creece

Last up date
19.04.2011

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Η Α Φ Η Γ Η Σ Η Τ Ο Υ Π Α Π Π Ο Υ

ΑΠΟΛΛΩΝ Β.Φ. 09.03.1997

Αφιέρωμα από το Βάιο Φασούλα

Λόγου για το ότι ντρεπόμαστε για όλους αυτούς που σαν δούλοι εργάστηκαν και συντέλεσαν για τη σημερινή δραματική κατάσταση της πατρίδας μας, για τις γιορτινές μέρες της Λαμπρής, για τις φίλες και φίλους παραθέτουμε τον «παππού»

όπου και αφιερώνεται στη μνήμη του παππού μου Ζήση και στη γειτονιά μου, Βαρούσι-Τρίκαλα, στη μνήμη του μικρού μας ήρωα Βασίλη Κουβέλα (πρόσφατα αναγνωρίστηκε), στο σταυροδρόμι της Αγίας-Μαρίας, κάτω από το κάστρο, στους Τρικαλινούς συμπολίτες και στον κάθε συμπατριώτη που έχει (είχε) κι αυτός μια γειτονιά κι ένα δικό του παππού, στον καθένα που αγαπά την πατρίδα του έτσι όπως την περιγράφει στην αφήγησή του ο παππούς, μια πατρίδα λεύτερη και αξιοπρεπή, δεμένη με ατσάλινους κρίκους στις παραδόσεις, στην ιστορία μας, στον πολιτισμό μας, αγαθά και αξίες που οι σημερινοί έμποροι και πραματευτάδες-γνωστοί ως «πολιτικοί»- ξεπουλάνε στο βάρβαρο τρένο της δύσης.

«EΕ» Ελλάδα, Τρίκαλα, Απρίλης 14 2011

www.fasoulas.de    

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

 

«Κάπου στη δεκαετία του εξήντα, σε κάποια φτωχά και ξεχασμένα απ’ την υπόλοιπη ύπαρξη καλντερίμια μιας γειτονιάς, φωτισμένα απ’ το φεγγαρόφως και πλημμυρισμένα απ’ τις μελωδικές φωνές των βατράχων που έφταναν  απ’ τα γύρω ποτάμια, χωραφαυλακιές και βαλτονέρια, ακούστηκε μια τραγουδιστή φωνή γεμάτη μεράκι, παράπονο και πόνο: «Γιατί με εγκατέλειψες...!» Μια φωνή που άλλοτε γίνονταν βραχνή, άλλοτε λεπτή κι άλλοτε -ήταν η φωνή του παππού- την τράβαγε βίαια, σαν να τη τυραννούσε λες κι ήθελε να βγάλει όλα όσα είχε μέσα του απωθημένα. Να ακουστούν σ’ όλη τη γειτονιά, αλλά και πέρα απ’ αυτή. Να τον ακούσει και ένας εγγονός (ένα απ’ τα πολλά εγγόνια που είχε ο παππούς) και να έρθει κοντά του. Να ακούσει και η γειτόνισσά του, επίσης μια γριούλα που ο παππούς την έλεγε «πλούτο σοφίας», η γριά-Ελένη, που καθώς ο παππούς χήρεψε, χρόνια τώρα, την είχε αγαπήσει με μια αγάπη παράξενη και άγνωστη και ποτέ δεν τόλμησε να της το πει. Είχε βρει ένα δικό του τρόπο, μια μέθοδο, να την αγαπά, να την καμαρώνει και να την θαυμάζει κρυφά και να μην το ξέρει ούτε αυτή. Για τίποτα δεν ήθελε να ταράξει την ψυχή της μακαρίτισας γριάς του, να μη δώσει δικαίωμα σε κανέναν και χαρακτηρισθεί κακόχαρος και πιο πολύ στη μία και μοναδική του κόρη, που τον κατασκόπευε ακατάπαυστα. Να όμως που καμιά φορά, μες στα γλυκόλαλα και γεμάτα μεράκια τραγούδια, ξέφευγε το όνομά της κι εκεί που ήταν να πει, «Στέλλα μωρ’ Στέλλα!» έλεγε, «Λένα μωρ’ Λένα!» και ερεθίζονταν η κόρη του και του άρχιζε έναν πόλεμο.

Κι όσο ο παππούς απέφευγε μες στα τραγούδια του να αναφέρει το όνομά της, τόσο το κουρασμένο και θολωμένο του μυαλό το ’φερνε στα χείλη: «Στέλλα μωρ’ Λένα μ! γλυκιά κοπέλα!».

Κι άλλα τραγούδια έλεγε ο παππούς, για αγάπη, για ζωή, για όνειρα και της εποχής, που ράγιζαν κι οι πέτρες.

Ακούγονταν, λοιπόν, το μερακλωμένο τραγούδι του κι ανέβαινε κουτσά, κουτσά στα καλντερίμια της γειτονιάς έχοντας για τρίτο του ποδάρι το άμοιρο δοξάρι και το αναποχώριστο λαγήνι του με κόκκινο κρασί. Κάποια στιγμή σταμάτησε να πάρει λίγη ανάσα, αφουγκράστηκε γύρα του, απέραντη ησυχία που έδωνε στον παππού πολύ χαρά και ηρεμία και σαν μαέστρος κλασικός έφερνε το δοξάρι του, που έμοιαζε σαν παραμορφωμένο τόξο, τ’ ακούμπαγε με τέχνη και κλειστά μάτια πάνω στο βιολί κι εκείνο άρχιζε να γλυκοκελαηδεί.                              

Καλοκαιριά αστραφτερή. Ολόγιομο φεγγάρι, λούστηκε ο ουρανός μ’ ασήμι και ομορφιά κι η γειτονιά, με χάρη φόρεσε το δανικό φουστάνι και άστραψε αρχοντικά στην αυγουστιάτικη νυχτιά. Μερακλωμένος ο παππούς στάθηκε μια στιγμή να παίζει στο βιολί και αφού έπαιξε λίγο και ήπιε δυο γουλιές κρασάκι, ξεκίνησε για το στέκι του.

Έφτασε κάποια στιγμή και κάθισε σ’ ένα πέτρινο σκαλί, πολύ δεμένος μ’ αυτό το σκαλί, απέναντι απ’ το σπίτι του και περίμενε το εγγόνι, που του είχε ιδιαίτερη αγάπη και εμπιστοσύνη και που τον θεωρούσε και μικρό του φίλο και εξομολογητή. Τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να λέει στον δεκάχρονο εγγονό του πολλά απ’ τη ζωή του, καθώς και τα τελευταία του σχέδια. Και αυτό το θεωρούσε ίσαμε έναν κρυφό και ιερό πόλεμο, που έκανε για τον εγγονό του. Έναν πόλεμο με αλύγιστα ιδανικά, με πολύ αγάπη και στόχους, ξεπερνώντας όλους τους δικούς του και πάσης μορφής πολέμους, που έκανε ως τώρα. Έφτασε ο εγγονός και αφού τον καλησπέρισε, φιλώντας το χέρι του, κάθισε δίπλα του. Τον κοίταξε ο παππούς, σκούπισε τον ίδρο απ’ το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο, πλατάγισε δυο φορές τη γλώσσα και σαν βεβαιώθηκε πως ήταν το εγγόνι του, άρχισε ό, τι από μέρες είχε αρχίσει κι ήθελε να τελειώσει...)

 

Ο παππούς και ο εγγονός

 

-Εσύ είσαι του λόγους, Γιαννάκη μ’ ακριβέ!

Αχ! και να ’ξερες που σ’ έφερα, παστέλια και λεφτά!

Να, να, καρτέρα να δω πού χώθηκε, ανάθεμα...

Α! χμ! χμ! να, να το, το βρήκα, πάρτο

Κάτσε, κάτσε κοντά μου, φάε και άκου

 

Κάτσε, Γιαννάκη, να σου πω ό,τι ψες και προψές αφήκαμε

στη μέση

Θαρρώ, θα προλάβω το σφύριγμα του τρένου που με καλεί

Τ’ ακούς, εσύ, αλήθεια, πώς σφυρίζει; Τ’ ακούς;

Κάθε βράδυ έρχεται στον ύπνο μου, παράξενο πράγμα,

με καπνούς και φυσήματα και φωνάζει  

Και καμιά φορά το βλέπω και στον ξύπνο μου

Φορτωμένο με λογής πράγματα, ακόμα και μ’ ανθρώπους

Κάτι μου λέει, το αναθεματισμένο και δεν καταλαβαίνω

Μήπως τ’ ακούς κι εσύ; Μήπως το καταλαβαίνεις τι λέει

ή τι, στον κόρακα θέλει;

 

Το καλό είναι… που ξέρω, μπορεί να’ ναι και κακό,

πως πολλές φορές αναβαίνω στη μαύρη και γερμένη του ράχη

Κι εκείνο τρέχει, τρέχει, γυρνώντας πίσω, πηδώντας σαν

αγρίμι, χωριά, πολιτείες και εποχές πηγαίνοντάς με, πότε

με τραβάει απ’ τα μαλλιά και πότε απ’ τα χέρια σαν άδειο

σάκο, πολύ πίσω. Κι εγώ να φωνάζω, να φωνάζω

να σταματήσει. Βαρέθηκα, ξέρεις, μου ’γιναν αδιάφορα

τ’ άδεια του πηγαινέλα. Μέχρι που με φέρνει ξανά μπροστά, να, όπως τώρα που  κάθομαι και θυμάμαι, θυμάμαι είπα,

α ναι, θυμάμαι, έλα, έλα, να στα πω

 

Να σου πω αυτά που βλέπω, αυτά που ακούω κι αυτά

που έζησα. Παντού και πάντα. Στο δώθε και στο πέρα,

στο μέσα των δαιμόνων αγκαλιά, αυτών που τώρα ζούμε

και περνάμε και έξω στον ολόγυμνο και λυσσασμένο αγέρα

Στη φωτιά και στο τσεκούρι, στη δροσιά και στο κάμα,

στον πανικό και στο τάμα, στον αφορισμό και στην ευλογία

Λιγοστή απ’ την απλοχεριά του Θεού και απ’ το μάτι του,

που δεν έφτανε ποτέ σε μένα

Και τ’ αφτί του πάντα κλειστό ή φιμωμένο από άλλων

βογκίσματα ή γυρισμένο σε άλλα αφουγκράσματα

Και τον λόγο του, όπου από παιδί περίμενα να ακούσω,

δεν τον άκουσα ποτέ και το’ χω παράπονο και καημό

Όλα σήμερα τα ’χουν πάρει οι άνθρωποι

Και να πέφτει περίσσια χυμένος πάνω μου ο ανθρώπινος

αφορισμός, παραγλυπιά (γρουσουζιά) και κατάρα

Ακόμα κι ο ανθρώπινος πόνος, δυσβάσταχτος, αδυσώπητος

Και αυτός του σήμερα και αυτός του χθες και ο πιο παλιός

-για ταχιά δεν ξέρω, μια μέρα θα μιλήσεις εσύ, Γιαννάκη μ’-

Καθώς αγρίκησα τη ζωή μου, δε θυμάμαι μια άσπρη μέρα

Κι όλα αυτά μπαζωμένα, μπερδεμένα σ’ αυτό το τρένο,

που σου μιλώ, όπου πιστά το ακολούθησα, τ’ αγάπησα,

έκλαψα μαζί του και πόνεσα. Αυτό το τρένο, για το οποίο σου μίλησα και σου μιλώ και τώρα!

 

Στο’ πα κι άλλη φορά, πως είμαι βλάχος απ’ τα ψηλά βουνά

της Πίνδου. Είχαμε γιδοπρόβατα και άλλα πολλά καλά

Ε, περνούσαμε, βολευόμασταν, φτωχά, μα ανθρώπινα

Είχαμε τα πανηγύρια μας, τις μουσικές, τους χορούς μας!

Κάτω απ’ τις τρύπιες σκεπές των καλυβιών μας,

που σκορπούσαν θαλπωρή και αγάπη,

αλλάζαμε την μπουκωσιά και τη φανέλα

Στήναμε τα οικογενειακά μας γλέντια, μεταξύ μας δηλαδή,

κάτω απ’ το φως των καντηλιών ή του φεγγαριού

και τις μελωδίες της νύχτας και ψευτοξεφαντώναμε

διώχνοντας ή ξεχνώντας τους καημούς και την αβάσταχτη φτώχεια της μέρας

 

Α! Βέβαια! Ναι! Γιαννάκη, όπως στα λέω!

Κι είχαμε, σ’ εκείνα τα γλέντια και στα πανηγύρια,

ένα τραγουδιστή! Ω! Αυτός, με τη φωνή, σήκωνε πεθαμένους και μνήματα ακόμα

Ένας σαρακατσιάνος, αν θυμάμαι, ήταν με στραβό τσαούλι

(σαγόνι) που έκανε των κοπελιών τ’ αναστενάγματα

να φεύγουν σαν πουλιά

Να τρέχουν τ’ αγόρια να ψάχνουν στα βουνά,

πάνω στα ξωκλήσια να βρούνε τον παπά  

Απ’ αυτόν τον λεβεντάνθρωπο έμαθα πολλά μουσικά

πράγματα. Καλή ώρα στην ψυχή του! (κάνει σταυρό)

Χάθηκε σαν το σκύλο στ’ αμπέλι

Τον φάγαν τα σκυλιά και τον φάγαν απάνω στο τραγούδι

 

Όλα, λοιπόν, τα χάσαμε, πρώτα με την τουρκιά,

προγκίσαμε σαν ζα, δώθε κείθε ζητώντας προστασία,

από μας τους ίδιους που δεν ήμασταν κανένας

Να γλιτώσουμε απ’ το τούρκικο χαντζάρι τα τομάρια μας,

το Χριστό μας και το γένος μας

Ω! Τι να σου πρωτοπώ και τι να θυμηθώ! Σκούριασα πια! 

 

Μετά λίγα χρόνια ήρθε η λευτεριά και κοντά ήρθε πάλι

ο καταραμένος πόλεμος και μετά κι άλλος,

λες και πηγαίνουν λευτεριά και πόλεμος μαζί

Κι αυτά που λένε πως έχουμε ειρήνη, αγάπη και καταντιά

Είναι σημάδια ίδια μ’ εκείνα του Ιούδα. Είναι όλα φτιαγμένα, ψεύτικα και οικτρά, να δίνουν στον κόσμο παιδέματα

 

Θαρρώ, πως ακόμα ακούω απ’ τις μπόμπες τις εκρήξεις

π’ άνοιγαν γούρνες και γκρέμιζαν βουνά, δέντρα και σπίτια

Όπως ακούω και κείνα των ανθρώπων του πόνου βογκίγματα! Και τα τωρινά και τα περασμένα

Ούτε τον οχτρό σου να δεις, ούτε τον οχτρό σου!

Μας ξάπλωσε, που λες Γιαννάκο, μας ξάπλωσε καλά

Κι όχι μόνο εμάς. Όλο τον γκρέκικο ντουνιά

Mπροστά μας o θάνατος χόρευε διαφορετικός και με πολλά

πρόσωπα και πιότερο το θεριό της πείνας, θανάτωνε γερόντια και παιδιά

 

Ό, τι μπόρεσα κι ό, τι είχε απομείνει, τα μάζεψα με βιά

Λίγα λεφτά που είχα στο πουγκί. Μαζί γυναίκα και παιδιά

και τούτο το βιολί παίρνοντας τον κατήφορο ν’ αρχίσω

απ’ την αρχή. Βολευτήκαμε σαν φυγάδες στον τόπο μας δώθε και κείθε ψάχνοντας ασταμάτητα να δούμε πούθε βγαίνει ο απλοχέρης ήλιος

Να ζεστάνει την ψυχή μας, π’ αργόσβηνε κι ήθελε να φύγει

Και στα κορμιά μας, να τον κάνουμε να καταδεχτεί, να τα

ρίξει μια ματιά. Κι ας είχε γίνει ξένος και άπιαστος για μας

Εμείς, είχαμε τον τρόπο μας και κλέβαμε λίγες απ’ τις ματιές του. Τα πρωινά, από παιδιά ακόμα, σαν τον βλέπαμε πάνω

απ’ τις παρυφές που χάραζε τη μέρα, τα γιόματα μέχρι

τα δειλινά, που ’γερνε και μάτωνε τη δύση

Μαζί με τις αχτίνες του, λιτές, βιαστικές και μόνες,

που ήταν για μας βάλσαμο και βοτάνι

Άφηνε τη ζεστασιά επάνω στα κορμιά μας λειώνοντας

ασταμάτητα τους πάγους και τα χιόνια…

Και που ακόμα τα λιώνει!

 

Σαν ξένοι, χωρίς γη, χωρίς πατρίδα, χωρίς καμιά φροντίδα

Μέχρι που έβαλα το ποδάρι σ’ αυτή τη γειτονιά

Με μια φτώχεια μόνιμη και αγνή, όπου στραφτάλιζε αθώα

σαν το άγιο μάτι του Θεού

Με μια δικιά της ανάπνα! Με μια δικιά της ομορφιά!

Και δεθήκαμε, ακούς, Γιαννάκη μ’ τι σου λέω; Δεθήκαμε

Σταματώντας και τον ίδιο χρόνο ακόμα

Που γυρνούσε σαν κατάρα πάντα και πάνω μας

Μέσα κι έξω στην ψυχή και στα κορμιά μας

Σταματώντας στην ώρα μηδέν

Με τα πολλά γυρίσματά του, πότε άχρωμα και πότε

χλομιασμένα, ώσπου αναγκάστηκε επιτέλους, να δώσει μια μορφή, μια άσπρη μέρα

 

Με λίγα λεφτά, που είχα μαζεμένα, έκανα μια αγορά

Απ’ έναν αγιογδύτη, μασκαρά, συχωρέθηκε, ου!

Χρόνια τώρα

Λίγα μέτρα οικόπεδο σ’ αυτή τη γειτονιά, χτίσαμε δυο

κάμαρες και κάνα δυο παράγκες για γουρούνια και πέσαμε με ζήλο στη δουλειά

Σε μια γειτονιά, που αντρώθηκαν περήφανοι άνθρωποι

Σε μια γειτονιά, που τη ζήλευαν και οι εχθροί,

για να μη σου πω κι όλοι οι θεοί

Και τ’ ασίγαστο δρεπάνι της πείνας εξακολουθούσε να θερίζει

Και εύχομαι ποτέ να μη χαθεί τούτη η γειτονίτσα,

όπως χάνεται άδειο σαν κατάρα το δικό μου τρένο,

το γεμάτο από αναστέναγμα πίκρας και κλάμα

Μετά τη μάνα σου και το Θεό, να την τιμάς, να την αγαπάς,

για να μπορεί να δίνει τα φώτα, φτωχά, όμοια σαν το ξωκλήσι

τ’ Άι-λια που φωτίζει στα σκότη και περνάει μέσα απ’ αυτά,

το φως, την αλήθεια και τη γνώση

 

Μουσικάνος, ακούς Γιαννάκη μ’, έτρεχα σ’ ούλα τα

Πανηγύρια. Πρώτος και πάντα γελαστός, καλόβουλος πολύ

κι όταν γυρνούσα απ’ τα χωριά, έφερνα λεφτά κι ό,τι άλλο μπορούσα

Κι όταν δεν έβρισκα δουλειά, γινόμουνα ψαράς

Τρεις ώρες ποδαρόδρομο σ’ ένα μεγάλο βάλτο

Με τις πολλές τις βδέλλες, ώρες χωνόμουνα σ’ αυτόν

και τρύπαγαν τα πόδια μου από τις ρουφηξιές

 

Ε! παππού, αν μου πεις, τι μου τα λες αυτά;

Θε να σου πω, δεν ξέρω ή ξέρω ακόμα πιο πολλά ή και τίποτα

Χάνεται ο νους μου, Γιαννάκη, μες στο χρόνο…

Μα, μήπως κι έχει και καμιά σημασία, εκτός απ’ αυτά που σου λέω; Εσύ, άκουτα ! Κι αν σου μείνει κάτι, σου ’μεινε

Κι ας φαίνονται βαριές οι κουβέντες μου,

σαν ασήκωτες πλάκες. Είναι γιατί είναι γεμάτες αλήθεια,

μόνο αλήθεια και πίκρα

Τέτοιες σήκωσε και ο Μωησής και τις διέλυσε πάνω στα ζωώδη είδωλα, που σήμερα έχουν μεταμορφωθεί

σε ανθρώπινα τέρατα

Ωχού! Γιαννάκη, μήτε ο Θεός θα μπορέσει να βάλει τάξη!

Μήτε ο Θεός!

Κι όσο προχωράμε, ξηλώνουν τις ράγες απ’ τούτο το τρένο

Άντε, άντε να σου πω και παρακάτω γιατί, όπως σου ’λεγα,

αυτό το τρένο, τ’ ακούω τώρα και στον ξύπνο μου

Θαρρώ η στράτα του τελειώνει

 

Ο ένας γιος μου, που λες, πιάστηκε με τα γουρούνια

Τον άλλο τον έστειλα να μάθει μουζικάνος

Κι ο άλλος, ο πατέρας σου, έκανε διάφορες δουλειές

Έγινε μεταφορέας, λούστρος, λαχειοπώλης και ψιλικατζής

Και τ’ απογέματα πήγαιναν να μάθουν, άντρες πια,

δυο κλούτσες γράμματα

Όχι τίποτε άλλο, μα να ξέρουν να διαβάζουν τα χοντρά

γράμματα, πώς λέγονται κι από πού έρχονται

Να ξέρουν, βρε αδερφέ, πέντε πράγματα για την πατρίδα τους

Άσε που γι’ αυτά δε νοιάζεται κανένας και τα μαθαίνουμε

καλύτερα και σωστότερα στα πεζοδρόμια, όπως μαθαίνουμε

για την αγάπη αναμεταξύ μας και τις ρίζες μας

Και όλοι μαζί, λίγα λεφτά να μάσουμε μια κάμαρη ακόμα

για να στήσουμε, να βρούμε έναν γαμπρό να δώσουμε

το κορίτσι. Βλέπεις στην εποχή μας ζητούσαν παράδες και ζητούν ακόμα. Κι ανάρια να βάλουμε στα χέρια μας τη ροή εκείνης της ζωής

 

Πέρναγε ο καιρός σαν τρένο, ω ναι, σαν τρένο με πολλές

στάσεις πάνω σε σταθμούς, που δεν είχαν πρόσωπο

ή που είχαν, δεν ξέρω, εσύ θα μου πεις

Μας φέρνει το γαμπρό και λίγο πιο μετά έρχεται και μια νύφη

Κοντά αρχίζουν εγγονοί να φτάνουν στη σειρά

Έρχεται κι άλλη νύφη και λίγο πιο μετά φτάνει κι ακόμη μια

και γέμισαν οι τρεις κάμαρες κι όλη η γειτονιά

 

Άντες, κερά, ώρα του ερχομού, να έρθουν τα αγγόνια

Είπα μια μέρα στη γυναίκα μου κι είχα πολύ χαρά

Ο,τι εμείς δεν προκάναμε να κάνουμε με την παλιοτουρκιά,

τώρα να δούμε στα παιδιά μας, μεγάλη φαμελιά

Ήμουν περήφανος, απ’ λες, και λεβέντης

Ακούς, εγγονέ μου και φίλε μου μικρέ;

Μέσα μου είχα τ’ αγαθά της αγάπης και τη λατρεία

της φαμελιάς

Κι απ’ αυτά τα αγαθά, που λέμε, παιδιά ή φαμελιά, αμέσως κι η πατρίδα μας, θα γίνονταν καλά απ’ τις πολλές δαγκωματιές

 

Μεράκι μου κι όνειρο να δω τρανή πατρίδα όπως ήταν παλιά

Μεράκι μου να πιλαλώ, γι’ αυτή να τραγουδώ κι ούλοι να με ακούν 

Για να μη νοιάζονται οι εχθροί κι ούτε να τολμούν κάθε φορά να απλώνουν πάνω μας τα βρώμικα τα χέρια τους, να μας τρυγούν και να αλυχτούν σαν λύκοι

 

«Παιδιά πολλά να φτιάξετε!»,

με φώναξε ο πατέρας μου την ώρα που υπέκυπτε

απ’ του οχτρού το βόλι

«Κι ούλοι μαζί αντάμα να διώξτε τα σκυλιά και κάντε την Ελλάδα μας ακόμα πιο πλατιά!»

 

Πριχού ακόμη η κόρη μου γεννήσει το πρώτο της παιδί,

τρέχει και παίρνει ένα ορφανό, κάπου τρία χρονών

(Πληθώρα, Γιαννάκη, τα ορφανά. Και τώρα ακόμα πιο πολλά)

Και το περνά απ’ τα στήθια της και φώλι της το κάνει

Κι εκεί που η χαρά μας μέθυσε καλά και φάνηκε η ζωή να μας χαμογελά

Φτάνει ένα αναπάντεχο, φέρνει μια συφορά και χτύπησε

τη φαμελιά βαθιά μες στην καρδιά

 

Ο πρώτος μου ο γιος, αφού όλους περίμενε να βάλει

στη σειρά, κοντά κι αυτός να παντρευτεί, να φτιάξει καταντιά

Αρρώστια φτάνει δυνατή, μες στο Μεγαλοβδόμαδο

του φεύγει η ψυχή. Τον θυμάσαι, α όχι! Δεν τον πρόλαβες

(ο παππούς σκουπίζει ένα δάκρυ)

Αποδιοργάνωση γερή, κάναμε σαν τρελοί

Ετούτος ο χαμός, μας ήταν ξαφνικός

Η μάνα, η γυναίκα μου πιο πολύ, κατάπινε χολή, από στιγμή

σε στιγμή αρρώσταινε βαριά και μια ημέρα το πρωί

μας έφυγε κι αυτή

Και το τρένο που εξακολουθούσε να πιάνει τους σταθμούς,

σταματούσε και φορτώνονταν με πένθος και πίκρα 

 

Πέρασαν λίγα χρόνια φέρνοντας μια, κάποια ηρεμία

και κείνες τις πληγές, αγγόνια διαδέχτηκαν, ήρθε πάλι η ζωή

Μέχρι ένα πρωί, βρήκαμε το γαμπρό στον ύπνο τον παντοτινό

Κι άλλη μια μαχαιριά έφαγα στην καρδιά

Μου ’φυγε η μιλιά και τρέμαν τα ποδάρια

Όπως οι καλαμιές, που σκίζει ο αγέρας όταν περνά ανάμεσα

μ’ άχαρες ιαχές και γονατίζουν προσκυνώντας το θεριό

Έτσι κι εγώ, το λογικό μου, αχ! Να ’ξερες! Σάλεψε στο λεπτό

 

Πολλή δουλειά για να ξεχνώ και τις βραδιές τις πέρναγα με λίγο κρασί βουτώντας το ψωμί

Έτσι θάρρευα, πως έτρωγα τον πόνο ολάκερο και μοναχός

Μήτε μαρτύρους κάλεσα ποτέ στους μυστικούς μου δείπνους

Κι αν έβαζα ένα στεφάνι, θα ’μοιαζα το Χριστό

Βαρύτερος ο πόνος μου και πιο μεγάλος

Μα εκεί επέμενα και με κάνα τραγούδι τον ξεχνούσα

ή τον νάρκωνα στη ζάλη της στιγμής

Μέχρι που ξαναγυρνούσε, άγριος, δυναμικός, ολοκληρωτικός

κι εγώ τον τραγουδούσα. Τι άλλο τάχα να ’κανα;

 

Έτσι κάπως ξεπέρασα εκείνα τα φαρμάκια

Λίγο κρασί, λίγο βιολί και κάμποσα τραγούδια, τα πιο πολλά

μου έρχονταν εκείνες τις στιγμές

Και όταν πια μεθούσανε κι αυτά, γύρναγαν με λαβωματιές,

ξανά, ακούς, στα μύχια της ψυχής ακόμα πιο πικρά

Κάμποσα τραγουδάκια, φτιαγμένα από μένα

χιλιοτραγουδισμένα, στα δάχτυλα του ενός χεριού τα’ χα και τα’ χω μετρημένα. Τρέφομαι απ’ αυτά!

Και τώρα στα γεράματα… Χμ! πόσο χρονών λες να είμαι, Γιαννάκο; Ω! Πού να ξέρεις, τάχα ξέρω εγώ;

Μα να, τώρα στο τέλος τα μετρώ από τα δάχτυλά μου και από τις εποχές

 

Να, κοίτα, πάλι θα ’ρθει το χινόπωρο και κοντά ο χειμώνας

Να φρυάζει ο χθόνιος αγέρας και να τον αφουγκράζομαι

εσαεί πως αγωνίζονταν να διώξει την ανθρώπινη αιθαλομίχλη

Αυτή που χαλάει την ανθρώπινη ψυχή μέχρι στην εσχατιά

Μέχρι που να πάψω να τον ακούω εκεί πάνω

Αφού θα’ χει τελειώσει σωστά τη δουλειά του

 

Μέσα σ’ αυτόν το χειμώνα βλέπω τον εαυτό μου να τυλίγεται

στ’ άσπρο του σεντόνι σα να σαβανώνεται, (άσπρο, λευκό,

το ίδιο πράγμα είναι! Με γοητεύει, με κάνει σκλάβο. Είναι

ν’ αγαπάς την ίδια σου τη ψυχή κι αυτή ν’ αγαπά εσένα!)

Να γελά και να χαίρεται επιστρέφοντας στο νεκρό κέντρο

του εαυτού του. Να αγάλλομαι και να αγγελοκρούομαι

Κι εκεί θα ξαναμετρήσω στα δάχτυλά μου τις ξερές ρίζες μου και που θε να τις εναποθέσω. Κοίτα, Γιάννη, κοίτα! Θαρρώ, δυο, τρία έχω ακόμα, τα διάβηκα τα εκατό

 

Ωχού! Μεράκι μου κι όνειρο, να δω εσέ τρανό

Κι αν θέλεις να σου πω, να μα το Θεό, για σένα αγωνιώ

Γι’ αυτό ακόμα πιλαλώ, σε βάλτους και χωριά, γάμους

και πανηγύρια. Και το πουγκί μου το κρατώ, μικρό,

μα ακριβό, μονάχα για τα σένα

Να χτες, προχτές, πότε ήταν μωρέ, δεν πήγαμε για ψάρεμα μαζί; Ουφ! Μωρέ, αγγόνι μου, πλαντάζει η ψυχή

 

Κι αυτό το σφύριγμα του τρένου που ακούω τις βραδιές!

Ανάθεμα! Κουράστηκε κι αυτό εμέ να καρτερά

Μα, κράτα, κράτα και θα δεις κι άλλο θα περιμένει

Μεράκι έχω τρανό και θέλω να σε δω γραμματικός να γενείς

Να μάθεις γράμματα πολλά, να φύγεις, ανάθεμα, τη φτώχεια

τη βαριά…!

 

Σταμάτησε μια στιγμή ο παππούς. Κοίταξε τριγύρα  του. Στάθηκε μια στιγμή η ματιά του στο μικρό δρομάκι που, συνήθως, από κει έρχονταν η γρια-Ελένη. Χάιδεψε το χέρι του εγγονού και έπιασε το λαγήνι που είχε πάντα μαζί. Το άνοιξε φέρνοντάς το στο στόμα του, πίνοντας σαν κότα από λίγο και μικρές γουλιές κοιτώντας τον αστροστρωμένο φωτεινό ουρανό ή το Θεό και συνέχισε:

 

-Βδέλλες, μαύρες λεπτές και μακρουλές κι άλλες καφετιές

Της εποχής το φάρμακο, ζωή και αντοχή για τους μπαλαμούς ( αριστοκράτες)

Σπάνιοι οι βδελλοψαράδες, μετριούνται σαν κουκιά

Πληρώνουνε οι πλούσιοι καλά, μέχρι και μια δραχμή

Αρκεί να είναι η βδέλλα μαύρη σαν την ελιά ή ξανθιά,

ψιλή και μακρουλή

 

Α! Να σου πω, αγγονέ μου, αφού ρωτάς για τις βδέλλες,

για να μην απορείς. 

Αυτά τα ζωντανά έσωσαν κόσμο και κοσμάκη και έσωσαν

κι εμάς. Βέβαια! Κι ας φαίνεται έτσι, πως να το πω, βρώμικο, αστείο, παρακατιανό.  Μια δουλειά, που οι άνθρωποι

περιφρόνησαν και περιφρονούν

 

Πρωί ξυπνώ, μαζί κι εσύ πολλές φορές, Γιαννάκη μ’, ήρθες μαζί, θυμάσαι; Να πότε ήταν, χτες, προχτές, που φόρεσα τη βλάχικη στολή

Το φέσι, το σελάχι, τσαρούχι μαζί και το βιολί που το’ χω

πάντα συντροφιά σαν δεύτερη ζωή

Έναν τορβά με δυο μπουκιές, λαγήνι με κρασί, νερό για σε να δροσιστείς στην κάψα που σε πιάνει

Με το πουγκί το αδειανό και δυο σακούλες μπαλωμένες όπου

και βάλαμε το μαύρο θησαυρό. Θυμάσαι;

Πρωί, κάπου στο γλυκοχάραμα εκείνο, που ξυπνούσε

κι έφερνε στο διάβα του αγέρι απαλό

Και το τεμπέλικο τραγούδι των τζιτζικιών δεν έλειπε στιγμή

Αλλού αργά κι αλλού ξελαραγκιάστηκαν και είχανε κρυφτεί

όπου υπήρχε δέντρο και κλαρί και ό, τι άλλο δεν έκαψε

ο ήλιος κάνανε κατοχή

Κι όλο διαλαλούσαν, πως και η μέρα τούτη θα ήτανε καυτή

 

Περάσαμε το ένα το χωριό, περάσαμε και τ’ άλλο

Και μερικοί μας κοίταζαν παράξενα, χλεύαζαν και γελούσαν

Κι ώσπου να φτάσει ο ήλιος ίσαμε μια πιθαμή,

φτάσαμε πια στο βάλτο

Με μια ζέστη πλατιά και αποπνικτική, σαν να είχαν μαζευτεί

του κόσμου τα καμίνια και λιώναν το σίδερο

Κι ένας λίβας, που μόλις άρχισε να φυσά, πιρούνιαζε κιόλας

το μεδούλι μας, καψαλίζοντας τα μάτια μας και τα τσίνουρα

Χαρά που είχαμε κι οι δυο! Και θαρρώ να το νοάς κι εσύ!

 

Πράσινος και χλωμός κι αιώνια κοιμισμένος, γεμάτος από

σάλωμα, βούρλα, ραγάζια, πλίσκα και με στρατιές με

επιθετικά κουνούπια

Και τα πουλιά να ορμούν απάνω τους και να τα χάφτουν

Τις φωνές των βατράχων, σαν να τις ακούω ακόμα στ’ αφτιά μου, όπου στήσανε μόνιμη συναυλία και παίζανε φανταστικά το αιώνιο τροπάρι τους!

Κάμποσες νεροχελώνες δίναν τα πνιγμένα τους μπάσα και πέρα, απ’ την άλλη τη μεριά, κάμποσοι πελαργοί κροτάλιζαν τα ράμφη τους με χάρη και καμάρι 

 

Θυμάσαι, Γιάννη, τι όμορφα που ήταν!

Πως κάτσαμε κατά γη, ξεφορτώθηκα τα πράγματα

και βοήθησες;

Πρώτα το σελάχι μου, κοντά τη φουστανέλα και πήρα

Αναπνοή. Μου ’βγαλες και τα τσαρούχια

Μετά βιολί, πουγκί, τουλούμι, σακούλια και τορβά, σα να ’ταν εικονίσματα τα’ βαλες στη σειρά κάτω από μια σκιά

Ω! Πόσα χρωστώ σε σένα!

Ω! Πώς ζω πάντα μαζί σου την ευτυχία και τη χαρά!

Κι αυτή την αγαλλίαση, που νιώθω στην ψυχή, πάντα την

έδωνες εσύ

 

Το ’δες εκείνο το τρανό νερόφιδο, καθώς κοιτάγαμε πριν μπούμε στο βάλτο, πως κολυμπούσε γρήγορα - γρήγορα και κοιτούσε, λες και καταλάβαινε την ταραχή, που θα ’ρχονταν σε λίγο. Και κολύμπαγε δώθε κείθε κι ανάμεσα στα βούζια

Πώς ακούγαμε το ξωτικό πανηγύρι γύρα μας;

Πώς ακούγονταν και οι ανάπνες μας, που σφύριζαν απ’ τον τρόμο που μας έφερε το φίδι;

Και κείνος ο βρωμοκόρακας, που πέταξε περνώντας

από κοντά μας κρώζοντας και χάθηκε απότομα πέρα απ’ τα βαλτονέρια και τον έγρουξα άγρια κουνώντας το δοξάρι

Αϊ σιχτίρ’ βρε κιαρατά, γρουσούζη! Αι στα τσακίδια απ’ εδώ,

τράβα στο δαίμονα, σαν να τον βλέπω και τώρα μπροστά μου και να τον ακούω να κράζει σα να λέει κατάρες

Και που άρχισες να γελάς στο στραπατσάρισμα εκείνης της

γαλήνης, που μας δημιούργησαν κοράκια και φίδια

Και που την ξαναφέραμε πάλι κοντά μας

Όταν απ’ το τραγούδι μου φύγαν όλα τα ξόρκια,

έτσι τα θάρρεψα εγώ, Γιαννάκη, ξόρκια ή χτικιά,

που θέλαν να μας σκιάξουν

 

Και το κατρακύλισμα του κρασιού στο ξερό μου λαρύγγι

φλόγισε το κορμί κι εσένα την ψυχούλα

Και με κοίταγες ω ναι, πως σιγοτραγουδούσα!

Και σε κοίταζα κι εγώ με την ακροματιά μου

Και σε θαύμαζα όπως και τώρα σαν σπάνιο θησαυρό

Κι απ’ τις χορδές μου ξέφευγαν τα πιο λιτά πουλιά

Άσπρα τα θάρρευα εγώ, σαν να ’ταν περιστέρια

Και ξαναλάλησε στο λαρύγγι μου ο γκαργκουλιάγκος

Καθώς το κρασί τον περόνιασε βαθιά και γλυκά

Κι άρχισα, κι ανάθεμα και μένανε και κείνον,

να γλυκοτραγουδώ

Το αγαπημένο μου τραγούδι που’ ναι οργή και ευχή

Και έλεγα και άκουγες και γέλαγες εσύ     

Και τ’ άϋλα δάκρυα μέσα μου αφήναν χαρακιά

Δεν φτάνουν έξω για να βγουν

Κι αν βγουν καμιά φορά, όπου κι αν βρίσκομαι,

ξεραίνονται με μιας

Για να μου δίνουν μια γυαλάδα και θαμπάδα

Και να μου δείχνουν της ζωής το πρόσωπο ωμό

Αυτό που εγώ το λέω πάντα τρένο. Άγριο, σκληρό

και αυστηρό, πάρα πολύ πικρό

Όπου απ’ την αρχή, καθώς αγρικώ, μου βάλανε, πήγα,

δεν ξέρω, στο τελευταίο βαγόνι  

Που δεν έβλεπα τίποτα, δεν άκουγα τίποτα παρά μόνο

τα συρσίματά του και τα σκοτάδια του

Αδύναμη η καρδιά μου να τ’ αντέξει

Μέχρι που κάποια στιγμή, σα να ξεκόλλησε μια σανίδα,

εκεί καθώς κόντευε να φτάσει στον τελευταίο του σταθμό,

είδα ένα άστραμμα και φωτίστηκα

Και έγινε τόσο γλυκό και απαλό, που δε με νοιάζει

αν συνεχίσει. Από την ύπαρξή σου, αγγόνι μου, αγγελούδι, καθώς σ’ αντικρίζω

Βλέπω να υπάρχω ακόμα εγώ και να χάνεται εκείνο...

 

Άντε, άντε και να πω το τραγούδι μου

Αυτό που έλεγα εκεί στις καλαμιές και άρεσε και σένα

 

Γιατί με εγκατέλειψες, πώς βάσταξε η καρδιά σου

Πώς ημπορώ, μα το Θεό, για σένανε να πιω τρανό φαρμάκι

Δίχως ν’ αφήσεις μια ευχή ή κάποια πεθυμιά

Σε βρίσκω ένα πρωινό στου χάρου αγκαλιά

Αχ! και να είχα βάλσαμο για τούτη την πληγή!

Αχ! και να είχα βότανα για τούτη την ψυχή!

Πώς μ’ άφησες κι ανάθεμα τον άτιμο το χάρο

Αυτός που σε ξελόγιασε κι έκανε κόλαση τη γη

Να καίγομαι, ο άμοιρος, δίχως διακοπή!

 

Είδες πώς το ’φερε η στιγμή, πάλι να σου το πω

Και μη μου πεις ότι δεν μ’ αφουγκριέσαι, Γιάννη

Μα κάτσε, κάτσε εσύ και τρώγε το παστέλι

Κι ας γυρίσουμε πίσω στο βάλτο την ώρα που τέλειωσα

το τραγούδι και άφησα το κρασί στη γη

Σταματώντας έτσι το λαρύγγι μου κι ο γκαργκουλιάγκος που είχε κινηθεί λίγες φορές μέσα απ’ το πανιασμένο του πετσί,

σα να ’κανε γυμναστική ή σαν να ’ταν ακροβάτης

Εκεί σταμάτησα βιολί, κρασί και όλα τα μεράκια

Πέταξαν από μέσα μου παράπονα πολλά

Και συνέχιζαν ασταμάτητα γύρω μας του βάλτου μελωδίες

Μέσα σ’ εκείνη τη γλυκιά την ερημιά, μόν’  το αδάμαστο

στοιχειό της φύσης επικρατούσε!

Η γοητεία, η μαγεία και η εμορφιά! 

Σε πανηγύρι αληθινό το είχαν μεταβάλει

Τενόροι ασίγαστοι οι βάτραχοι, άλλο πράγμα και κείνοι,

ποιος θε να παραβγεί!

Και τα τζιτζίκια τρογύρω μας μερακλωμένα, είχανε ενταθεί

Και μες στη ζάλη τη γλυκιά, ο ήλιος είχε καρφωθεί τρεις

πιθαμές στον ουρανό ψηλά, χύνοντας το χρυσάφι του

που ’φερνε τεμπελιά

 

Άντε παππού! Άντε παππού, μου είπες δυνατά, θα ’ρθει ξανά

η κάψα. Θα ζεσταθούνε τα νερά κι αντί για βδέλλες ακριβές,

θα πιάσουμε νεροχελώνες, βατράχια παρδαλά!

Ωχουουού! αγγόνι μου καλό και πως αστόϊσα!

Φτου! Να με πάρει η οργή! Σου είπα, και σηκώθηκα

 

Σταθήκαμε μια στιγμή κι οι δυο κοιτώντας τα νερά

Μπροστά μας οι σκιές μοιάζανε σαν αετοί που ετοιμάζουν

τα φτερά να πέσουν με ορμή,

το θήραμα να πιάσουν που είχε εντοπιστεί

Μπλατς! Μέσα βρισκόμαστε με μιας

Κάναμε τον περίπατο, στη λούγκη και στα βούζια

και να ξυνόμαστε στις ψηλές καλαμιές, όπου μας έκρυβαν

Κι απ’ τα πολλά γυρίσματα μέσα στα βαλτονέρια, μιλιούνια κολλήσανε στα πόδια μας οι βδέλλες

Και μία απ’ αυτές, καθώς έψαχνε μια φλέβα ανύπαρκτη πάνω μου να βρει. Κολλά στη γάμπα του ποδιού μου ρουφώντας ασταμάτητα μέχρι και το πετσί μου. Και είχα βάλει τις φωνές

Ωχού! Τέτοια συμφορά και τέτοιο ρεζιλίκι, που’ χα πάθει,

δεν έχω ματαζήσει

Μέχρι που έφτασες κοντά εσύ και πέταξες τη βδέλλα πέρα

στην καλαμιά

 

Έτσι, μετά από κείνο το ρεζιλίκι

Αργά και με βήματα που κόλλαγαν στη λάσπη, βγήκαμε μια ώρα αρχύτερα γεμάτοι από βδέλλες

Άλλες ξανθές, άλλες μικρές και μακρουλές κι άλλες χοντρές

που μοιάζανε σαν μπράσκες

Κι εκεί έξω απ’ του βάλτου τα νερά, τις χωρίσαμε σε τσασίτια

Αυτές που θα ’φερναν για σε κάποια λεφτά

Λίγες δραχμές, κρυφά για την Ελένη

Και για την κόρη μου, λογάριασα κι αυτή

Μία οκά κρασί για μένα. Μετά από σε, η δεύτερη για μένα, ελπίδα, χαρά μου και γιορτή

 

Κινήσαμε λίγο μετά το γιόμα

Αφήνοντας θολό το βάλτο και ανακατωμένο να ξανακοιμηθεί

Κι οι βάτραχοι ακούγονταν πίσω μας πλανταγμένοι

Και τα τζιτζίκια, ζαλισμένα απ’ τον κάματο της μέρας,

είχαν περονιαστεί

Κι ο κόρακας, πού βρέθηκε, μας έκρουε ξανά, θαρρώ σημάδι ήτανε, κατάρα που σκιάξαμε τη φύση

Και μέχρι αργά, που κρύφτηκε ο ήλιος, μας πήρε το σεργιάνι

με κούραση πολύ. Σε γειτονιές με πλουσιόσπιτα κάνοντας

τα παζάρια με δεκάρες. Γιατί να κόστιζε η βδέλλα η ξανθιά, μία δραχμή και είκοσι λεφτά

Α, να σου πω, Γιάννη, και για την κόρη μ’ που νομίζεις

ότι την αδικώ. Και τι δεν έκανα γι’ αυτή σ’ όλη μου τη ζωή!

Και κάνε κατά δω να σου το πω στ’ αφτί

Βλέπεις, εσέ σε προίκισε ο Θεός κι έχεις φιλοτιμιά

Πάντα ρωτάς, τι κάνω και πώς τα περνώ

Έχω ταή, έχω κρασί, πονάει το κορμί μου

Πάντα ρωτάς κι η μάνα σου κι ο πατέρας σου, ρωτούν συχνά

Κι είναι αυτό για μένα, η πιο τρανή χαρά

Για της ψυχής μου τα βάσανα, δεν θέλω, κάνω εγώ κουμάντο

 

Μα αυτή η κόρη μου, βρε αδερφέ, μου παίρνει τα λεφτά

Και εσύ μου λες, έλα παππούλη μου καλέ, και μη τα παραλές

Κόρη σου είναι κι αυτή και είναι, όλοι μας είμαστε,

τάχα εσύ δεν ξέρεις, πάρα πολύ φτωχοί

Κι εγώ σου απαντώ πως φτωχοί, φτωχοί, ναι,

αλλά να κάνουμε και καμιά δουλειά

Κι όχι βρήκαμε τον παππού και έχουμε λεφτά

Άσε που έτσι ή αλλιώς πάντα της δίνω

Μα το άρπαγμα, μένει άρπαγμα και βλάπτει

Και που’ σαι, Γιαννάκη, ποτέ ως τώρα δεν έστειλε ένα παιδί

κοντά μου. Εν’ αγγόνι μου ή μια αγγονή που θα’ θελα πολύ

Να μίλαγα, να, όπως μιλώ με σένα

Να τα ’δειχνα την περηφάνια μου που θα ’ταν η δικιά τους

Να, όπως με σένα. Να πάμε και στα πανηγύρια

Να πάμε και στο βάλτο να βγούμε και στο παζάρι

να πουλήσουμε το καζάντισμα

Ε, πώς να το κάνουμε, βρε αδερφέ!

Δεν είναι μόνο που μου παίρνουν τους παράδες, οι αγιογδύτες

Μετά μου λένε πως τα ’φαγαν οι φιλενάδες μου, το κρασί,

τα τραγούδια μου κι οι ποντικοί

Μου φέρνουν γρουσουζιά

Αλλά τέλος πάντων, δεν πειράζει, άλλαξα μεριά

 

Α, για να μη ξεχάσω, άκου και να θυμάσαι, μιας και μας

το ’φερε η κουβέντα

Πίσω απ’ το μπαούλο έχει μια τρύπα ο τοίχος

Μη σκιάζεσαι, δεν την ξέρουν τα ποντίκια

Κι ούτε θα τη μάθουν ποτέ τα ανθρώπινα

Όμως, είμαστε άνθρωποι, πολλά παθαίνουμε

Να το πεις της μαμάς σου να το ξέρει και να προσέχει

Εκεί μέσα, λοιπόν… Γιαννάκη, ακούς ή μόνο τρως, τρως

και δε μ’ αφουγκριέσαι; Εκεί μέσα έχω κρυμμένους παράδες για σένα και δεν ξέρει. Κανένας. Ταχιά, που θα πας στο

τρανύτερο σχολειό, θα θέλεις και παράδες

 

Να σου πω κι ένα άλλο μου μυστικό

Εδώ στη γειτονιά τη γιαγιά-Ελένη να της λες πάντα καλημέρα

Και ο Θεός θα στο δώσει πίσω μια μέρα

Χαροκαμένη καρδιά έχει και μια ψυχή που κλαίει

Άντρα και παιδί, τους έχασε την ίδια μέρα

Λίγο πριν έρθεις εσύ στη ζωή

Εδώ, σε τούτο το σκαλί που κάθομαι, έγινε κάποτε σφαγή

και τάφος. Εδώ λάβωσαν το παλικάρι της, θ ’ταν δε θα ’ταν

είκοσι χρονών

Και κάτω στην πλατεία, την ίδια μέρα, τον πέρασαν θηλιά και τον κρέμασαν

Το ίδιο βράδυ έμαθε και τα μαντάτα για τον άντρα της

Άστα! Πονά η ψυχή μου σαν τα θυμούμαι

Ήταν τότε με τους καταχτητές

Ζει ανάμεσα σ’ έναν κόσμο που υπάρχει και δε ζει

Μα αυτή ζει και υπάρχει

Και φτάνει η ματιά της πέρα απ’ τον ήλιο και πάνω

απ’ τ’ αστέρια. Και φτάνει η ακοή της ως και στα μύχια της πιο κλειστής ψυχής

Κι εκεί, σαν φτάνει, έχει τον τρόπο και την ανοίγει

Αρκεί να την ακούσεις έστω και μια στιγμή

Άδολη, αμνησίκακη και άσπιλη

Όταν το χέρι της τ’ αγγίξει μια φορά και το ξερό λουλούδι

μπορεί να ξανανοίξει

 

Γι’ αυτό σου λέω, Γιάννη, να της λες πάντα μια καλημέρα

Θα’ χεις να μάθεις απ’ αυτή πολλά

Είναι μια σχολή που την ακολούθησα κι εγώ

Γι’ αυτό σου λέω, Γιάννη, πόσο αγαπώ τη Λένα

Χωρίς αυτή, από καιρό θα είχε αδειάσει το κορμί μου

Αν και αυτή είναι πιο μόνη από μένα, κατάφερε να κρατηθεί

Όχι, γιατί εγώ κρυφά της δίνω καμιά δραχμή

Αυτή θα φύγει, να το ξέρεις, όταν το πει αυτή

Ενώ εγώ είχα κι εσένα

Και το’ θελα και σ’ είχα σαν φάρο στη ζωή

Μέχρι να ανοίξουν τα δικά σου φώτα

Μέχρι που άνοιξαν, ε Γιάννη, άνοιξαν, δεν άνοιξαν;

 

Ουφ! Σε κούρασα, Γιαννάκη και τέλειωσες και το παστέλι σου βλέπω και θ’ αρχίσεις να νυστάζεις

Είσαι παιδάκι ακόμα και έχεις του ύπνου την ανάγκη

Κι εγώ δε πρόκαμα ν’ αγαπήσω και να χορτάσω ποτέ

τον ύπνο. Πάντα έτσι, στα κλεφτά, τον έπαιρνα

Πεισματάρης όμως καθώς έχει ταχτεί να είναι, απόκαμε

μαζί μου. Κι άμα θα ’ρθει, θα μείνει. Ας έρθει, καιρός είναι

Κι εγώ, τι θαρρείς, Γιάννη, κουράστηκα με τα πειράγματά του

 

Ουφ! Πού πήγα και πιάστηκα μ’ αυτή την ιστορία

Τι ήθελα να σου βάλω σε σκέψεις από τώρα

Κάτσε, κάτσε κοντά μου λίγο ακόμα, όπως κάθεσαι κι άσε με

να πω το τραγούδι μου να ξενυστάξεις

Να πιω και μια γουλιά κρασάκι

Σήμερα είχαμε καλή σοδιά και θα δεις, κάποια στιγμή θα σκάσει και ο χάρος

Έλα, έλα, δώσε μου το χεράκι να το φιλήσω

Άσε με να χαϊδέψω και τα ξανθά μαλλιά σου

Να δω και τη ματιά σου, που μέσα εκεί πνίγεται ο κόσμος

Γι’ αυτό και σ’ αγαπώ και θέλω να δω να ξεφεύγεις μια μέρα

Και πριν πω το τραγούδι μου, να σου δώσω και την ευχή μου

 

Α; Τι είπες, νυσταξιάρη; Ααα!

Ταχιά, Γιαννάκη! Ταχιά θα σου μιλήσω πάλι για το τρένο

και θα σου πω πιο πολλά! Τώρα δεν προλαβαίνω!

Ακούω να καρφώνουν τη σανίδα στο τελευταίο βαγόνι και να μένει το φως απ’ έξω, φωτίζοντας τη στράτα του τρένου

Και το φωτίζεις εσύ, Γιάννη, εσύ…!

 

 Και ξανάρχισε ο παππούς να γλυκοκελαηδά. Αργά-αργά έσβηνε το κέφι, χάνονταν η αντοχή και το «γιατί με εγκατέλειψες» έμεινε στη δεύτερη στροφή. Η γαλατένια λάμψη του φεγγαριού είχε λιώσει τη γειτονιά και τη νύχτα και ο παππούς όπως ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο έχοντας στο χέρι του το χέρι του εγγονού και κοιτούσε τ’ άστρα, εκεί μ’ αυτά ξεχάστηκε, μ’ ένα χαμόγελο και με το μυαλό του πια άδειο. Όταν ο Γιάννης, βλέποντας τ’ ανοιχτά μάτια του παππού να έχουν πλημμυρίσει με ξεπλυμένα άστρα και φώναξε «μαμά», η γρια-Ελένη, μόλις ο παππούς είχε αρχίσει να λέει το τραγούδι του, είχε έρθει πρώτη. Αμέσως ήρθε και η μητέρα του Γιάννη και μόλις αντίκρισε τον παππού, έκανε το σταυρό της. Σε λίγα λεπτά μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Και ο εγγονός, που για πρώτη φορά είδε το θάνατο μπροστά του να λογομαχεί με τον παππού, είπε στη μάνα του: «Το τρένο, μαμά, το τρένο ήρθε και πήρε τον παππουλή μου κι άφησε το τραγούδι του στη μέση…

(Cadolzbourg  dem 24.01.1994 Β.Φ.)