creece

Last up date
05.01.2015

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

  Η ΔΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ 

         (Απόσπασμα από το «Λενιώ αγάπη μου»)

(Αληθινή ιστορία της δεκαετίας του 1960 που διαδραματίστηκε στους πρόποδες των Αγράφων(Τρικάλων-Καρδίτσας)

«…Αργά και με κακοκεφιά κυλούσε το κάρο στο

χωραφόδρομο. Και το μουλάρι, αδύναμο κι αυτό

άκεφο, κακοταϊσμένο, αγκομαχούσε κουβαλώντας

το μικρό του φορτίο.

Ένα δεκάχρονο κοριτσάκι κι έναν γέρο.

Αγωγιάτης ο παππούς˙ χρόνια τώρα.

Στα σοκάκια και στα γκαραγκουνοχώρια.

Μικροαγώγια και θελήματα να βγάλει το ψωμί.

Πάντα η αμοιβή, μια μπάλα άχυρο,

μισό τσουβάλι στάρι. Πού και πού έπαιρνε

πιο πολλά˙ αν ήταν σ' έναν τσέλιγκα κοντά,

ίσαμε μ' ένα φεγγάρι, του ’διναν ένα αρνί.

 

Μία γυναίκα άρρωστη κι ανάπηρο παιδί,

αυτό το κάρο που έτριζε, και τ 'αδύναμο

μουλάρι, (τουρκαλά το έλεγε).

Μία καλύβα πλίθινη δυο πιθαμές αυλή.

Ένα πηγάδι πότιζε αυτούς και το μουλάρι,

ένας φτελιάς ψηλός και κάτω απ' αυτόν,

ένας απόπατος κοντός, με βούζια σκεπασμένος.

 

Μαχμουρλίδικα περπατά το κάρο και όλο κουνά.

Τόσο που κάποια στιγμή πηδώντας μια λακκούβα, έπεσε ο τορβάς:

«Ουυύνκς!» έβαλε έξαλλος τις φωνές ο καροτσιέρης.

«Στάκα, πανάθεμάς κι μ’ έπεισ' η τρουβάς. Μπρρρ!» και τραβούσε τα γκέμια να σταματήσει το κάρο. Σταμάτησε με μιας το κοριτσάκι το κρυφό της κλάμα κι έβαλε τα γέλια. Της ρίχνει πειραγμένος μια ματιά ο καροτσέρης. Ξανά μια άλλη λακκούβα

που κόντεψε να αναποδογυρίσει το κάρο.

Και ξαφνικά! Ο αγωγιάτης βρέθηκε

τ’ ανάσκελα κάτω στις καλαμιές.

Δυνάμωσαν τα γέλια της μικρής ακόμη πιο πολύ,

φέρνοντας άλλα δάκρυα.

Και θύμωσε ο καροτσέρης ακόμα πιο πολύ:

«Τι γιλάς και τι τιράς», έβαλε τις φωνές,

«ωρ’ αλεπουδόβγαλμα; Α; δεν έχ'ς ματαδεί

άνθρουπο καταή! Αϊ στα τσακίδια

κι μούπριξες τι χουλή".

Αμέσως πήδησε κάτω το κοριτσάκι και νοιάστηκε

να τον βοηθήσει να σηκωθεί.

Κι εκείνος κάκιωσε ακόμη πιο πολύ:

«Άιντες να σ' χέσω το γονιός κι σένα παλιομούλαρο»

κι άρχισε να σηκώνεται.

«Πανάθεμάσ', άτιμου που θέλ'σ να μ'αφανίσ'!

Ούστ! στα τσακίδια τουρκαλά, μπαμπέσ'»!

κι ετοιμάστηκε να το χτυπήσει με τη βίτσα.

Τον έπιασε όμως τα χέρια το κοριτσάκι:

«Αφ’ του παππού, δε φταίει του δόλιου».

Και ο καροτσέρης την αγριοκοίταξε τσιτωμένος.

Φάνηκε όμως πως την άκουσε. Τίναξε την τραγιάσκα του και πήγε μπροστά στο μουλάρι.

Το κοίταξε κατάματα λίγες στιγμές

και πιάνοντας το κοριτσάκι το ανέβασε στο κάρο.

Ανέβηκε κι αυτός και ξεκίνησαν πάλι.

 

Ο ήλιος είχε σκάσει σα κίτρινο καρβέλι.

Λίγα αγριοπερίστερα πέταξαν στα μόνιμα

κι αγαπημένα τους ύψη.

Τα πουλάκια γλυκοκελαηδούσαν ξέγνοιαστα.

Πέρα στο βάθος μιας χαράδρας γκρεμίζονταν

το ρέμα. Ο αγέρας κουβαλούσε απαλά το άρωμα

των βουνών και το κάρο συνέχιζε την πορεία του τραμπαλίζοντας.

Ο καροτσέρης ξαναβρήκε το κέφι του και

το κοριτσάκι άφησε τη ματιά να πετάξει πίσω του. Έβλεπε τα βουνά όλο να απομακρύνονται

και να μικραίνουν. Και η βουή της ρεματιάς

να σβήνει σιγά- σιγά πίσω από μια αχνοχαμένη

καμπούρα ενός λόφου. Σήκωσε το κεφάλι και

στύλωσε το στήθος της ρίχνοντας τη ματιά

προς το χωριό. Εκείνο δε φαίνονταν. Κάπου,

σε μια στροφή που έκανε το κάρο έμεινε πίσω.

 

Αναστέναξε η μικρή Ευγενία και τα μικρά μαύρα

μάτια της, ξαναγυάλωσαν πάλι.

Ήρθε στο μυαλό της ο αδερφός της ο Αποστόλης

και στέναξε ακόμη πιο πολύ,

καθώς η ώρα απ' τη φυγή της, ήταν ακόμα ωμή.

Η φτώχεια την έδιωχνε και η πλίθινη κάμαρη

που μίκρυνε καθώς ο Αποστόλης ζευγαρώθηκε.

Του κάκου επέμενε εκείνος να μη φύγει.

Επέμενε κι εκείνη και τώρα πάνω στο κάρο

που συνεχώς τραμπαλίζει νιώθει τη μοναξιά

και τον φόβο να την πνίγει.

Έδειχνε μετανιωμένη˙ φοβισμένη.

Τίναξε λίγο το κεφάλι της και στέγνωσε τα μάτια.

Μόνη της διάλεξε τη φυγή κι άφησε τη μοίρα της

να οδηγήσει τα βήματά της.

Και τα βάζει στ' αχνάρι μιας νέας ζωής:

 

«Δε βαριέσι! Χειρότιρα δε θ' απεράσου! Ένα γιατάκ' κι φαϊ μι φτάν'!»:

«Τσούκ!τσούκ! άιντες τουρκαλάμ' υπουμόνεψε

κι του γιόμα θα φτάσουμε…,» λέει ο καροτσάς

και στρίβει τα μουστάκια.

«Τσάκου μια σταλιά τα γκέμια να στρίψου λίγου

καπνό Ευγένου»! της λέει και διακόπτονται

με μιας οι συλλογισμοί της κοπελίτσας

και αμέσως κράτησε τα γκέμια.

 

Πέρασαν έτσι λίγες ώρες μέχρι που ο ήλιος

σταμάτησε στη μέση. Λίγο πριν την πόλη

σταμάτησαν. Λίγο ξεκούραση. Λίγο ψωμί, τυράκι. Και πιο πολύ το μουλάρι που έβγαζε καπνό.

Τρώγανε και κουβέντιαζαν σα να 'τανε φίλοι.

Πολλά λόγια καλά, της είπε, ο καροτσάς.

Στο σπίτι αυτό που θα 'μπαινε να έβγαινε κυρά.

Να ακούει και να κάνει υπομονή, μήπως και συναντήσει μία αυγή στο δρόμο τη ζωή:

«Να' σι'πάκουει κι κάνι κανά βουλά και τον κ'φό. Αυτοί οι 'ριστοκράτες δε έχουν καρδιά, λένι μαναχά λόϊα παχιά. Μα έχν' πανάθ'μα τσ΄μανάχα

παράδις μι ουρά».

«Μη σκιάζισι μπάρμπα-Μηνά κι θα τα πάου καλά. Θα δεις, θαλάρθου στο χουριό, θα φέρου κι λεφτά»

απάντησε η Ευγενία δίνοντας πίστη στα λόγια της. Έβγαλε απ' τα κόρφια της τη σύσταση.

Την ξεδίπλωσε σα να 'ταν φυλαχτό.

Χαμογέλασε και νόμισε για μια στιγμή πως

γιόμισε ο ουρανός με άσπρα περιστέρια.

Πέταξε για μια στιγμή κι αυτή πάνω απ' την πόλη σταματώντας κάθε φορά σε κάποιο δέντρο,

σε κάποια στέγη, σε κάποια αυλή.

Κοίταγε τον κόσμο τον πολύ, τους δρόμους και τα μαγαζιά. Στάθηκε πάνω απ' τις βιτρίνες που 'χαν

ζαχαρωτά. Της φύγανε τα σάλια. Ετοιμάστηκε να

κάνει άλλη μια βουτιά, μα η φωνή του καροτσέρη

τη γύρισε πίσω:

Τίρα να δεις, εγώ δεν θα ' μπου μες στην πόλ'.

Σκιάζουμε, μαθές του ζουντανό. Αυτό δεν αγρικά

σι πουλύ κόσμου κι σι σπίτια. Μπουρεί να προγκύξ'

κι αλοίμονο μ'! Που θα πλαλάω να του βρω».

«Καλά, καλά του ξέρου. Δεν πειράζ’».

Σηκώθηκε η Ευγενία ευχαριστώντας τον.

Στο ένα χέρι το χαρτί, και στ' άλλο

τομπόγο της με λίγα πραγματάκια.

 

Έδειξε το χαρτί σε μια γυναίκα:

«Χμ»! ξερόβηξε η κυρία.

«Υπηρέτρια το λοιπόν. Μάλιστα. Κατάλαβα.

Προχώρα στο τέλος του δρόμου.

Μετά αριστερά και το δεύτερο σπίτι στη γωνιά.

θα δεις. Έχει απ’ έξω δυο περιστέρια.

Χτύπα την πόρτα δυνατά. Το σπίτι είναι βαθιά!».

Περπάτησε η κοπελίτσα καμαρωτά και με χαρά. Βρήκε την πόρτα με τα χρυσά περιστέρια

και πήρε θάρρος. Χάζευε την πλούσια αυλή.

Άπλωσε το χέρι της, περιεργάστηκε τα κίτρινα

πουλιά και δεν είδε ότι εκείνη τη στιγμή,

στο μπαλκόνι του δίπατου σπιτιού,

η κυρία έκανε βόλτα.

Κοίταζε την Ευγενία και σκέφτηκε πως

θα ’ταν η κοπελίτσα που περίμεναν:

«Καλέ ποιον ζητάς;» ρώτησε με φανερή περιέργεια και την έψαχνε με τα μάτια.

---.--- 

«Καλέ, εσένα λέω δεν ακούς;»

«Να με συμπαθάς θεια»…, απαντά δειλά

και της δείχνει το χαρτάκι.

«Δε τηράς να δεις τι γράφ;»

«Για περίμενε να κατέβω να σε δω».

 

Φόβος, ταραχή, ακόμη κι ένα πράμα που έμοιαζε ντροπή ένιωσε η κοπελίτσα. Το πρόσωπό της πήρε χρώματα. Κοίταξε το ντύσιμό της.

Της έφταιγε κι αυτό αυτή την ώρα.

Θυμήθηκε τα περιστέρια. Και στο νου της ήρθε

για μια στιγμή, το στενό καλύβι και η αβάσταχτη φτώχεια. Πάλι ήρθε μια τάση να τρέξει και να

φύγει. Μα η κυρία ήταν κιόλας στην πόρτα.

Πήρε το χαρτί και το διάβασε.

Είδε πως αυτό που έγραφε, ήταν αυτό που ζητούσε:

«Χμ!»…, ξερόβηξε κρύα. «Για έλα μαζί μου»,

της λέει με περίσσια υπεροψία και η Ευγενία

ακολούθησε σαν πιστό σκυλάκι.

Και αμέσως ξεκινά, μια καινούργια ζωή για τη μικρή κοπελίτσα. Το χαώδες αρχοντόσπιτο

την καλοδέχτηκε ανοίγοντας την κρύα του αγκαλιά.

 

Στο πλυσταριό βάλανε ένα σιδερένιο κρεβάτι

και πάνω σ' αυτό θα ξεκούραζε το κορμάκι της

η μικρή δούλα.

Η φτώχεια, σαν κατάρα, την ακολούθησε κι εδώ.

Ρούχα παλιά της έδωσαν. Κι από φαγητό,

ότι περίσσευε. Της κάνανε αυστηρές συστάσεις.

Να μη μπαίνει ποτέ σε κάμαρες χωρίς εντολή.

Να κάνει καθαρές και γρήγορες δουλειές.

Της κάνανε «απολύμανση» και της κόψανε

τα μαλλιά κοντά. Την πρόσταξαν να... λιμάρει

τη γλώσσα. Να πάψουν τα χωριάτικα και οι «μισές»

κουβέντες.

Η παλιά υπηρέτρια μόλις «θα 'στρωνε» η Ευγενία, θα έφευγε. Γι 'αυτό από την άλλη κιόλας,

αναλάμβανε υπηρεσία.

Εκτός τις δουλειές που έχει ένα δίπατο σπίτι,

έπρεπε να μάθει να κουμαντάρει και την εξαμελή

οικογένεια.

Κεραυνός έπεσε και κατέκαψε την ύπαρξη

της μικρής κοπελίτσας. Ήταν απαρηγόρητη.

Και για πρώτη φορά, ένιωσε τέτοιον πόνο και πίκρα.

Στο χωριό έζησε τη μεγαλοπρέπεια της φτώχειας.

Της λείπανε πολλά υλικά αγαθά. Πολλές φορές

η ψάθα τη δεχότανε νηστική.

Είχε όμως τη θαλπωρή της αγάπης

και της ανθρωπιάς. Κάτι που απ' αυτό το

αρχοντόσπιτο έλειπε.

Κι ας ήταν όλοι μορφωμένοι. Γιατροί, δικαστές

και έμποροι. Με σπίτια και λεφτά.

Και με πολλά άλλα καλά.

Τέτοια πλούτια και καλούδια στη φτώχεια

δεν τα ήξερε. Κι ούτε σκέφτηκε ποτέ να τ’ αποχτήσει.

Ήθελε μόνο μια γωνιά, ένα ξεροκόμματο, κάποιο ανθρώπινο ρούχο και να πήγαινε σχολειό

που το’ χε μόνο ακουστά.

Κι ήταν κι αυτό ένα μεγάλο παράπονο και μεράκι.

Ήθελε να μάθει να γράφει το όνομά της.

Μα η ζωή περνούσε δίπλα της.

Με τη μορφή της εγκατάλειψης, της ειρωνείας.

Και όμως, την νοστάλγησε ακόμα μια φορά.

Εδώ. Ετούτη τη στιγμή. Έτρεμε σύγκορμη.

Κάτι που πρώτη φορά της τύχαινε ως τώρα.

Και έκλαιγε. Μόνο έκλαιγε και πονούσε.

 

Με μιας ήρθε ο καροτσάς στο νου της.

Και ο αδερφός της στάθηκε για μια στιγμή μπροστά της σαν φάντασμα. Της άνοιγε την αγκαλιά του

και της έδωνε το σημάδι της επιστροφής:

«Μη τα βάζεις στην καρδιά σου…,» της λέει η παλιά υπηρέτρια και της χαϊδεύει τα κοντά μαλλιά της.

«Έτσι ήταν και σε εμένα. Έτσι κάνουν

οι αρχοντάδες. Μα θα μάθεις κι όλα θα τα ξεχάσεις. Να το θυμάσαι! Δεκατρία χρόνια έχω εδώ.

Οι κόποι μου; Μη συζητάς! Λίγες πενταροδεκάρες μου τάξανε και κάτι κουρέλια για πέταμα.

Ίσα που έζησα. Κι αυτό μου φτάνει.

Τώρα αρχίζει η ζωή για μένα.

Όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν νεκρά. Πεθαμένα

σου λέω. Αλλά θα βρεις κι εσύ με το καιρό,

μερικά καλά. Όχι εδώ βέβαια. Αλλά να,

πόλη είναι, κόσμος πολύς υπάρχει, που ξέρεις,

ίσως κάποια στιγμή χαμογελάσει και η δικιά σου μοίρα. Αυτή που τώρα σε έχει ξεχασμένη. Να!..,»

συνέχισε η παλιά υπηρέτρια σκουπίζοντας

με την αντίστροφη της ποδιάς τα μάτια της.

Κι ήταν σα να μιλούσε μόνη της:

«Κι εγώ εδώ ταλαιπωρήθηκα πολύ.

Τώρα αρραβωνιάστηκα. Ένα φτωχό παιδί

μου 'δωσε την καρδιά του και δοξάζω το

Θεό. Είχα απελπιστεί. Μέσα από δω μην καρτεράς τίποτα. Τώρα όμως κάνε υπομονή.

Κι εγώ θα περνώ να σε βλέπω

«Σ’ ευχαριστώ! Είσ' πουλύ καλή…,» της λέει και σκουπίζει τα δάκρυα.

 

Πέρασαν λίγες βδομάδες και η μικρή Ευγενία

προσαρμόστηκε. Ας είναι καλά η παλιά υπηρέτρια που 'χε υπομονή και την έκανε μαγείρισσα άριστη.

 

Αγκαλιαστήκανε σφιχτά κάμποσες στιγμές.

Χαμογελούσαν κι οι δυο και μοιάζανε

σαν φωτοστέφανοι άγγελοι. Δε λέγανε τίποτα.

Μόνο οι καρδιές τους ακούγονταν.

Κάπως ακατάστατα.

Και μια μικρή ταραχή ήρθε στα πρόσωπα:

«Στο καλό να πας και καλά στέφανα! Μόνο

μη με ξεχάσεις και θέλω κάλεσμα».

«Και βέβαια! Δε θα το ξεχάσω! Έχεις το λόγο μου»,

λέει η μεγάλη και φιλιούνται σταυρωτά

σαν αδερφές. Την πήγε ως την σιδερένια πόρτα. Τους αρχοντάδες τους είχε πει από χτες το «αντίο». Και ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη μεγάλη φιλοξενία:

«Κάναμε ένα μεγάλο καλό!»…, της απάντησε η κυρία με την μόνιμη ψυχρή της φωνή. «Ό, τι χρειαστείς είμαστε εδώ…,» της είπε με σουφρωμένα χείλι και της έδωσε το χέρι.

 

Στάθηκαν λίγες ακόμα στιγμές στην πόρτα.

Στο βάθος του σπιτιού κι επάνω στο μπαλκόνι

ήταν το παρατηρητήριο της κυρίας. Κοιτούσε τόσο κακόχεντρα, που πειράχτηκαν κι οι δυο:

 

«Άντες το λοιπόν, να πας στο καλό!»

Ξαναφιλιούνται ακόμα μια φορά.

Και η Ελένη, η παλιά υπηρέτρια, χάθηκε με

το μπόγο της, στη στροφή του δρόμου.

Και τα περιστέρια, εκείνα που είχε φανταστή

η Ευγενία, χάθηκαν όπως ήρθαν.

Μόνο εκείνα στην πόρτα έμειναν καρφωμένα.

Μ' ένα χρυσό χαμόγελο στα ράμφη τους τα ανοιχτά.

Τα ’ριξε μια ματιά η Ευγενία με στοχασμό και λύπη και ψιθύρισε:

«Κι εσάς εγώ θα σας δώσω ζωή!.

Τα άγγιξε λίγο με το ακροδάχτυλό της, σκούμπωσε τα μανίκια της και χάθηκε στη μεγάλη αυλή,

αδιαφορώντας το ψυχρό παρατηρητήριο

που ’χε ξεχαντρωθεί.

 

Ακολούθησε κατά γράμμα η Ευγενία τη συνταγή

της Ελένης. Και τη δικαίωσε. Περνούσαν οι μέρες. Άλλαζαν τα χρόνια και χάριζαν στην Ευγενία

μια σπάνια ομορφιά. Απόχτησε και φίλες,

και μεγάλωνε η ανησυχία της κυρίας:

«Να προσέχεις τις κακές παρέες..,»

ήταν οι συμβουλές της αφεντικιάς.

«Εσύ είσαι καλό κορίτσι, πρόσεξε

«Μη στενοχωριέστε καλή μου κυρία!

Έχω το νου μου…,» απάνταγε κι η Ευγενία

με κάποια δόση ειρωνείας και κλείνοντας την πόρτα

πίσω της σιγά χάιδεψε με το ακροδάχτυλό της

τα χρυσά περιστέρια.

Το 'χε πια, πάρει συνήθειο.

 

Και άρχισε η Ευγενία να ψάχνει να 'βρει δουλειά.

Οι φίλες της θα την παίρνανε μαζί.

Και χαίρονταν η Ευγενία ακόμη πιο πολύ.

Και άρχισε να νιώθει πως έβγαζε φτερά.

Κάτι που έμοιαζε πως καταδέχτηκε η μοίρα της,

λίγο να ασχοληθεί μαζί της και να της χαρίσει εκείνο το κλειδί, που ξεκλειδώσει την κλεισμένη της καρδιά. Οι φίλες της το θέλανε πολύ. Η Αθηνά και η Μαρίνα.

Αρραβωνιασμένες κι αυτές.

Νέος γαμπρός αγάπησε την Ευγενία και της ζήτησε αρραβώνα. Κάτι που ήταν αναπάντεχο , σαν κάτι

να έπεσε απ’ τον ουρανό. Και πολύ ακριβό.

 

Μόνο που η κυρά της δε μπόρεσε να το χωνέψει.

Που να ’βρει τέτοιο κελεπούρι˙ της ήρθε ταμπλάς:

«Εύχομαι να προκόψεις. Και ποτέ μη μετανιώσεις. Αν καμιά φορά μας χρειαστείς, εδώ είμαστε.

Πέρνα κάποια μέρα να σου δώσω τους κόπους σου. Να πληρωθείς».

«Ας είσθε καλά κυρία! Δεν πειράζει! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τη μεγάλη φιλοξενία. Κι αν... εδώ στάθηκε λίγο η Ευγενία, μα σα να μετάνιωσε

συνέχισε: «Αν εσείς ποτέ με χρειαστείτε

δεν έχεται παρά να μου το πείτε!»

Έτσι απάντησε η «τροχισμένη γλώσσα»

της Ευγενίας στην πάντα αυστηρή και ψυχρή κυρία.

 

Στάθηκε λίγες στιγμές στην σιδερένια πόρτα

κοιτώντας τα πουλιά. Τα χάιδεψε με τα δυο της

τα χέρια και τα 'δωσε ευχές:

«Εσείς είστε αγνά! Και μένετε αγνά!

Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα απ’ την αγάπη

και την αρετή. Το έμαθα από εσάς. Κι ας είσαστε

άλαλα πουλιά. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν

και μιλούν. Δεν ξέρουν ν’ αγαπούν. Μήτε ρωτούν. Μήτε πονούν. Πάρτε από μένα τα φτερά.

Πετάξετε ψηλά. Γίνεται λεύτερα!

Όπως απ’ τη φύση έχει ταχτεί!».

 

Έμεινε λίγες στιγμές σαν απολιθωμένη.

Κοίταζε τα πουλιά. Κι από κίτρινα καθώς ήτανε,

γίνανε κατάλευκα. Κούνησαν τα φτερά και πέταξαν ψηλά.

Σκούπισε ένα δάκρυ ξεχασμένο. Κάτι απ’ την ίδια της ζωή, άφηνε εκεί. Αναστέναξε και σκούπισε το δάκρυ της. Σήκωσε το μπογαλάκι της και ξεκίνησε.

Αφήνοντας στη σιδερένια πόρτα, ένα μεγάλο βάρος.

Και μια μεγάλη ευχή:

«Ποτέ μια ορφανή! Ποτέ, καμιά φορά,

κοπέλα απροστάτευτη σε τούτη την αυλή…!»

 

Πάνω στο παρατηρητήριο δεν ήταν κανείς.

Η μεγάλη πίεση της σκλαβιάς ράγισε.

Και αρχινά να βουλιάζει.

Η αυλή, το πλυσταριό και τ' αρχοντόσπιτο.

Και οι άνθρωποί του μαζί.

Σα να ήταν χάρτινος πύργος.

Γυάλινος κόσμος δίχως ψυχή.

Σα να 'ταν κατάρα που άφησε η ορφανή.

Και να βουλιάζουν, να βουλιάζουν στα δικά τους

αφύσικα σκοτάδια που φτιάξανε.

Μέχρι που χάθηκαν.

 

Τα είδε όλα αυτά η Ευγενία με τα μάτια

της ψυχής της. Άφησε ένα χαμόγελο.

Ειρωνικό και ψυχρό αυτή τη φορά.

Κοντράροντας την ίδια ειρωνεία.

Αγκάλιασε τον πλατύ δρόμο.

Κι εκείνος την απορρόφησε, χαρίζοντάς

τη την λευτεριά!» 

 (Γερμανία- Cadolzbourg dem  15.01.1994)