creece

Last up date
24.12.2011

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Στο γιορταστικό κλίμα των τελευταίων ημερών του Δεκέμβρη του 2011

Γιορταστικό αφιέρωμα από το Βάιο Φασούλα

 Περάσαμε στο τελευταίο δεκαήμερο του Δεκέμβρη του 2011. Στη γιορταστική ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς οι άνθρωποι εναποθέτουν τα όνειρά τους στις ελπίδες, τουλάχιστον, όσοι ακόμα μπορούν να ελπίζουν.

 Η «σύγχρονη» εποχή μας τις παραμέρισε ή τις ενσωμάτωσε στην ύλη. Η νοσταλγία του χτες συγκρούεται με την απόγνωση του σήμερα. Οι… ευνομούμενες πολιτείες βαδίζουν …μπροστά!!. και τα μηνύματα των «εκλεκτών» επιτρέπουν την ελπίδα…  αυτήν την παραμορφωμένη σε συνήθεια. «Ε τι να κάνουμε, έχει ο θεός».

 Παραθέτοντας ένα παλιό απόσπασμα όπου οι αξίες του τόπου μας πρυτάνευαν, ας δούμε αυτή τη «σύγκρουση» της νοσταλγίας του χτες με την απόγνωση του σήμερα και ας ευχηθούμε το καλλίτερο που ο κόσμος μας ελπίζοντας και ευχόμενος περιμένει. Χρόνια Πολλά –Καλή Χρονιά. Βάιος Φασούλας)

 «Σ’ αυτές, λοιπόν, τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς που διατράνωναν την παρουσία τους με διάφορες μορφές, πολλές απ’ αυτές με τον άρχοντα της πόλης γελαστό, καλοσυνάτο και φιλότιμο, καταδεχτικό και πλούσιο με την απλοχεριά του, ντυμένος με τα στολίδια που δείχνανε την καρδιά του, να φτάνει να μοιάζει με τους θεούς της εποχής, να πίνει τσίπουρο ή να παίζει ντόμινο με τους πολίτες κάτω απ’ το ξεπλυμένο λαμπόγυαλο του καφενέ συζητώντας, καθώς και με  τον γέροντα κάποιας εκκλησιάς, που στο πρόσωπό του μεγαλουργούσε το κάτασπρο κι αραχνοΰφαντο φτερό της ειρήνης, της αγάπης και της αρετής. Στη σειρά ακολουθούσαν, σαν Εύζωνοι καμαρωτοί, του τόπου οργανοπαίχτες και τραγουδιστές, που ζήλευαν τις φωνές τους ακόμα και τα αηδόνια.

 Κάμποσοι άλλοι που κρατούσαν απ’ τα βλαχοχώρια, έχοντας πάνω τους τις ανεξίτηλες ζωγραφιές της φύσης και ξοπίσω τους να χύνονται οι μικρές ανθρωποστρατιές, με τα σημάδια της χαράς και της αγάπης και να περνάνε στη σειρά στο γιορτινό ξεκίνημα της Πρωτοχρονιάς.

 Να μαζεύονται άντρες και γυναίκες στις φτωχικές κάμαρες, στα παλαμισμένα με τέχνη πατώματα ή άλλα πάλι μ’ ένα πεταχτό και με πολύ χαλίκι τσιμέντο, να πέφτουν τα ζάρια και να χάνονται μεθυσμένα στις τρύπες του δαπέδου, πότε να ζωγραφίζεται πάνω τους η τύχη και άλλοτε η γκίνια, δημιουργώντας μια χλαλοή της στιγμής, έτσι, για να κρατηθούν τα νυσταγμένα μάτια των γυναικών ανοιγμένα.

 Το τσιπράκι που έδωνε δύναμη στην ψυχή και καρδάμωνε τα νεύρα, το καφεδάκι για τα κουρασμένα απ’ το κυνηγητό της δύσκολης ημέρας βλέφαρα, το λουκουμάκι, το σπιτικό γλυκό που γλυκαίνει τα ελαφρότερα βάσανα της εποχής και με τέτοια μεράκια φτιαγμένο που να μη μπορεί να το ξεφύγει ο ξεδοντιάρης παππούς κι οργανωτής αυτής της βραδιάς.

 Το γκαζοκάντηλο ή ένα λαμπόγυαλο που σιγανάσανε στη θαλπωρή που ξεχύνονταν με θέρμη απ’ το καλοταϊσμένο τζάκι που κροτάλιζε καταβροχθίζοντας, απ’ τη μεγάλη πίεση του«Καλαμπακιώτη»,(Τρίκαλα) κούτσουρα και κρύο, αντικαθιστώντας κάποιους πολυέλαιους, της μοναδικής λέσχης των αρχόντων της πόλης. Κάπου στις δυο τα μεσάνυχτα, άκουγες να γίνεται η αλλαγή της τύχης, να βγαίνουν οι φωνές έξω στα παγωμένα καλντερίμια της γειτονιάς, εκεί που κρέμονταν σαν ξεσχισμένοι μπακαλιάροι τα κρύσταλλα, κι εκείνος, σαν πρωταγωνιστής, ανάθεμα, ο «Καλαμπακιώτης», θεριό ο σκύλος, να ουρλιάζει, να ακούγονται και να περνούν τρομαγμένα κοπάδια από χηνάρια στον άσπρο ουρανό, που όπως πήγαιναν προς  το νοτιά, κάνανε ένα τεράστιο» «ν», σημάδι που έλεγε πως θα ’ρθουν κι άλλα χιόνια, να ραπίζει ανελέητα με την κρύα του ανάσα τα σκαμμένα πρόσωπα των παιχτών και κάμποσα νωρίς γερασμένα, άλλαζαν, λοιπόν, και πήγαιναν απ’ της κυρά-Αθηνάς στου μπάρμπα-Χρήστου, προσδοκώντας κάποιες δραχμές, έτσι, δηλαδή, για το καλό της χρονιάς.

 Κι άλλοι, ξεχνώντας τον αναθεματισμένο Ρήγα ή εκείνα τα διαολεμένα ντόρτια που λούφαζαν φοβισμένα στο δάπεδο αφού έκαναν τη ζημιά, καλωσόριζαν το νέο χρόνο τσουγκρίζοντας ποτήρια… 


ΕΕ Ελλάδα, Τρίκαλα Δεκέμβρης 19 2011 http:\\www.fasoulas.de     pelasgos@fasoulas.de