baum06

Last update
20.12.2005

new
new
new
new
new

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios
creece

 η καινούργια σελίδα θα ανανεώνεται συνεχώς.

Εγώ κι εσύ καινούρια χρονιά

 

Σε μία στιγμή που οργίαζε στο εκκρεμές

Κάπου σε μια στιγμή, μηδέν

Σε μια στιγμή την ώρα που κρύβονταν ο ήλιος,

χάνονταν η σελήνη κι ο άνεμος άρχιζε να θροά

Σε μια στιγμή, που όλα παίρναν χρώματα παράξενα

κι ένιωθα πως έπαυα να δύω ή ν’ ανατέλλω

Σε μια στιγμή, που μέσα μου οργίαζε ένα αβέβαιο,

που απόχτησα από τις αλλαγές

Σκεφτόμουνα το αύριο, το σήμερα, το χτες

 

Κάπου εκεί ανάμεσα συλλογιζόμουν, τάχατε να υπάρχω;

Να ζω ή να μη ζω;

Και συνωστίζονταν στα μάτια μου πολλά κι ένα ρίγος

ένιωσα στη ραχοκοκαλιά

 

Ήταν στιγμή, που νόμισα πως ξαναγεννήθηκα ή χάθηκα

Μία στιγμή άγευστη και άχρωμη· μία στιγμή σκοτάδι

Ήταν στιγμή που άρχιζε και ζούσε το μηδέν

Εκεί ήρθες, Νέα Χρονιά, βρεθήκαμε και είπαμε πολλά

 

…..

Αν και πέρασαν μέρες πολλές και πίστευα πως ξέχασα τον ερχομό σου, πως ήρθες και πως τρέχεις

καινούρια χρονιά

Σαν χτες μου φαίνεται πως ήρθες, καημένη

Κι ας πέρασαν ως τώρα μόνο είκοσι τέσσερα μερόνυχτα

Τόσες είναι οι μέρες σου ως τώρα, ω συ χρονιά,

δύσκολες, απλησίαστες να τηράξω, ν’ αγγίξω

και ν’ αφουγκραστώ την αντίπερα πλευρά

πώς σβήνεται ο αιώνας

 

Πολλές οι φορές, αμέτρητες ως τώρα,

που πάνω του έχτισα όνειρα πιο εφικτά

και πιο απλά κι απ’ τα πουλιά

Που όμως χάνονται στη γρήγορη πορεία

Στο γρήγορο πέρασμα της μέρας και στο αργό της νύχτας

Και σβήνουν όλα, γρήγορα,

σαν τ’ άστραμμα μιας καταιγίδας

Μέσα σ’ ένα βαθύτατο, άγνωστο ορίζοντα και σκούρο

Μα να, όμως που είχα ξαναρχίσει να καρτερώ

έναν ακόμη ερχομό

Αυτόν, Νέα Χρονιά μου! Τον δικό σου!

 

Ω ναι, θαρρώ σα να ’ταν χθες

Τόσο κοντά τη νιώθω εκείνη τη στιγμή σου

Κι ακόμα πιο κοντά νιώθω και τις παλιές

Μέσα σε κείνες τις ώρες του δικού σου και δικού μου

εκκρεμές

Να έρθεις, να μην έρθεις,

να σε καλωσορίσω ή να σε αφορίσω

Δεμένος ήμουνα σφιχτά με μια αόρατη αλυσίδα

Με τη χρονιά που χάθηκε όπως κι οι πιο παλιές

 

Ό, τι που πρόλαβα και μπόρεσα να σπάσω τον κλοιό

Αυτόν που με παρέσυρε μαζί σα να ’μουν ένα δείγμα

Και κρύφτηκα κάπου εκεί, ξέρεις εσύ, στην ώρα μηδέν

Ανάμεσα στα σαρακοφαγωμένα δοκάρια του κατωφλιού

Εκεί με κομμένη την ανάσα περίμενα να δω

πού θα πάει και τι θα κάνει

αυτή η χρονιά που έφευγε κι αυτή που θα ερχόταν

  

Κι ήταν σα να γύρισα το ημερολόγιο τ’ ανάποδα 

Έμοιαζα λες κι ήμουνα εκτελεστής μιας ιεροτελεστίας

ή ένας φακίρης

κάνοντας πειράματα στο βάθος του μηδέν

Φακίρης, είπα, εγώ, εγώ που δεν ξέρω τίποτ’ άλλο

από το να σε υμνώ και να σε καρτερώ;

 

Κι όπως σε περίμενα εκεί στο γνωστό μου καρτέρι

με τις σκέψεις μου, μ’ αδημονία ακράτητη,

με δέος, μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια και χτυποκάρδι

Θαρρούσα πως θα ’βλεπα μπροστά μου

ένα μεγάλο αλώνι που όλο θα βάραινε,

θα μεγάλωνε και που θα έκλεινε αργά

Μέχρι που να, κάποια στιγμή τα κατάφερα να δω

αυτό που φαντάστηκα στ’ αλήθεια

Εκτός από μένα κι εσένα

Βλέπω ομάδες, ομάδες ανά δέκα λες κι ήταν στρατός

και μια, την τελευταία, που συγκροτούνταν τώρα

Όλες μαζί μαζευτήκανε στο μεγάλο αλώνι

χαράζοντας σε σκούρο αβάκιο

η μια ομάδα την αναφορά της άλλης

Και αυτό όλο γέμιζε, γέμιζε ασφυχτικά

Για να δω και σένα, Νέα Χρονιά, πως έχεις βάλει κιόλας

το δαχτυλάκι σου, φοβούμενη μη μείνεις απ’ έξω

καταγράφοντας πάνω μου τις συφορές

 

Σκέψου! Η ταχύτητα κι ο φόβος σ’ έχουν επηρεάσει

ή σ’ έχουν δαμάσει οι ανάρμοστες προσαρμογές

Τρέμεις στη σκέψη μη μολυνθείς απ’ τη θηριωδία

των ανθρώπων

Άφησαν όμως και για σένα λίγη μεριά κι άλλες μια-δυο μεριές, που θα κλείσουν κι αυτές μετά από σένα

 

Και προετοιμάζουν να σε καλοδεχτώ

Βούιζε ο τόπος σαν συναγωγή, περιμένοντας μ’ ανείπωτη αγωνία να ολοκληρώσουν τον γύρο του αιώνα

Για να δουν τι και πώς θα ’ναι ο άλλος

κι αν τελικά θα ’ρθει

Τα τελευταία χρόνια δείχνουν άγρια, σκληρά

και κακομεταχειρισμένα για να τον γεννήσουν

Απ’ τα μεγάλα βάσανα -για την ορολογία των ανθρώπων-

και απ’ τα «άλυτα» προβλήματα,

για την επιστήμη του αιώνα

 

Πώς θα τα δει άραγε αυτά τα τραύματα ο άλλος αιώνας;

Κι εσύ τρέχεις, τρέχεις να προλάβεις τη μεγάλη

συνεδρίαση που άρχισε εδώ και δεκάδες χρόνια

Κι όπως τρέχεις σαν άνεμος, παρασύρεις φύλλα

και δέντρα

 

Ω ναι, γρήγορα θα περάσει ο καιρός κι όπως χάθηκαν

τα πρώτα σου εικοσιτέσσερα μερόνυχτα,

έτσι θα χαθούν και τ’ άλλα

Θα προλάβεις, Νέα Χρονιά;

Άραγε θα ’χεις την υπομονή να καταγράψεις

ό, τι σου πούνε και ό, τι σε φορτώσουν;

 

Θα προλάβω τάχα κι εγώ να αφήσω πίσω μου τον δικό μου απόηχο να σέρνεται σαν κατάρα,

αγκαλιασμένη με μύριες άλλων ανθρώπων;

Όλες οι χρονιές, που ως τώρα πέρασαν,

μοιάζουν σαν δίδυμες, οι καημένες

Και να που συναχτήκανε και πάλι,

τώρα στο προβασίλεμα ετούτου του αιώνα

 

Κι ήρθες κι εσύ Νέα Χρονιά τρέχοντας αλαφιασμένη

Αλλά κι εγώ πάντα έτρεχα· όλα τα χρόνια της ζωής μου έτρεχα να προλάβω τι; Ό, τι μπορούσα το ’κανα

Μ’ αντάλλαγμα μονάχα τη φθορά μου

Μέχρι που πια σταμάτησα κι άλλο δεν ξανατρέχω

Το μόνο που αφουγκράζουμε, το γέρικο κατώφλι

που άρχισε πια να τρίζει και σκέφτομαι πολλά

Κι ένας παράξενος οίστρος που μοιάζει σαδισμός,

με έχει συνεπάρει

Και ψιθυρίζω μοναχός, τι;

Δε θέλω να κατέχω κι ούτε να θυμάμαι

Μα όμως τρόμαξα με μιας, τι πήγαινα να κάνω;

Και γρήγορα έσβησα μέσα μου κεριά αναμμένα

που άναψαν, δεν ξέρω πώς, κι όλες μου τις κατάρες

Και ετοιμάστηκα σαν κάτι να περίμενα

 

Κι εκεί, που νόμισα πως είχα ξεχαστεί

κι ήθελα να ξεχαστώ απ’ όλους, απ’ όλα κι από μένα,

άκουσα, εσένα φίλη μου Νέα Χρονιά, τη φωνή σου

Σκέψου! Σ’ είχα πια ξεχάσει, σ’ είχα παραμελήσει

Χρόνια τώρα στην επανάληψη. Τι να ’κανα;

 

Από κοντά είχα ακούσει τη φωνή σου

και σα να ’χα δει τη σκιά σου

Τρανή, δε την χώραγαν τα μάτια

Μα αυτή χώραγε όλο τον κόσμο

Μέχρι που ένιωσα, εδώ, δίπλα μου και την αναπνοή σου

Και τη σκιά σου είδα πλέον ζωντανή,

εκεί στη σκοτεινή γωνιά που είχα σωριαστεί

 

Με σκούντησες και ξαφνιάστηκα, όπως ξαφνιάστηκες

κι εσύ σαν άκουσες το παραλήρημά μου

Σιγόπαιξαν τα μάτια μου από συνήθειο και φάνταζαν

σα να ’ταν μια αυγή που σκέφτονταν με στοχασμό

πως θα ’φερνε ακόμη ένα ταξίδι

Όπως σκεφτόταν και τον ορίζοντα,

αυτόν που θα ’χε ο ήλιος

Ουφ! Απελπίσου, σου είπα βαριεστημένα και βούλιαξες

στη μοναξιά σου για ν’ ακούσεις

αν έχεις τη δύναμη και τους ρυθμούς τής ψυχής σου

Ό, τι καλύτερο κι αμόλυντο έμεινε και υπάρχει 

Μέσα απ’ το πέπλο μιας καταχνιάς,

τα μάτια σου είχα αντικρίσει που ’κρυβαν έναν ήλιο

Έναν ήλιο χλωμό και ξεπλυμένο σαν από θειάφι

Και σαν αυγή, που μόλις κείνη τη στιγμή είχα φανταστεί,

είχα θαρρέψει εσένα

Μέσ’ απ’ τα σκουρόσταχτα σύννεφα, αργά να ξεμυτίζεις

Και μια πορεία που πήγαινε να κλείσει,

τότε εσύ ν’ ανοίγεις

Είχα πια συνειδητοποιήσει πως ήμουν και υπήρχα

Μέσ’ απ’ τον ήλιο σου, που ’βγαινε βαθιά απ’ την καρδιά σου κι όλο δυνάμωνε

Θέρμη είχε απλωθεί σ’ όλο μου το κορμί

κι έλιωσε την πάχνη που είχα στην ψυχή

 

Με προκαλείς, σου είχα πει, Νέα Χρονιά

που έρχεσαι και τρέχεις, μόνο τρέχεις

Με προκαλείς, σαν μάγισσα φιλάρετη, άκακη και σοφή

που λίγες απομείνανε, χάνεται του κόσμου μας μορφή

Σαν αδηφάγος σε κοιτώ και στήνω τ’ αυτιά μου

Μάτια και νους σε ψάχνανε κι η τρίχα μου σηκώθη

Λωρίδες ξεθαμπώματος βγαίναν απ’ τη ματιά σου

Κι ένιωθα την ανάσα μου μαζί και την καρδιά μου

πως πάλλονται στα λόγια σου, μες στον ορίζοντά σου

 

Μου ’λεγες εσύ και σε θωρούσα εγώ σαν χείμαρρο

που ό, τι μπροστά του βρίσκεται, όλα τα καθαρίζει

Μου ’λεγες, μου ’λεγες  κι εγώ μόνο ανατρίχιαζα

απ’ τη βροχή των λόγων

Κομμάτι γη εγώ, που όλο διψά, που πάει πια να καεί

Μιλώ κι εγώ, μα δε χωρούν τα λόγια μου ν’ απλώσω

Μοιάζεις για χρόνος που ’ρχεται και φέρνει προσδοκία

Μα κι αν δεν είσαι χρόνος, τρανός είσαι ορίζοντας,

πλατιά η αγκαλιά σου.- Έτσι σε θάρρεψα στα μάτια μου,

που πήγαιναν να κλείσουν-

Κι όπως μου μίλαγες, το χέρι σου απλώνεις να το πιάσω

Άδειο το είχα δει, ανάλαφρο σαν ίσκιο 

Ν’ ακούσεις πίσω κοίταξες, απούθε τάχα έρχονταν

μια βουή

Κι ένιωσα να ’χεις μέσα σου κι εσύ μια ταραχή

Πίσω κοιτούσες, όχι μπροστά, θυμάσαι το αλάτι,

δε θες να ξαναρθεί!

Κι είχες χαμογελάσει απλά και χάθηκε η πάχνη

-βλέπεις, Νέα Χρονιά μου,

αν και πέρασαν εικοσιτέσσερα μερόνυχτα

πώς τα θυμάμαι όλα; 

 

Και στην ψυχή μου και σ’ όλα τριγύρα μου

καθώς τα αόρατα χέρια σου άπλωσες όλα ηρέμησαν

Το άγγιγμα του χεριού σου πάνω μου

μυστήρια ζεστό και απαλό

Και η φωνή σου ακούγονταν γλυκιά σαν θαλπωρή

Σαν μύλος μου ανακάτεψε το άδολο μυαλό

Και οι αισθήσεις μέσα μου, που είχαν ναρκωθεί

Με μιας ξαναβλαστήσανε, μου δώσανε ζωή

 

Μου ’λεγες, κι ακούω και τώρα, και σκιρτώ

 

Το χρόνο θα φρενάρουμε μαζί

Τον ήλιο θ’ ανατείλουμε ξανά απ’ την αρχή

Μαζί θα δώσουμε στην άνοιξη πνοή

Στ’ άρρωστα φυσικά στοιχειά θα δώσουμε ευχή

Αντίβαρα θα γίνουμε για την ισορροπία που άρχισε

να γέρνει

Και την αγάπη των ανθρώπων που πάει πια να χαθεί

Στα χέρια μας θα δώσουμε ξανά απ’ την αρχή

 

(Από τη ποιητική Συλλογή «Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή)

24.01.1996