creece

Last up date
20.08.2007

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

Αντιπαραθέσεις για το επίμαχο βιβλίο της Ιστορίας.

-Α φ ι έ ρ ω μ α-

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

Στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γενικότερα της «Παγκοσμιοποίησης» εντάσσεται, δυστυχώς, και η Ιστορία των λαών-μελών τής πολύπαθης Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Μεγιστάνες του πλούτου και μεγαλοκαρχαρίες που καταβροχθίζουν πολιτισμούς και αξίες, καθορίζουν τις τύχες των λαών-μελών «στήνοντας» μια «νέα Ευρωιστορία» από τον 8ο αιώνα και μετά (εποχή Καρλομάγνου), άδεια από ψυχή και κάλλος, από ιδανικά και έπη, όπως και η δική μας, πλούσια Ιστορία, του Ελληνικού Γένους. Μια Ιστορία μερικών χιλιάδων ετών, η οποία «ενοχλεί» τόσο από τις φιλοσοφικές ρίζες και επιστήμες των Αρχαίων προγόνων μας και τους επαναστάτες μας του χ ί λ ι α  ο χ τ α κ ό σ ι α ε ι κ ο σ ι έ ν α  όσο και από τα νεότερα έπη του 19ου και του 20ου αιώνα. Και αυτές οι ιστορικές και λαμπρές περγαμηνές του λαού μας, στην τραχύμαλλη γλώσσα του καπιταλισμού μεταφράζονται σε αέναη «κατάρα» ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Η Ελλάδα ενοχλεί, ο πολιτισμός της ενοχλεί, η ύπαρξή της αποτελεί κίνδυνο για τις αγορές των βαρβάρων, γι’ αυτό και βάλλεται όχι μόνο από ξένους παράγοντες αλλά και από τους ίδιους, εν Ελλάδι Έλληνες. Άλλως πώς να εξηγήσει κανείς την τόση εμμονή του Υπουργείου Πολιτισμού και γενικότερα της παρούσας κυβέρνησης να κάνει τέτοια «άλματα» και με τα ψαλίδια των ονάγρων κούρων να «κουρέψει» την Ιστορία…

Την αφορμή γι’ αυτή την άποψη, ο γράφοντας την είσπραξε από πρόσφατο σχόλιο  καθώς διάβαζε στο  διαδίκτυο, άρθρο του διακεκριμένου και οξυδερκή δημοσιογράφου-συγγραφέα από τη Νέα Υόρκη Διονύση Κονταρίνη, με θέμα «Το βιβλίο της Ιστορίας». Οι μαρτυρίες που καταθέτει από πρόσωπα του συγγενικού του περιβάλλοντος που έζησαν τις δραματικές εξελίξεις είναι συγκλονιστικές και ασφαλώς το μεγάλο μήνυμα που βγαίνει είναι ότι οι Έλληνες έχουν υ π ο χ ρ έ ω σ η   να θυμούνται την Ιστορία τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι «όταν θυμούμαι μισώ». Άλλο πράγμα να προσπαθείς να ενταχτεί η Τουρκία στην περιβόητη Ε.Ε. και άλλο πράγμα να γίνεσαι παραχαράκτης στη δική σου Ιστορία. Άλλο πράγμα ο εθνικισμός-σωβινισμός και άλλο πράγμα ο πατριωτισμός. Κι αυτό το λέμε διότι διαβάζουμε στο διαδίκτυο από την επικεφαλής της ομάδας του βιβλίου της Ιστορίας κ. Μ. Ρεπούση μεταξύ άλλων και τούτα:

«Μπορεί να υπήρξαν αστοχίες, αλλά δεν υπήρξαν ιστορικά ατοπήματα στο βιβλίο Ιστορίας της Στ' Δημοτικού…», αλλού τονίζει ότι, «οι αντιδράσεις προήλθαν από «συντηρητικούς, δεξιούς και εθνικιστικούς κύκλους» και αλλού υποστηρίζει ότι, «Το βιβλίο άντεξε στις πιέσεις των ακροδεξιών κύκλων και όσων έστερξαν στη βοήθειά τους. Χαίρω ιδιαίτερα που οι υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, αν και σπάνια συμφωνούν, συμφώνησαν στην υπόθεση της επανέκδοσης του βιβλίου».

Δηλαδή, κατά την άποψη τής κ. Μ. Ρεπούση, μερτικό στην ιστορία έχουν μόνο οι «συντηρητικοί, δεξιοί και εθνικιστικοί κύκλοι»; Και ποιες πολιτικές δυνάμεις είναι εκείνες που συμφωνούν; Τέλος πάντων. Έχουμε λοιπόν από τη μια τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα που μας μεταφέρει ο Δ. Κονταρίνης, αλλά και πάρα πολλοί άλλοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, και από την άλλη την ξεροκεφαλιά και εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης να μεταβληθεί σε «κούρο», τι άλλο τάχα μπορεί να σημαίνει από παραχάραξη της ελληνικής Ιστορίας;

Γράφει λοιπόν ανάμεσα στ’ άλλα ο Δ. Κονταρίνης, του οποίου το άρθρο του φιλοξενείται σε αρκετές ιστοσελίδες μεταξύ και του γράφοντα, http://www.fasoulas.de και τούτα:

«Είχα την τύχη να έχω έναν πατέρα, που υπηρέτησε την πατρίδα του στην εκστρατεία της Μικρασίας, έφτασε πολεμώντας μέχρι τον Σαγγάριο και γύρισε στη Σμύρνη με τα πόδια. Έζησε όλες τις τραγικές στιγμές της υποχώρησης της ντροπής. Στη Σμύρνη ήταν αυτόπτης μάρτυς της πυρπόλησης της πόλης και της άγριας σφαγής των Ελλήνων από τους Τούρκους. Έζησε σε όλο του το μεγαλείο αυτό που η κ. Ρεπούση, χωρίς κανέναν σεβασμό στην Ιστορία το καταγράφει σαν...συνωστισμό. Κατάφερε και από εκεί με τον Πλαστήρα επέστρεψε στην Ελλάδα. Από τις διηγήσεις του γνωρίζω πάρα πολλά και απορώ πως υπάρχουν Έλληνες ιστορικοί που, ενώ γνωρίζουν πολύ καλά τα γεγονότα,  έρχονται να τα αμφισβητήσουν.

Η μητέρα της συζύγου μου, τον Σεπτέμβρη του 1922 ήταν μιά κοπελίτσα, που μέσα στον.....συνωστισμό της Σμύρνης προσπαθούσε να γλυτώσει από τους βιασμούς και τα μαχαίρια των Τούρκων. Από αυτήν την πραγματικά υπέροχη γυναίκα έχω πάρα πολλά προφορικά ντοκουμέντα γιά κείνες της ημέρες στη Σμύρνη αλλά και την προηγούμενη ζωή τους με τους Τούρκους στο Αϊβαλί. Πως θα μπορέσει κανείς να αλλάξει αυτό το κεφάλαιο της Ιστορίας μας, που το έχουν γράψει με πόνο και με το αίμα τους, αυτοί που το έζησαν;»

Πριν κλείσει αυτό το σχόλιο, ας επιτραπεί στο γράφοντα να αφιερώσει ένα μικρό απόσπασμα με αναφορά στην έρμη Ελλάδα και στην τότε καταστροφή και επί τη ευκαιρία να το αφιερώσει στην συμπαθέστατη, κατά τ’ άλλα, Υπουργό κ. Μ. Γιαννάκου και στους συνεργάτες της. Β.Φ.

 

«Και πόσα δεν υπόφερε σκληρά η όμορφή μας νύφη! / Σκλάβα δεν έγινε ποτέ, κράτησε την ψυχή

Και την τιμή της δεν μπορέσανε οι σκύλοι / Να την αλλάξουν, να της βάλουν φερετζέ

 

Έμεινε αγνή όσο ποτέ και κρυφοπυρωμένη /  Σκούμπωσε τα μανίκια της κι έβαλε την ποδιά

Γιομάτη τριαντάφυλλα, με χρώματα, πουλιά   / Κι άπλωσε μες στο χαλασμό κόκκινο νήμα της φωτιάς

Στήνοντας μ’ αγκομαχητά, μιτάρια κι αργαλειό / Τα νυφικά της άρχισε να πλέκει απ’ την αρχή

Τον άρχοντά της, το Ρωμιό, προσμένοντας κοντά της να φανεί

 

Και σαν νεράιδα άπλωσε τα χέρια της πανταχού   / Με την καρδιά της που ήταν άγρια μαχαιρωμένη

Μαζί και της μητέρας μας που σπάραζε σφαγμένη  / Ω, συ μεγάλη Μάνα, ξεψυχισμένη έβγαινε η φωνή σου:

«Τρέξτε παιδιά μου γρήγορα, πριν να’ ναι πια αργά»

 

Και τρέξανε, τι άλλο τους απόμεινε να κάνουν;  /   Κι αφήσανε ξοπίσω τους μια μαύρη χαρακιά

Κι αφήσανε ξοπίσω τους πιτσιλωτές σκιές  / Άλλες που ήτανε νωπές κι άλλες πιο παλιές

Και πήρανε τους οφθαλμούς μέσα σε άγριες νύχτες  / Προς όλα τα σημεία ξεκίνησαν με ορμή

 

Μάγοι που είχανε μέσα τους δώρα της λευτεριάς  / Κάπου να τα φυλάξουνε από την καταχνιά

Εκείνη την απάνθρωπη που ’φερε τη μαυρίλα  / Κι έφερε και την κόλαση μ’ ανείπωτη μανία

Και μια ευχή πλανιόταν απάνω απ’ τα κεφάλια  / Που ’φευγε απ’ τα στόματα όλων των Ρωμιών!

 

Άστρα στερνά π’ αστράφτετε, μη σβήσετε στιγμή  / Μα αν τύχει όμως και σβήσετε, θα σβήσει όλη η ζωή!

 

Πάνω στην ύστατη στιγμή που θέριζε ο χάρος /  Κι έμπηγε το μαχαίρι του πάνω στη Λευτεριά

Με τις φωνές π’ αλύχταγαν σαν λύκοι οι μανιασμένοι / Και χάλαγαν στον τόπο μας μανάδες και παιδιά

Και ταπεινώναν σαν θεριά, χωριά και εκκλησιές

 

Μέσα σ’ αυτό το στρόβιλο, σ’ αυτή τη θηριωδία  / Μέσα εκεί σε μια στιγμή, σηκώθηκες ορθή

Πρόσταξες τα ποτάμια σου να τρέξουνε στη γη  / Προς όλους τους ορίζοντες να βρούνε τη ζωή

Αχτίνα έγινες γι’ αυτούς και διάβηκες παντού /  Μέσα απ’ τον ήλιο πέρασες, απ’ τα άστρα, το φεγγάρι

Φωτίζοντας με χρώματα λευκά και γαλανά /  Και έκρυψες τα μαύρα σου, κόκκινα και ωχρά

Και το σταυρό σου χάραζες, με κλώνους και χρυσά

 

Στα πετρωμένα μάτια τους, τους έδινες ζωή  / Τα παγωμένα τους κορμιά τα έντυνες εσύ

Δέντρα τα νιώθαν και γυμνά, που ’τρεμαν στον αγέρα   / Κι όλα τα φύλλα της καρδιάς ήτανε ματωμένα

Σαν ποταμοί μες στη ζωή, δέσανε τις Ηπείρους. Κι εσύ!  / Μια αχτίνα κι όλο διάβαινες, μ’ αγάπη κι αρετή

 

Άλλοι τράβηξαν προς τα εδώ και άλλοι κατά κει  /  Κι άλλοι τραβήξανε πιο βαθιά, Βορά κι Ανατολή

Τρομάρα που χαντάκωνε και έκοβε τα ποδάρια   / Φτερά φυτρώσανε με μιας, πικρή ήταν η βουή:

 

«Μακριά, μακριά αδέρφια, να φύγουμε μαζί   / Τόπος να είναι αλαργινός κι ας είναι ξενικός

Γρήγορα θα ’ρθει ο καιρός, θα ’ρθει η άνοιξη, θα ’ρθει»

 

Κι όλους τους πόνους σφίξανε, βαθιά μες στην ψυχή τους   / Και μες στα μπογαλάκια τους, μαγιά της Λευτεριάς

Την είχανε για φυλαχτό, μαζί και το Χριστό / Και πήρανε τα μάτια τους, χάθηκαν σαν πουλιά

Άλλοι με τρένα π’ ούρλιαζαν τις νύχτες σαν στοιχειά  / Άλλοι καράβια πήρανε, που βόγκαγαν βαριά

Και άλλοι κόψανε πιο κοντά, με πόδια διαλυμένα / Τη Λευτεριά σημαία τους, σηκώσανε ψηλά

Ήταν οι μέρες που ο Θεός, εθύμωσε πολύ /  Κι έγραψε στα κατάστιχα την πιο τρανή πληγή…»

(Απόσπασμα από το: «Στους ρυθμούς της Διασποράς -Πόλη Φύρτη  30.11.95 - 23.12.1995) 

(Από την ποιητική Συλλογή «Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή»).

 

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα –Αύγουστος 08 2007 pelasgos@fasoulas.de http:\\www.fasoulas.de