου, στο χάδι σου, στο σφιχταγκάλιασμά σου

    στις λίμνες σου να πνίγομαι, στα βάθη της καρδιάς σου

     

    Χρυσέ, μαλαματένιε μου, αίμα απ’ την καρδιά μου

    κρυσταλλοπεριστέρι μου κι αρχοντοβασιλιά μου

    μέσα στα χέρια σου τα δυο σαν κύμα γαληνεύω

    δικιά σου κάνε με, ακριβέ, θερμά σε ικετεύω…

     

    …

     

    Ώρες πολλές περάσανε ξάπλα στην αμμουδιά

    και κάπου, κάπου ακούγονταν, λόγια μεθυστικά:

    -Γιασμίν, ψιθύριζε αυτός, κι ήτανε πια χαμένος

    στα περιβόλια τ’ έρωτα σφιχτά παγιδευμένος

     

    Ώρες πολλές κι έσβησε της νύχτας το φεγγάρι

    πέρα στου βράχου τη σιωπή στάθηκαν λίγοι γλάροι,

    κι απαλά σηκώνονταν το κύμα στ’ ανοιχτά 

    -Ομάρ… Ψιθύριζε απαλά, μέσα στην αγκαλιά

  • Κι όπως η νύχτα επέρναγε, αργά, μεθυστική
  • στο βάθος του ορίζοντα, σκάζει η χαραυγή

    κι ο εραστής, ο άνεμος, έτρεξε στις κορφές

    σκούρα να σπρώξει σύννεφα πάνω απ’ τις παρυφές:

  • «Νύχτα…» της λέει ο άνεμος…, «μη φεύγεις από τώρα,
  • την ευτυχία τους αυτή, μην διώχνεις πριν την ώρα

    μέρα θε να ’ρθει σύντομα και θα’ ναι πληκτική»

    Μα η νύχτα φεύγει σιωπηλή και μελαγχολική

  • Και φύσαγε ο άνεμος, τα σύννεφα να σπρώξει,
  • και μια αχτίδα χύθηκε τον έρωτα να διώξει

    κοπάδια οι γλάροι γύρα τους τίναζαν τα φτερά

    δειλά οι αχτίδες έβαφαν τα γαλανά νερά

  • Και πλημμυρίζει η αμμουδιά με αύρα κι ηλιοφώς 
  • μια άλλη αχτίδα πύρινη την έλουσε θερμώς

    το πορφυρό της πρόσωπο, χάιδευε απαλά                     

    τα κυματάκια έγλυφαν τα πόδια της γλυκά

  • Ένα «Ομάρ!» της ξέφυγε γιομάτο από λατρεία,
  • -Ομάρ! ψιθύρισε ξανά με κάποια αγωνία,  

    τέτοια ομορφάδα κι έρωτα ζούνε μόνο θεοί,

    σε απόμακρη ακρογιαλιά, βρίσκεται μοναχή!

  • Σφάλισε τα ματάκια της να μείνει το σκοτάδι
  • της φάνηκε για μια στιγμή πως βρέθηκε στον Άδη

    άδεια τα χέρια της έφερε στο πρόσωπο αργά

    κι εκεί το κλάμα της άρχισε να τρέχει σιγανά…

     

    …

     

    Μέσα στον ύπνο του ο Ομάρ, πλαντάζει κι ορμάει

    και άγρια τον άνεμο, αδράχνει και πετάει

    έξω από το παράθυρο με βιά και σκυθρωπός

    που το όνειρό του χάλασε και μένει σκεφτικός

  • Πολλά είναι τα ονείρατα πιότερες οι γραφές
  • και στο μυαλό του έφτασε, ό,τι έζησε προχθές

    μες σε περβόλια βρέθηκαν, άγνωστα, αλαργινά

    κι εκεί οι δυο αναστήσανε τον έρωτα γλυκά 

  • Φτάν’ η φωνή της καθαρή και βλέπει τη μορφή της
  • κι ένα άρωμα απαλό έβγαζε το κορμί της

    μ’ ένα αραχνοΰφαντο φουστάνι και γελά

    και πάνω στα μαλλιά της, λούλουδα κι άνθη δροσερά

  • Κάτω η χλόη άφηνε την αγκαλιά ανοιχτή
  • κι άφησε το φουστάνι της να πέσει απ’ το κορμί

    έλυσε τα μαλλάκια της, που χύθηκαν στα στήθη

    κι αχόρταγα τους σκέπασε του έρωτα η λήθη 

     

    Πάψανε των πουλιών φωνές, τ’ ανέμου το τροπάρι  

    και οι ανάπνες τους θερμές, γλυκές σαν το θυμάρι

    πηγούλες δυο δυνάμωσαν τα κελαρύσματά τους 

    και τα χορτάρια σμίγονταν μέσ’ στ’ αγκαλιάσματά τους

  • Στεφάνι του ’πλεκε η Γιασμίν πάνω στα γόνατά του
  • κι όρκους του ’δινε πολλούς, η αρχόντισσα, κυρά του

    και το στεφάνι που ’πλεξε, με φύλλα απ’ την καρδιά της

    στον εκλεκτό της, χάρισε με τα γλυκά φιλιά της    

  • -Γιασμίν! της έλεγε γλυκά, με το δροσοστεφάνι
  • που η Γιασμίν τού έβαλε με χάρη στο κεφάλι

    -Θεός είσαι αφέντη μου κι εγώ σε προσκυνάω

    και με λατρεία άσβηστη, πιστά θα σ’ αγαπάω

  • Σε βρήκα μες στις σκέψεις μου να τριγυρνάς πρωί,
  • που ο ήλιος την πορεία του δεν είχε ακόμα βρει,

    σε βρήκα και τα σύννεφα, ήταν παγιδευμένα

    τη λευτεριά περίμεναν να δουν, τα καημένα     

  • Σαν τριγυρνούσες μέσα μου, στο πληγωμένο είναι
  • τα χρώματα αλλάζανε και σου φωνάζαν, μείνε

    και μέσα από τα μάτια σου, ήρθε ξανά το φως,

    καθώς στο χαμογέλι σου άνθισε ο ουρανός   

  • Τ’ αστέρια του, τον ήλιο του, όλα τα είχα χάσει 
  • και τα πικρά του δάκρυα με είχανε γεράσει

    και ήταν μόνιμα, βαριά, σαν δάση πυκνωμένα

    κι όλα μου τα ονείρατα, έσβηναν μαραμένα

  • Καλέ μου, όταν μου έστειλες, το πρώτο σου γραφτό,
  • μοίρα, εσύ, μουρμούρισα, σ’ έχω ένα μυστικό 

    Πώς το περίμενα, ακριβέ, και ήμουν μοναχή!

    Στα υγρά τα μαξιλάρια μου τύλιξα με στοργή      

      •  
  • Και πέρναγα τις νύχτες μου τη μοίρα μου καλώντας
  • μέχρι που ήρθε μια στιγμή θολή, περιγελώντας:

    «Ωωωω!» μου ’λεγε ειρωνικά, «τι θέλεις από μένα;

    Στα μαύρα σου κατάστιχα είναι όλα γραμμένα!»      

  • -Μοίρα, της λέω, άσπονδη, κακή, σκληρή και κρύα
  • είσαι για μένα τιμωρός και μαύρη δυστυχία,

    μα τώρα στα πειράγματα, δεν πλήττομαι, πανούργα

    η αγάπη κι ο έρωτας, σε διώχνουνε, κακούργα         

     

    Τι κι αν κοντά μου τριγυρνάς, μοίρα, μαυροφορούσα,

    μια νύχτα μείν’ αν θες κοντά, μοίρα κακοβλεπούσα!

    Κι αν την καρδιά μου τυραννάς και το κορμί παγώνεις

    το χρόνο μες στις αγκαλιές τον κλείνουμε και λιώνεις                

  • Τι κι αν βρισκόμαστε μακριά, ο έρως μας ενώνει! 
  • Τι κι αν τα χείλ’ η μοναξιά αργά μας φαρμακώνει!

    Τις αποστάσεις κάνουμε κρεβάτι λουλουδένιο

    κι απάνω του ξαπλώνουμε, που είναι μεταξένιο        

                            

    Μοίρα μου η καρδούλα μου, έγινε σαν πουλάκι 

    και φτερουγίζει αδιάκοπα, μες στο περιβολάκι

    Και την ημέρα νοιάζεται γρήγορα να περάσει

    κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, αυτόν ν’ αγκαλιάσει      

  • Και να, βρισκόμαστε μαζί και το φεγγάρι αστράφτει
  • και τα κορμιά μας, μ’ ασημί, με χάρη μάς τα βάφει

    μας βλέπεις, σκας και χάνεσαι στα μαύρα σου σκοτάδια

    στην αγκαλιά πνιγόμαστε και στ’ άπειρά μας χάδια…

     

    …

     

    -Γιασμίν! Γιασμίν! ψιθύρισε, καθάρια μου ομορφιά!

    απόκαμα πια και δεν μπορώ να ζούμε μακριά

    του ήλιου αχτίδα πύρινη θ’ αδράξω, θα πιαστώ    

    και στη φωλίτσα μας, Γιασμίν θα ’ρθω, να γιατρευτώ!

     

    Ένα «Ομάρ!» της ξέφυγε και σκούπισε τα δάκρυα

    στην άμμο καθώς έτρεχαν έκαναν αυλακάκια

    στον γαλατένιο ουρανό έριξε μια ματιά

    στα βάθη της η ανατολή ανάβει μια φωτιά…

     

    Από τη «Δεύτερη Ανθολογία της Ξενιτιάς» της ΕΕΛΣΠΗ

    (Ιούλιος 2003 Γερμανία).

     

    Β. Φ.  01.11.2001 - 27.03.2003, Γερμανία