creece

Last up date
15.11.2018

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Ιστορίες απ’ το μαντρί του Μήτρου (22ο)

Διαβάστε! Φίλες και φίλοι, δικτυακοί και μη, κοντινοί και μακρινοί, εσείς οι δώθε και οι κείθε ποιητές και λογοτέχνες των πέντε Ηπείρων, στα φιλικά μέσα που με φιλοξενούν, για σας το έχω γράψει. Διαβάστε! Στο φθινοπωρινό φευγιό του 2018, στο Νέο Συλλογικό Ποιητικό Ανθολόγιο, «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ», θα βρείτε και τη δική μου ιστορία-αφιέρωμα…, που κάποιοι από σας πολύ αγαπάτε…, που σπάει το ζοφερό και πληκτικό περιβάλλον, μπείτε στο βλάχικο πνεύμα της στάνης, αφουγκραστείτε...

«Λα τούς αρμίνλι χαιρετίματι, μπεεε! Εδώ μαντρί!* 

*σε όλους τους Βλάχους χαιρετισμούς...»

και απολαύστε την. Περιμένω τα σχόλιά σας).

Ιστορίες απ’ το μαντρί του Μήτρου (22ο)

«Ραδιοφωνικός Σταθμός Ράδιο FM 2000 Αρμάνος»

Φθινοπωρινό θεατροποιητικό βουκολικό ευθυμογράφημα

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα από τη βουκολική σειρά: «Ιστορίες απ’ το μαντρί του Μήτρου»(αρχή 07-10-1997). Το μαντρί του Μήτρου, βρίσκεται στον ορεινό όγκο της Πίνδου, στο χωριό Αργιθέα στην περιοχή των Αγράφων του νομού Καρδίτσας. Είναι εκσυγχρονισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Από ράδιο, τηλεόραση, διαδίκτυο, φωτογραφικές μηχανές, κάμερες, ασύρματα και κινητά τηλέφωνα, δορυφορικό, υπολογιστές και διαθέτει και «Ραδιοφωνικό Σταθμό Ράδιο FM 2000 Μήτρος!»

«Εεε! μπεεε! Εδώ ράδγιο, Μήτρος! Εδώ το ράδγιο, Μήτρου!
Εκφωνητής και ισόβιος ο τράγος άνευ φίλτρου,
σας ομιλούμε στις γνωστές συχνότητες κυμάτων
κλεφταράδων ομολόγων των μεγάλων κομμάτων…»

 

Μετά από πάρα πολλά χρόνια, διάφοροι λόγοι της κρίσης, ανάγκασαν να μεταναστεύσει το μαντρί με όλα τα υπάρχοντά του και ο δρόμος της εγχώριας μετανάστευσης τερμάτισε στην προγραμματισμένη μαγευτική περιοχή του ίδιου ορεινού όγκου της Πίνδου· στα χιλιοτραγουδισμένα χωριά του Ασπροποτάμου του νομού Τρικάλων. Κοντά σε έναν θείο του Μήτρου, τον μπάρμπα-Κίτσο με πολύ βιός, ο Μήτρος και ο τράγος, ένα ιδιαίτερο τραγί εξευγενισμένο άριστα στην τεχνολογία, με πολύ μεράκι και αγάπη, έστησαν το καινούριο τους μαντρί κολλητά με ένα μαντρί του μπάρμπα-βλάχου και όμοιο με της Αργιθέας. Όλα τα μηχανήματα στήθηκαν και τέθηκαν σε λειτουργεία και μία αλλαγή στο ραδιόφωνο που έκανε ο τράγος και ενθουσιάστηκε ο βλάχος, ήταν στα εγκαίνια που πρωτοακούστηκε: «Ραδιοφωνικός Σταθμός Ράδιο FM 2000 Αρμάνος» και όχι μόνο στην περιοχή του Ασπροποτάμου. Μαζί με τη χαρά του βλάχου, σείστηκαν μαντριά, τράγοι και γιδοπρόβατα, τσοπαναραίοι κι όλη η περιοχή. Ο τράγος, είχε εγκαταστήσει σε κρυφά σημεία ορισμένα μικρόφωνα, τα οποία με τηλεχειριστήριο θα τα ενεργοποιούσε όταν σε μια συνάντηση «τσελιγκοτραγουμάνων» στη στάνη ή ό, τι άλλο θεωρούσε ότι έπρεπε να βγει στον αέρα, άσχετα απ’ το κανονισμένο ωράριο λειτουργίας του Ραδιοφωνικού Σταθμού, πατώντας ένα κουμπί, το «Ράδιο Αρμάνος» θα αντηχούσε στα γύρω μαντριά και χωριά, λαγκάδια και λιβάδια.

Έτσι μια μέρα πριν τα εγκαίνια με τις αλλεπάλληλες δοκιμές και τις αντιρρήσεις του Μήτρου ότι δεν ήταν σωστό να παρακολουθούνε το μπάρμπα του, ο τράγος με λόγια που μάθαινε απ’ το διαδίκτυο κατάφερε να του αλλάξει γνώμη και πάτησε το κουμπί:

      • 01
  • «Μπεεε!» Κάνει ο Κουτσοκέρης* καλώντας το κοπάδι       (* κολλητό τραγί του τράγου)
  • που βόσκαγε ανέμελο σε κοντινό λιβάδι.

    «Κοσιέψτε γίδες κατά δω, ο τράγος θα μιλήσει    

    στη στάνη, που μαζώχτηκαν η αρμάνους θα δακρύσει».

        • 02
  • «Καλό, κακό Μήτρο μ’ κουτέ, δε βλάφτουμε κανένα
  • μπουρεί να κουβεντιάσουνε για τίποτις κλεμμένα

    κουντά να λαβ’σ τα μέτρα σου το βιος να λογιστής

    του μπάρμπα-Κίτσιου, βούλπε*πονηριές να τσ’ ακροαστής».     βούλπε*αλεπού

        • 03
  • Αυτά του είπε ο τράγος του και, Στοπ! τώρα πατά 
  • κι ο Κουτσοκέρης φώναξε, «αρμάνε, φαφλατά».      

    «Αμ! Τι θαρρεί η βλαχόγερος πως θα μας αφεντεύ’»      

    λέει η Μαρίκα η κάτασπρη κι ο Μπάκος* τη χαϊδεύ’.         (* κολλητό τραγί του τράγου)

     

     

    Από τις πρώτες κιόλας βδομάδες η εγκατάστασή τους δίπλα από μια στάνη του βλάχου, παρόλο που ο τράγος προς ένδειξη σεβασμού και αφοσίωσης προς τα υπάρχοντα του βλάχου και του ίδιου, η ιδέα αλλαγής του σταθμού από «Μήτρος σε Αρμάνος» ήταν αποκλειστικά του τράγου, κάτι δεν πήγε καλά. Για τον βλάχο, μπάρμπας του Μήτρου, το μόνο ενδιαφέρον του ήταν πως να αυξάνει τις παραγωγές στις κτηνοτροφικές μονάδες του με όσο το δυνατό λιγότερα έξοδα και από κει και μετά ας καίγεται ο κόσμος. Ο Μήτρος με τον τράγο διατηρούσαν μεν τους κλασικούς καβγάδες τους, αλλά δεν έλλειψε στιγμή το ενδιαφέρον τους για την καταστροφική κατάσταση της χώρας. Για τον τράγο  το θέμα που τον απασχολούσε ήταν το ακροατήριο. Τα πρόβατα που δεν καταλάβαιναν τίποτα, ήταν έξω και πέρα από το μαντρί, γι’ αυτό και η δημιουργία του ραδιοφώνου, όπου τον Μήτρο τον ξεγέλασε και ξόδεψε πολλά λεφτά, για να ενημερώνονται, τάχα μου, όλα τα μαντριά της περιοχής.

    Στο μεταξύ ο Μήτρος απογοητευμένος από τον Τσίπρα ερωτοτροπεί προς τη ΝΔ και με τον μπάρμπα του, τον Κίτσο, παλιός βασιλόφρονας, ο οποίος εξακολουθεί να πιστεύει στο βασιλιά και πάντα βλέπει στη φαντασία του ένα δαμάλι να πνίγετε στο αίμα. Επιπλέον γνωρίζουν πως είναι στεγνός καταπιεστής στους τσοπαναραίους του, σε κάτι ταλαίπωρα ανθρωπάκια της δικής του παράταξης και κάμποσοι Βορειοηπειρώτες που του δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί και κοιμόντουσαν σε αχούρι, τον παράτησαν. Ο δε τράγος, παρά το ότι έχει αηδιάσει και κουραστεί από την όλη κατάσταση με κάτι μνημόνια, με κάτι αιώνιες δεσμεύσεις της δημόσιας περιουσίας, με τις φοροσφαγές, με το σκοπιανό που το θεωρεί εθνική προδοσία, με τις φωτιές στην Αττική στο τρίτο δεκαήμερο του Ιούλη 2018, με την διπλωματική ρήξη των Ελληνορωσικών σχέσεων, μετά των 170 ημερών αποφυλάκιση από τους Τούρκους δυο ελλήνων αξιωματικών, την Αυγουστιάτικη λήξη των μνημονίων, των Συριζαίων την Ιθάκη, τον Συριζαίϊκο ανασχηματισμό της 28ης Αυγούστου 2018 και τώρα με τον μπάρμπα βλάχο και τις «μοναρχοχαζαμάρες» του, έτσι έλεγε ο τράγος, μένει σταθερό κουκούδι. Στο ράδιο κρυφά και πεταχτά εκεί που ενημερώνει τα των μαντριών διάφορα νέα και πληροφορίες, μέσα από την αχώριστη ατζέντα του, βγάζει τα απωθημένα του πετώντας και κάνα δυο «μπόμπες», όπως της χαρακτήρισε ο βλάχος, όταν πληροφορήθηκε από άλλους κτηνοτρόφους… το σκάνδαλο την ημέρα των εγκαινίων του σταθμού, που ο βλάχος δεν είχε καταλάβει. Πέρα από όλα αυτά οι σχέσεις με τον μπάρμπα «μπουτσόβλαχο», όπως τον έλεγε ο τράγος, δεν ήταν καλές, ούτε με το Μήτρο. Τον τράγο, από την αρχή δεν τον πήρε με καλό μάτι. Τον θεωρούσε τεμπέλη, αμετανόητο κουκουέ και προπαγανδιστή. Τον περιφρονούσε, τον υποτιμούσε και τον ειρωνεύονταν με αποτέλεσμα να αντιστρέψει την εκτίμησή του ο τράγος σε απέχθεια και σε πολεμική κι ήταν ένας λόγος παραπάνω να τσακώνεται και με το Μήτρο για τον «τραγουμάνου» και «τσαρλατάνου» μπάρμπα του. Έτσι πριν ακόμα φτάσει η μέρα των εγκαινίων πέρασε απ’ το μαντρί ο βλάχος κι είχε όρεξη για καβγά:      

        • 04
  • «Αμ! Θα σι φτιάξου ’γω παλιότραε, Κίτσου, να μη με λεν’
  • για τ’ αχαμνάς τα γίδια σ’ θα σκούζν κι ούλα θα κλαιν

    τα ψουριασμένα κέρατα σ’ θα σπείρου στα λιβάδια

    σ’ ούλα τα γύρα χουριά, μαντριά, τσι ράχες κι λαγκάδια.

         05

    Αι σιαχτρίρ, γαμώ το γνιό σ’ συμμουριτών μιλέτ’ 

    κακόχρονου να ’χεις ανψιέ μ’ κι ούλου του βιλαέτ

    τσομπάνδες, γίδια, πρόβατα κι σκ’λιά μιλάν για κουκουέ

    Μήτρου μ’ , ανίψι μ’ σε θωρώ να κάνεις μόνο, μπεεεε!».

       06

    Καθώς ο Αρμάνος μίλαγε και βάραγε την κλούτσα

    και οι φοβέρες του σκληρές, σαν συρματένια βούρτσα,

    από τη στάνη σηκώθηκε αντάρα, χλαλοή

    και όλοι οι τράγοι μονομιάς μπήκανε στη γραμμή.

         07

    Ο Μήτρος δεν περίμενε ο μπάρμπας να αγριέψει

    κι όλα τα ζώα στο μαντρί έχουνε πια θεριέψει.

    Προσπάθησε το μπάρμπα του λίγο να τον καλμάρη

    μα ο Κίτσος τώρα έμοιαζε πιότερο με μουλάρι,

         08

    αφηνιασμένο που έτρεχε στον κύρη του να φτάσει

    και το φορτίο που έσερνε στα πόδια του ν’ αδειάσει.

    Και να, τον πιάνει απ’ το λαιμό κι ο Μήτρος λαχταράει

    κι ο έρμος απ’ τον τρόμο του πάνω του κατουράει.

         09

    Ώρα να δράσει το τραγί, την προσβολή να σβήσει        

    στου μπαστουνόβλαχου οργή, πάνω του θα ορμήσει,     

    «ακούς εκεί, η μυζτηθράς, η γιαουρτοταϊσμένος»

    άφησ’ ο τράγος ψίθυρο και είναι οργισμένος.

         10

    «Μήτρο μ’» σφυρίζει στο αυτί, «μ’ αυτή την αμαρτία

    ούλα τα γίδια άγρεψαν κι έχουμε απαρτία

    τσι κερατιές εσύ θα φας κι ου Κίτσος το παλούκι

    τσι στάνες του και στα μαντριά θα ζούνε μόνο κούκοι».

         11

    «Άϊ χούι, τ’ αέρους βγάλματα, ανάθεμα την ώρα

    κακοτυχιά που μ’ έλαχε, σκουταδιασμένη μπόρα

    καθώς πουδάρι βάλατε, στα θκαμ’ τα βιλαέτια

    με κουκουδιές με μπλέξατε κι με πλειάδες αίτια.

         12 

    Ένας τσουμπάνος, γάιδαρος, μι πέταξι στα μούτρα

    λόγια που δε τα κάτεχα, δε τα χουράει η κούτρα

    κι ένας βοριονήπειρος μου φάν’κε για Τσάμης

    στα βλάχ’κα μου μίλαε σα να ’τανε ένας βλάμης.

         13

    Αβούτου*, μάγκρου*, μούλεε, πουλλά γίδια κατέχσ’    πλούσιος*, *αγρός,

    μουσκάρια, πρόβατα και γης μονάχα συ τα έχσ’    

    βιός σαν το θκος, μαθές, είχαν μόνου οι βασιλιάδες

    άρπαγες προυβατοκτήμονες κι ούλοι οι τσιφλικάδες».

         14

    Ο τράγος τον αγριοκοίταξε κι έβαλε μια φωνή

    τα δυο του τραγοπόδαρα τα έκανε χωνί

    πετάχτηκε ο Μήτρακλας από το τράνταγμά του

    και προς το μπάρμπα του πονηρά κάνει κήρυγμά του.

         15

    «Μπάρμπα μ’ καλέ, μπάρμπα μ’ σοφέ, σώνει το τσάκωμά σ’     

    και το τραγί στη θέση του και σ’ ούλα τα μαντριά σ’       

    κι άμα δε συμμορφωθεί κοντά μ’ θα σι καλέσω

    τα πόδια του στα κέρατα με σύρμα θα τουν δέσω».

         16

    «Χε! χε! Χούι, χούι!» Με σαρκασμό ακούγεται ο τράγος

    «Κιτσόμητρε για κάνει μπεεε και τόλμα στη μεριά μου

    το μπάρμπα θα δεις πετεινό και θα σε πιάνει άλγος,

    από των τράγων κέρατα και από τ’ αχαμνά μου.

         17

    Τουν μπάρμπα σου παράγγειλε μην είναι παλαβός 

    ο τράγος, Μήτρο μ’ μάθε το, δε γίνετε αβρός,

    στις στάνες τα φοβέρια του πλέον δε θα περνάνε        

    τα γίδια και οι τράγοι μου βλάχικα δεν μασάνε.

         18

    Μπεεε! Εδώ σταθμός, ξεχάσαμε, τ’ αρμάνου του μαντρί»,

    ο τράγος διπλωματικά πέταξε το κεντρί

    κι ο αρμάνος σαν το άκουσε τα ξέχασε με μιας

    καβγάδες, αφορίσματα και όποιας γκαντεμιάς.

        • 19
  • Πέρασε κείνος ο καβγάς, η ανακατωσούρα,
  • καλά να είναι το τραγί που ’διωξε τη θολούρα

    κι ο Μήτρος που είχε σκιαχτεί ανάσαν’ ο καημένος, 

    «με το τραΐ όποιους τα βάν’ θε να ’ναι η χαμένος»,

        • 20
  • ψιθύρισε ο ανεψιός κι ο μπάρμπας τον τηράει,
  • τις στάνες του κι όλο το βιός μονάχα λαχταράει.

    «Τσι γκαντιμιές, τσι γρουσουζιές κι ούλοι οι μπιλιάδες

    ￁￱↓￟■→← ᅵ￱￯￵ ↓￯�→￴￯￵ ↓￟■￴←* δεν θέλουμι καβγάδες».       *Οι Βλάχοι έχουν πολύ μυαλό

     

    Ήταν μια μέρα που όλοι νόμισαν πως λύσανε τις διαφορές τους, αλλά ο τράγος δεν ικανοποιήθηκε. Ο μπάρμπα-Κίτσος ήθελε να κρατά τα ηνία. Έτσι την άλλη μέρα που ο Μήτρος και ο τράγος βρέθηκαν μαζί στη στάνη ο τράγος πήρε το λόγο πρώτος πατώντας το κουμπί:

        • 21
  • «Προσοχή! Προσοχή! Εδώ ράδιο εφέ, ο Κίτσος!
  • Λα τούς αρμίνλι χαιρετίματι, μπεεε! Εδώ μαντρί!*            *σε όλους τους Βλάχους χαιρετισμούς

    Σας μεταδίνουμε εξπρές πιλοτικό με Μήτσος,

    μεσαίων κυμάτων που τρυπά σαν σφήκας κεντρί.       

        • 22
  • Εεεει! Προσοχή! Αϊ, χούι, εδώ εφέ, εκ Αρμάνου βίου,   
  • μεταδίνουμε δοκίμως εκ’ ασπροποταμιού δελτίου
    εδώ κανάλια εφέ και... τσακ! Πομπή, περί βλαχείο  
    το Ράδγιο φεμε του Μήτρου μας, θα πάει στο αρχείο.

        • 23
  • Τυριά, μυτζήθρες, γάλατα, του βλάχου τα μανάρια
  • γίδες, προβάτες και βοσκοί και ούλα τα κριάρια

    εδώ θε να ’ρθουν, στο σταθμό, να τον επροσκυνήσουν

    κι αν δούνε τίποτα στραβά μακριά να τον προγκίσουν.

        • 24
  • Εδώ ομιλεί το ράδγιο εφέ, βουνίσια πηγή,
  • εδώ τραγί, εδώ μαντρί, εδώ ραδγιοεκπομπή

    μετάδοση αρμάνιων κυμάτων κι ασυρμάτων,

    εκ βλαχοσυχνοτήτων των δεξιών κομμάτων.

        • 25
  • Ούντρα* λάμα, ούντρα λάμια, τ’ ασπροποταμιού αστέρας  (*βοήθεια)
  • γίδια αργιθεάτικα στον στίβο της παντιέρας

    μπήκαμε, μη σκιάζεστε, τον βλάχο αφουγκραστείτε

    τα λόγια του της σήμερον καλά συλλογιστείτε…»

     

    Κάτι περίεργα παράσιτα μπήκαν στη συχνότητα, όταν ο Μήτρος αντιλήφθηκε ότι βρίσκονταν στον αέρα άρπαξε το τηλεχειριστήριο και πάτησε το κουμπί: «ΣΤΟΠ!»

        • 26
  • «Προυβουκάτορας είσι γιε μ’, τι πράματα είν’ αυτά;
  • Καμουματιές κι άλλες ζαβουλιές να μας τα λες μετά.  

    Είπαμι να ’χουμε σταθμό να λέμι για τσι στάνες

    να στέλνουμι τα μ’νήματα χωρίς βρισιές, κοτσάνες».

        • 27
  • «Χούι, χούι, Μήτρο μ’ τσέλιγκα, κακό χρόνο να ’χει
  • θαρρώ κι αγρήγορα, μαθές, η μπάρμπας στήνει μάχη,

    αλλιώς μου φάν’κε στου μαντρί, εκεί στην Αργιθέα,

    κι αλλιώς μας συλλογάτ’ ιδώ στ’ Ασπροποτάμου θέα.     

        • 28
  • Ακόμα και οι γίδες μου τουν πήρανε χαμπάρ,
  • εψές βράδυ στου μαντρί που έψαχνε για μουσκάρ,    

    αντάμα μ’ έναν μακελάρ’ τήραγαν και τις γίδες   

    ποια ήταν νια, ποια ήταν γριά, Μήτρακλα δεν τους είδες».

        • 29
  • «Τραγί, θαρρώ τα παραλές, η μπάρμπας είν’ εντάξ’
  • τσέλιγκας μι τα ούλα του κι ούλα τα ’χει αλλάξ’

    τσι άδειες στάνες από ζα τσ’ έχει ζωντανέψ’ 

    και τσι τσοπαναραίους του, τσ’ χει νοικοκυρέψ’».

        • 30
  • «Μήτρο μ’ τι σε καρτεράει, δεν το πήρες πια χαμπάρι
  • κι άμα λίγου τουν τσουγκρίσεις; Μπαμ! Θα κάνει, θα κλατάρει!  

    Τσι γιδούλες, μην αφήνεις, προβατίνες και τραγιά,

    στα τυριά, στα γάλατά μας, μην αλλάζεις τη μαγιά».

        • 31
  • «Τράγε μ’ στο ’πα από καιρό, άφκε τσι θεωρίες
  • του μπάρμπα μ’ τουν ενοχλάν που λες κατηγορίες

    κουμματικά μη του μιλάς, το μάτι του θολών’   

    κι αν του μιλάς για κουκουέ το αίμα του παγών’».

        • 32
  • «Τον κακόκαιρο του αρμάνου κι του λόους σου μαζί      
  • που κι εσένα σε ’χει γελάσει και σε πέρασε γαζί

    σόνι και καλά να γένεις βασιλόσπερμα κι εσύ

    και σε κέρναγε κοψίδια κι απού βαρελιού κρασί».

        • 33
  • «Σαν πουλλά δεν αραδιάζ’ για τουν μπάρμπα μ’ κι εμένα
  • κουκουδοτραί φταρμένο, π’ ούλα τα ’χεις πια χαμένα

    κι ούλου να μας αντραλίζ’, με κουπόνια, φημερίδες

    πάρτε κόσμε, λες και σκούζεις, θα σας φάνε οι ακρίδες».

        • 34
  • «Τέλους πάντων, τέλους πάντων, αίμα σ’ είναι τι να πεις;
  • Τέτοιου μπάρμπα σαν τουν βλάχου στη ζωής μη ματαδείς.

    Το σκατό του να ξεραίνει να το τρώει το πουρνό

    το πουγκί του να μετράει, μόνος πέρα στο βουνό.

        • 35
  • Χμμ! Μπεεε! Μήτρο μ’ που ξεκούτιανες βγες απ’ τσι πονηριές
  • η μπάρμπα σου στις φύτεψε σα να ’ταν χουρμαδιές           

    μ’ αυτές, Μήτρακλα μ’ τσέλιγκα, αλεπουδογβαλμένε,

    αγριογκορτσές σε βγήκανε, μ’ αγκάθια παθιασμένε!»

        • 36
  • «Άμ, εσύ τραί δεν τρώεσε, με τίποτις, βλαμμένε,
  • φταίου ιγώ που σ’ άκουσα παλιοκουκουδιασμένε.   

    Η αρμάνος η αρχουντόβλαχος που τον περιγελάς

    μηηη! Θα τουν λες μωρ’ τσέλιγκα μ’, τα κέρατα μ’ χαλάς.

        • 37
  • Θα τουν φρικάρεις κάπουτις και θα σι μουλοχήσ’
  • Μήτρο μ’ θα λες, βοήθα μι, η μπάρμπας θα με σβήσ’

    κι γω τράγε μ’ αναρχικέ θα λέου αλλού βροντά

    μη σε θωράω, παλιότραε, παένου στουν οντά».

        • 38
  • «Χμ! Μήτρακλα κάνε μου μπεε! Θα δεις πως σ’ έχει στρίψει
  • τη Δέσπω*, Μήτρο, μήνυσε να ’ρθει για να σε τρίψει,         (Δέσπω* σύζυγος του Μήτρου)

    που το κορμί σου κόντυνε, δε το θωράς, καημένε

    και την ψυχή σου πούλησες στο μπάρμπα σου στριμμένε.

         39

    Αχ! Βρε Μήτρο που τον βρήκες, στο ’χα πει, τον δυστυχή        
    άδειος είναι σαν κουφάρι κι η ψυχή του μοναχή.

    ᅮ￟■￴₩←, £￰£ ■￯� ￳-£■￴£￱£ = Το αίμα, δεν γίνεται νερό,

    μου ’λεες κάθε στιγμή, είν’ του μπάρμπα μ’ το ιερό».

        • 40
  • «Τράγε δεν είναι όπως τα λες και μη μ’ αδικάς
  • καλά, αχαμνά και δίκια τα θες ούλα δικά σ’

    τουν μπάρμπα μ’ τουν αγαπώ ίσαμι ούλα τα γίδια

    και για τα σένανε κρατώ ένα σακί καρύδια».      

     

    Βέβαια ο Μήτρος και ο τράγος ήταν δεμένοι με περίεργα συναισθήματα και τα μαλώματά τους λειτουργούσαν σαν δυναμωτικές ορμόνες. Πάραυτα τα συμφέροντα της δουλειάς, τα κουμάντα του Μήτρου και του τράγου προς τις γίδες του, ο βλάχος τα αξιολογούσε ως συμφέροντα για τις κτηνοτροφικές μονάδες του και συχνά νέρωνε το κρασί του υποχωρώντας. Αυτό το χρέωσε ως αδυναμία του ο τράγος και δε τον σκιάζονταν, όμως η συμπεριφορά του βλάχου ήταν πολύ χειρότερη από του Μήτρου με τους τσοπαναραίους του στην Αργιθέα. Το μόνο που ταίριαζε σε αυτή τη σχέση ήταν που ο Μήτρος με το μπάρμπα του  συμφωνούσαν στα κόμματα. Κάποια στιγμή η εσωτερική βιντεοκάμερα δείχνει να πλησιάζει ο βλάχος αναπάντεχα στο μαντρί κι ο τράγος κόντεψε να πλαντάξει:

        • 41
  • «Τι του κοράκου μαύρισμα του ’γινε η ψυχή του
  • της μέρας το ξεκίνημα το έκανε αρχή του

    και τα γκαφάλια, άμα τα πεις, για κάνα ¬←￱ ̄￝￱←*                     *μάλωμα

    θα φύγουν ασυζητητί σαν το τρελό τ’ αγέρι».

        • 42
  • «Καλά, καλά μη χολοσκάς, μην τουν χουιάζ’ κι ας κράζ’
  • άφτουν να λέει, αυτός τ’ ακούει κι μαναχός στενάζ’

    ούλοι τουν ξέρουν στα χωριά πως είνι μυγιασμένος

    για στάνες, γιδοπρόβατα γι’ αυτά είνι πλασμένος».

        • 43  
  • «Μπούνε τζούε* λέει ο βλάχος όταν μπήκε στο μαντρί         (*καλημέρα)        
  • και των ζωντανών η τρίχα τα τρυπάει σαν κεντρί.

    «Κουμ χίι;* Ρωτάει τα γίδια κι ο τράγος τον τηράει                 (Πώς είσαι;)

    κι όπως ήταν σε μια άκρη άρχισε να κατουράει.

        • 44
  • ᅪ￴← ￴￯￵ ￟■←↓£* Σας χαιρετώ μι ούλους σας τ’ ασκέρ’              (*Από καρδιάς)
  • τ’ Ασπροποτάμου τα τραϊά σας στέλνουνε χαμπέρ’.

    Να ’στε καλά κι καρπερές, κι η στάνη ν’ αβγατύνει

    κι απού θροφές σας, γίδες μου, καμιά σας δε θα μείνει.

        • 45
  • Κουμ χίι; Τραγί απ’ χόντρινες καθώς ήρθες κουντά μας  
  • καλό φαϊ, ύπνου πουλύ τα βρήκες στουν οντά μας.

    μόνου κουβέντις τσαμπουνάς κι ούλα τα μαυρίζεις

    σπουλάτ’ δεν έχσ’ πανάθεμά σ’  κι όλου μουρμουρίζεις.

        • 46
  • Τράγε ιδώ τεμπέλιασες, σκατό, ύπνο, ταγή,
  • αλλιώς τα ’λεε η Μήτρος μ’, τώρα μι πιάν’ οργή

    απ’ έχσ’ του νους στα κόμματα, τσι ράδγιο εκπομπές,

    χούι! Χούι! Παλιοτραί τσι μέρες σου, γλέπω πουλύ θαμπές.

        • 47
  • Τσουκ! Τσούκ! Άντε και θα χαθώ στου τράγου παραμύθια
  • ποτέ δε λέει λόια σωστά ούτι καμιά αλήθεια

    πώς το μποράει η Μήτρος μου που χρόνια τον αντέχ’

    όχου, μανούλα μου γλυκιά, τ’ ανίψι μ’ πέρα βρέχει.

        • 48
  • Χούι με τσι τραγουζαβλιές κι έχου δλειές να κάνου
  • τράε γκαραγκουνόπλασμα μαζί σου δε τα βάνου

    αναπουδιά που μ’ έλαχε, σαπού να μολοήσω,

    ούλ’ τη βλαχιά ξεμυάλ’σε, μα θα τουν απολύσω.

        • 49
  • ᅬ￵￳↓￰ᅵ ̄↑ ￰￯￵￱￟￴￳ ￴£ ￳￴← ↓￝↑¥* στ’ αφτιά κι στ’ αχαμνά           *Θα βάλω ψύλλους να σε φάνε
  • να πιλαλάει κατ’ τσι πλαγιές, τσι στάνες να περνά

    κι οι γίδες να τουν γλέπουνε, να μι παρακαλούνε   

    Κίτσου μ’, να λένε κι να κλαίν’ τον τράγο να ζητούνε.

        • 50
  • Άιντες, μη σας χασουμεράου κι η μέρα σας χαθεί
  • Νι ασουντά κούρλου, βα αλαξιάσκα κιρόουλου*                       *Μου ίδρωσε ο κώλος, θ’ αλλάξει ο καιρός

    Θαρρώ ταχιά στα μέρια μας απ’ έχν ξεραθεί

    βροχή θα ρίξει ου θεός στη γη να αναστηθεί».

    Όπως γρήγορα φάνηκε στο μαντρί ο μπάρμπα-Κίτσος και τους αιφνιδίασε, έτσι έφυγε σαν σίφουνας χτυπώντας πίσω του την πόρτα αφήνοντας το Μήτρο σαν άγαλμα και το τραγί να φυσά σαν μπλάρι.

        • 51
  • «￁￯�￱→£ ￶￯�￱→￯￵ ￳' ￶￯� ̄↑£ ■←↑￯↑￟￱→￯￵* μ’ αυτό δεν περνά   *Φωνάζει ο κλέφτης να φύγει ο νοικοκύρης
  • από θέση τραγουμάνου περπατάει και ξερνά,

    αμ, θα πάθεις μπάρμπα-Κίτσου το ρεζίλη της ζωής

    στο τραγί τσι Αργιθέας δε μπορεί να ’σαι νταής».

     

     Την ημέρα των εγκαινίων ο βλάχος είχε καλέσει στη στάνη του και τους κτηνοτρόφους της περιοχής. Εκεί, ο βλάχος μετά το ακουστικό σήμα του σταθμού: «Ραδιοφωνικός Σταθμός Ράδιο FM 2000 Αρμάνος

        • 52
  • «Προσοχή! Εδώ Ράδγιο εφέ απ’ του Κίτσου το κεντρί
    ᅨ£ ￴￯�￴￲ £￱↓￟■→← ￷£←￱¥￴￟↓£￴←* απ’ το βλαχομαντρί.              *σε όλους τους Βλάχους χαιρετισμούς
  • Στη ροή της εκπομπής μας με τον βλάχο απ’ τη βλαχιά   

    από του Ασπροποτάμου τα κρουστάλλινα νερά.
                                                   53

    Εδώ τραγί του Μήτρου του Κίτσου ραδγιοεκπομπή

    σας ομιλεί το ράδγιο εφέ, βουνίσια πηγή,

    μετάδοση βραχέων κι ακροδεξιών κυμάτων

    και σε πυκνές συχνότητες μπλε και μαύρων κομμάτων.

        • 54
  • Εδώ πομπός, εδώ μοχλός, ο  ενημερωτικός         
  • εκπέμπουμε με εννιά μποφόρ και ξεκαρδιστικός  

    με πέντε τόνους μέγκαβατ να ευχαριστηθείτε

    κι υπομονή, περικαλώ να συμπαρασταθείτε.

        • 55
  • Μπεεεε! Προσοχή! Αϊ, χούι, εδώ εφέ, τ’ αρμάνου βίου,
    παρακαλούμε ν’ ακουστεί του Κίτσου του δελτίου
    εδώ κανάλια εφέ και... τσακ! Πομπή, περί βλαχείο
  • ο βλάχος τ’ ασπροποταμιού μας έφερε λαχείο.»

     

    Μια σπρωξιά του Μήτρου σταμάτησε τη φόρα του τράγου και ο Μήτρος παίρνοντας το μικρόφωνο αναφέρθηκε στους σκοπούς του ραδιοφώνου, ακούστηκε κι ένα δημοτικό τραγούδι στα βλάχικα που ο βλάχος το είχε επιλέξει και απαιτήσει να ακουστεί στο ξεκίνημα. Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο οικοδεσπότης, ο οποίος λόγος του περνούσε από τον έλεγχο του τράγου που διαχειρίζονταν το τεχνικό μέρος του ραδιοφώνου και κατά την κρίσι του, ο λόγος του βλάχου πού και πού έβγαινε στον αέρα. Πήρε το μικρόφωνο ο βλάχος, ξερόβηξε κάνα δυο φορές, φταρνίστηκε μια φορά και ακόμα μια κι ένα μακρόσυρτο και δυνατό «ααααψουύ» συνοδευόμενο από το κοροϊδευτικό και παρατεταμένο βέλασμα της στάνης, ξεχύθηκε στις πλαγιές και στα φαράγγια, κατηφόρισε προς τον κάμπο, ανηφόρησε στα βουνά της Αργιθέας, το άκουσαν τα δυο μεγάλα παιδιά του Μήτρου που την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να κρατήσουν το μαντρί του πατέρα τους, γέλασαν και τα δυο γαϊδούρια του βλάχου και τ’ άλογα των μουσαφιραίων άρχισαν να γκαρίζουν και να χλιμιντρίζουν με το φτάρνισμα. Φταρνίστηκε κάμποσες φορές ο βλάχος, υγροποιήθηκαν μάτια και μύτες και με δυσκολία τα έβαλε ενάντια στο βήχα και στον τράγο χωρίς να περάσει από το νου το ότι ο «Ραδιοφωνικός Σταθμός Ράδιο FM 2000 Αρμάνος» ήταν σε λειτουργεία.   

     

        • 56
  • «Ανάθμα το γονιό σ’ παλιόβηχα κι μ’ έκανες ρεζίλ’ 
  • τσι μύτες μ’ μαζωχτήκανε τσι άνοιξης οι γύρ’            

    ούλα τούτα τα σύνεργα αρρωστημένα θα ’ν’  

    θάρρεψα, στα ρουθούνια μου, σα να τα γαργαλάν’.

        • 57
  • Ωιμέ, τραγί αργιθιάτικο, έχ’ς κάτ’ κατά νου;
  • Λες κι έχω μες τσι μύτες μου αγριόχορτο βουνού

    κάτι γνωρίζεις απ’ αυτά, δε με γελάς ιμένα

    αλίμονο σ’, γερότραγε αν τα ’χεις συ φτιαγμένα.

        • 58
  • Γκούχου! Γκουχ! Άιντε παλιότραε, άνοιξε ν’ ακουστεί
  • τούτο το ράδγιο, όπως το λες, τ’ Αρμάνου σαν βρουντή

    στ’ Ασπροποτάμου τα μαντριά, στα ντάμια και στις ρούγες           

    στις στάνες να κοπιάσουνε, θα φλέψουμε αντζούγιες…

     

     

    Βάιος Φασούλας 02-28 Αυγούστου 2018