creece

Last up date
02.11.2010

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Καθοδόν προς το χάος (9)
Πραγματοποίηση εφιαλτικών ονείρων!!

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

(Αφιέρωμα στους πολιτικοποιημένους (όχι κομματικοποιημένους) Πολίτες και στην εφιαλτική τρέχουσα εποχή του ξεπουλήματος της Χώρας από τη σημερινή κυβέρνηση-εργαλείο στα χέρια της ευρωτρόικας και του ΔΝΤ. Η μη πραγματοποίηση των εφιαλτικών ονείρων προϋποθέτει  α ν α τ ρ ο π ή του κυβερνητικού εκτρώματος. Πολίτες, ξυπνήστε! ΒΦ) - Απόσπασμα από το: «Αχ! ετούτος ο αιώνας»

 

«Αχ! τούτος ο αιώνας, μου ’φερ’ έναν εφιάλτη                  

μέσα σ’ άγριο μεσονύχτι, στο σεργιάνι να με βγάλει

την αναπνοή μου κόβει, του αλόγου του η ορμή

και της κεφαλής μου τρίχες σηκωθήκαν στη στιγμή.     

   .

Μαύρο ήταν και βογκούσε και επέταγε καπνούς

και τα τζάμια όλα σπάει με τους ποδοβολισμούς.     

Μόνος είμαι, δε θυμάμαι, μα ζητάω συντροφιά 

τι λαχτάρα, τι τρομάρα και τι μαύρη καταχνιά!

   .

Απ’ τα καπνισμένα χείλια του αλόγου κι αφριστά

με τη χαίτη σηκωμένη και με άγρια τη ματιά

κι η ουρά του σαν καμτσίκι, να σφυρίζει, να γκρεμίζει 

και ό, τι βρίσκονταν στο σπίτι όλα τα τσακίζει.

   .

Ωιμέ και σούζες κάνει και τα χνώτα μου μυρίζει  

για φαΐ, θαρρώ, δεν μ’ έχει, προφανώς θα με πατήσει!

Κι εγώ μονάχος τρέμω στριμωγμένος στη γωνιά

λέξη δεν μπορώ ν’ αρθρώσω, στο κορμί μου παγωνιά.   

   .  

Χλαλοή κι αναμπουμπούλα, ταραχή και πανικός

μέχρι που το μαύρο άτι γύρισε πια πλευρικός

για να δω πάνω στη ράχη μια ολοσκότεινη σκιά

μαύρη πιότερ’ απ’ τη νύχτα κι έχω χάσει τη μιλιά.   

   .

Μήπως είν’ ο μαύρος χάρος, ο αρχιεκτελεστής

που κανέναν δε χαρίζει κι εκτελεί σαν δικαστής;

Πού να ξέρω κι όλος τρέμω, οι μασέλες μου χτυπούν

κι όπως τον κοιτάζω βλέπω γύρα του να τριγυρνούν, 

   .

μαυροπούλια κι όλο κράζουν και τινάζουν τα φτερά

έτοιμα να επιτεθούν να μου βγάλουν τα μυαλά.

Μη! Κι εγώ πάω να κράξω, μη κοράκια της πικρής,

της νυχτιάς του χάρου μάνα, της σκληρής κι οδυνηρής!     

   .

Μα τα λόγια μου δεν βγαίνουν, μόνο ακούω και θωρώ

φραπ! απάνω στ’ άλογό του βρίσκομαι και σπαρταρώ

σαν το ψάρι π’ άγρια αρπάζουν απ’ την πετονιά   

και στην αγορά το πάνε βάναυσα και μ’ απονιά.   

   .

Κι είναι νύχτα, ρίχνει χιόνι και ο άνεμος λυσσά 

μύριες αστραπές να πέφτουν, να φεγγρίζουν στον οντά

και εθάρρευα μια σκόνη να απλώνεται παντού,

σκέφτηκα πως τώρα ήρθε η στιγμή του χαλασμού.             

   .

Κι ο χορός των αστραμμάτων του χαράξαν τη μορφή του         

κι όπως τήραξε ξωπίσω ένιωσα και την πνοή του.

Πα στο καύχαλό του είδα δύο τρύπες ανοιχτές

κι από τ’ αχανές του στόμα έβγαιναν καπνοί, φωτιές!         

  • .
  • Ξαφνικά το άλογό του χλιμιντράει και ορμά
  • δεξιά και αριστερά του ξεπετάχτηκαν φτερά

    και τον τοίχο του σπιτιού μου τον γκρεμίζει κατά γη     

    κι αψηλά μας ανεβάζει γρήγορα σαν αστραπή.   

       .

    Σαν την πίσσα το σκοτάδι είχε απλωθεί παντού

    σκότος κάτω, σκότος πάνω, μαύρα πέπλα τ’ ουρανού

    ξαφνικά, κάπως να βλέπω, ότι χάραζε στη γη

    σύννεφα παχιά και μαύρα, κάποια είχαν τρυπηθεί.             

       .

    Και στη γη μας κάτω ρίχνω μια ματιά από ψηλά

    κι είδα θάλασσες και κάμπους, ακρογιάλια και χωριά!

    Μήπως μ’ έφερε ο τρόμος, παραισθήσεις κι εικόνες

    από των ανθρώπων πάθη που του δώσαν οι αιώνες;           .

     

    Μπαα! άλλα θέλει να μου δείξει τ’ άλογο κι η σκιά

    άλλως θ’ άκουγα πως θα ’ταν η φωνή του μαλακιά.     

    Μα αυτός μόν’ αγριεύει και με σέρνει με θυμό      

    πάνω, κάτω, δώθε, πέρα με φωτιές κι αλαλαγμό

       .

    Γιος χάρου, ο ίδιος χάρος, πώς να κάνω χωρισμό;       

    Τη μανία του τη βλέπω και δεν έχει χορτασμό.             

    Μέχρι που μουγκρίζει πάλι κι ανεβαίνει πιο ψηλά

    και κοντά σαν στούκας πέφτει στον πλανήτη χαμηλά

       .

    «Εε!,» λέει κι ανεβαίνει και στον ήλιο με πηγαίνει

    «Εε!,» λέει κι εγώ τρέμω κι η ψυχή μου τώρα βγαίνει

    «Εε! άναρχε, πανούργε, τη ζωή μόνοι χαλάτε,

    τα πλούτη και τα κάλλη της στην κόλαση πετάτε

       .

    Δες, μαράθηκ’ ο πλανήτης κι αργά αγκομαχάει!

    Άκουσε τα μουγκρητά του! Δες, χοχλάζει και θα σκάσει!       

    Δες της φύσης τα ποτάμια, τα βουνά, τις πεδιάδες!

    Δες το κλίμα πως βογκά απ’ τους άπληστους φονιάδες!    

       .

    Εεεε! υπάνθρωποι, πανούργοι, φτάνει ώρα πληρωμής

    δολοφόνοι, πλησιάζει το σημείο παρακμής

    με κατράμια θα λουστείτε και τρομακτικές φωτιές

    που εσείς έχετ’ ανάψει στου πλανήτη τις γωνιές!».               

       .

    Και μουγκρίζει ο καβαλάρης, η αόρατη σκιά

    και στα χέρια του κρατά δυο χαντζάρια από φωτιά

    στο αγέρι τ’ ακονίζει με υστερικές κραυγές

    και στα χείλη μου να φτάνουν, έλα, έλα λυκαυγές!      

       .

    Και το άτι χλιμιντράει και πηδάει σαν τρελό,

    λες και έχει αφηνιάσει και το μάτι του θολό

    πότε σύννεφα πηδάει, πότε φτάνει στα βουνά

    «φρου!, φρου!» φυσάει με άχτι στα ουράνια βουτά

       .

    Χλιμιντρίσματα, τρομάρες, πάει πια, θα γκρεμιστώ!   

    Λίμνη πορφυρή γρικάω, δεν μπορώ να κρατηθώ        

    λάβα είναι και στο διάβα λιώνει ό, τι θα βρεθεί

    το κορμί μου χαλαρώνει κι έχει πια απολυθεί,

       .

    απ’ τη σκιά κι απ’ το άτι έχει πλέον τιναχτεί.

    Χέρια μου κουνώ και πόδια και η τρίχα σηκωτή

    δεν μπορεί, σκέφτομαι, λέω, δεν μπορεί, θα κρατηθώ

    κάπου θα βρω ένα χέρι, μια ελπίδα πριν χαθώ.                   

       .

    Χλιμιντρίσματα ακούω τ’ αλόγου από ψηλά                   

    τα φτερά του να τα χάνει και να φεύγουν τα πουλιά,

    την σκιά με μιας τη λιώνει μια αχτίδα πρωινή

    λίγο πριν στη λάβα πέσω έβγαλα μια ιαχή...    

       .

    Αχ! τούτος ο αιώνας, έφερ’ έναν εφιάλτη                 

    πώς με τρόμαξ’ η σκιά του και το άγριο άτι!                     

    Εφιάλτες της ζωής μας είναι οι κατακτητές

    και στον ύπνο μας ορμούν, άγριοι καταπατητές!»                

     

    Γερμανία - Πόλη Φύρτη 21.03.2005

    EU. Ελλάδα, Τρίκαλα, Σεπτέμβρης 03 2010 pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de