creece

Last update
19.03.2006

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Αφιέρωμα στη Δημοτική Χορωδία Τρικάλων

(Από την ποιητική Συλλογή του Βάιο Φασούλα)

           

            Από μια ιστοσελίδα τής γενέτειράς μου, τα Τρίκαλα, http://www.fatsimare.gr/portal/index.asp, με χαρά πληροφορούμε ότι: «Η Δημοτική Χορωδία Τρικάλων του ΠΟΔΤ με μαέστρο την Ελένη Ζιάκα συμμετέχει στο 2ο Φεστιβάλ Χορωδιών που πραγματοποιείται στο Συκούριο  το  Σάββατο 18/3/06, αποδεχόμενη  πρόσκληση του Δήμου Νέσσωνος Ν. Λάρισας, που διοργανώνει το Φεστιβάλ. Στο 2ο Φεστιβάλ Χορωδιών συμμετέχουν οι χορωδίες :

- Μικτή Χορωδία Δήμου Νέσσωνος

- Δημοτική Χορωδία Τρικάλων

- Μικτή Χορωδία Μουσικού Συλλόγου Ερμιόνης

-Ανδρική Χορωδία και μαντολινάτα Αργοστολίου Κεφαληνίας».

            Η Δ.Χ.Τ. με πλούσιο ρεπερτόριο από τραγούδια έντεχνης μουσικής Θεοδωράκη, Χατζιδάκι κ.α., αλλά και από την παραδοσιακή μουσική (Καραγκούνα, Μήλο μου κόκκινο, Γερακίνα κλπ), αναμένεται να πραγματοποιήσει εξαιρετική εμφάνιση.

            Πάντα δίνονται πνευματικές-καλλιτεχνικές ευκαιρίες να φρεσκάρει κανείς αναμνήσεις και νοσταλγία, να συνδεθεί με το χτες και το σήμερα και να ταξιδέψει στο μέλλον. Να «γραπωθεί», πάνω σ’ αυτές τις ευκαιρίες, όπως ο επιβάτης προσπαθεί να επιβιβαστεί σε μια μεσονύκτια ταχεία αμαξοστοιχία που ποτέ δεν σταματά στους δικούς του σταθμούς, να ακουμπήσει πάνω τους, να αφουγκραστεί τις μελωδίες και, έστω απ’ τον μακρινό ζωοδόχο απόηχο, να αναζωογονήσει τα πνευματικά του κύτταρα, που η ύλη τα έχει υπνωτίσει ή πρόωρα γεράσει.

            Ασφαλώς ο λόγος γίνεται για τη «Δημοτική Χορωδία Τρικάλων» όπου το 1998 είχα τη χαρά να τη ζήσω από κοντά όταν ήρθε στη Γερμανία, στην πόλη που ζω, στη Φύρτη. Με «απείθαρχα» συναισθήματα και με γοητεία που μεθούσε, στις 18.01.1998, καταθέτοντας τη δική μου αναφορά, έγραφα τότε, τα παρακάτω, και τα επαναλαμβάνω και σήμερα:

 

Σ Μ Η Ν Ο Σ   Α Η Δ Ο Ν Ι Ω Ν

(Αφιερωμένο στη Δημοτική Χορωδία Τρικάλων)

 

(Συνέβη στη Γερμανία στις γιορτές της Πρωτοχρονιάς 1998, όταν ένα μεγάλο κομμάτι της Δημοτικής Χορωδίας Τρικάλων, τμήμα του ΠΟΔΤ 34 ατόμων χορωδοί και μέλη της λαϊκής ορχήστρας, ήρθε για να διασκεδάσει τους τρικαλινούς συμπολίτες και γενικότερα τους Έλληνες μετανάστες. Το ρεπερτόριο συμπεριλάμβανε έργα κλασικών συνθετών, ελληνικά δημοτικά και λαϊκά τραγούδια και έργα από τη ρεμπέτικη καλλιτεχνική σκηνή. Την διοργάνωση και παρουσίαση τής εν λόγω τρικαλινής ορχήστρας, που ήταν μια επίπονη επιμέλεια, είχε αναλάβει ο «Τρικαλινός Λαογραφικός Σύλλογος Νυρεμβέργης Φύρτης και περιοχής» ο οποίος στέφτηκε με απόλυτη επιτυχία και είναι άξιος συγχαρητηρίων. Οι τρικαλινοί καλλιτέχνες είχαν τη δυνατότητα, πέρα της θαυμάσιας εκδήλωσης που συγκίνησε τους πάντες, να ξεναγηθούν σε διάφορα μέρη της περιοχής Νυρεμβέργης, να επισκεφτούν ελληνικά καταστήματα και συμπολίτες τους και να νιώσουν αμφότεροι χαρά και συγκίνηση. Και όταν όλα πέρασαν και ξανάρθε η μουχλώδης και μονότονη σιγή απ’ το φευγιό τής Τρικαλινής Δημοτικής Ορχήστρας, άφησε τον απόηχό της σε φίλους συμπολίτες που είχαν επισκεφτεί. Και όταν ήρθε η νύχτα στο σπίτι ενός τρικαλινού συμπολίτη, ο άσβηστος απόηχος άρχισε να παίρνει διαστάσεις, να θυμάται ο άνδρας τον ερχομό, τη γιορτή καθώς και το φευγιό τους που τον πίκρανε πολύ. Και άρχισε ένα διάλογο με τη γυναίκα του που μεταβλήθηκε σε μονόλογο:)

 

 

ΣΜΗΝΟΣ  ΑΗΔΟΝΙΩΝ

 

-Πολύ όμορφα, άντρα μου, μαλάκωσε η κλεισμένη μου ψυχή!

Ποιόν να πρωτοθαυμάσω και ποιόν να βάλω στα χείλη μου;

Σάμπως θυμάμαι και τα ονόματά τους;

Λίγα συγκράτησα. Μέσα απ’ τα μάτια τους διάβηκα στον κόσμο της ψυχής τους κι εκεί έμεινα

Η θέρμη τους με τσουρούφλιζε, λες κι ήταν κάρβουνο.

Και η χαρά, μπερδεμένη με κρυφή συγκίνηση, έλυνε μέσα μου

τ’ αδράχτια ξετυλίγοντας τα κουβάρια της νοσταλγίας,

που άρχιζαν να αραχνιάζουν.

Και να δεις πόσο είχα γελαστεί που νόμισα, η άμοιρη,

πως δεν μας σκέφτεται ούτε ένας. 

Ω, ναι, έτσι νόμισα, μα είχα πλανευτεί! 

 

(Και ο άνδρας έχοντας τα μάτια στραμμένα κατά την πόρτα, της απαντά με μπερδεμένη από αισθήματα φωνή. Μέσα του, όπως και σε κείνη, ξετυλίχτηκαν και τα δικά του νήματα):

 

-Μέσα στην πλάνη μας, γυναίκα, κρύβεται η αγάπη.

Μέσα στα βάθη της ψυχής μας, χρόνια τώρα πολλά,

άπλωσε ο πόνος τα φτερά.

Όπου νομίσαμε πως ζούμε ξεχασμένοι. 

Όπου πιστέψαμε πως είμαστε άρριζοι και δίχως καμιά σκιά.

Κι όπου θαυμάσαμε πολλές φορές κι εμείς των ξένων τα καλά.

Καλά. που θέλουν δέσμιες ανθρώπινες αξίες και άλλα αγαθά.

 

Μα… κι εκείνοι του τόπου μας, πιστέψανε πως είμαστε χαμένοι.

Ρίζες που μας φυτρώσανε σε ξένο μαχαλά. 

Να μην μπορείς να κρατηθείς στ’ ανέμου άλματα και στ’ άγρια ουρλιαχτά.

Παρά μονάχα να θωρείς του ήλιου τους τα χρώματα

κίτρινα και χλωμά. Ενός ήλιου άχαρου, ξένου και απαθή.

 

Και να φεγγρίζει η ψυχή σου από τρόμο, η καημένη!

Κι εσύ να δένεσαι μ’ αυτή, να της μιλάς κι αυτή να μη σε θέλει.  

Πόσες φορές δε νοιάστηκε να μας εγκαταλείψει!

Άλλος ο τόπος που ’ξερε κι άλλα τούτα τα μέρη!

Μα, να, που όλο έμενε κι ακόμα καρτερά.

Ίσως να επιστρέψει στον τόπο της ξανά.

Ν’ απλώνεις τα άβαρα χέρια σου κάτω προς το νοτιά

και να βαραίνουν ίσαμε σίδερα χοντρά.

Καμιά φορά να τα γυρνάς στα βόρεια σταυροδρόμια,

κι εκεί, να αποζητάς, να δεις το γέρο ήλιο πούθε τάχα βγαίνει,

πάνω του να γερνάς και να ζητάς το μακρινό και το λιτό του

χάδι, λίγο να τη γιατρέψεις. 

Και να του λες κάθε φορά, πριχού ακόμη βγει:

Πάρε με, ήλιε, άρρωστε και φτωχέ, ένα ταξίδι μια φορά!

Εκεί να δεις τα χρώματα που βγάζει ο ήλιος της ζωής,

ο ήλιος της φωτιάς!

Όλα μαθές με φως, με θέρμη και όλα της καρδιάς.

Κοντά να ’ρθεις στον τόπο σου μ’ ολόχρυσες αχτίνες,

όπου θα καίνε συνεχώς απ’ άλλου την πυρά.

Μα…δεν τολμάς, το ξέρω.

Νιώθεις σα να ’σαι ξένος και δείχνεις σαν κι εμάς.

 

Μην κι είσαι, ξένε ήλιε, απ’ αυτά βαριά αρρωστημένος;

Ήλιοι γενήκαμε κι εμείς και ήλιοι θε να μείνουμε για πάντα

και πιστοί.

Κι αν στα ηλιοβασιλέματα που σπα αργά το κύμα,

κι αν αργογέρνουν τα κλαριά απ’ των πουλιών το βάρος,

κι αν τα αλυχτήματα ηχούν απ’ τις κραυγές των λύκων,

κι αν κλαίει το ρέμα και θρηνεί από τη μοναξιά,

κάθε αυγή απ’ τη ζωή καίμε φωτιά κι ανοίγουμε πηγάδια

και γύρα τους συνάσσονται της νύχτας οι δροσάδες.

Ως και τα κοντυλόχορτα τις αύρες τους σκορπούν

κι όλα τα γύρω δέντρα γύρω τους προσκυνούν!

Μύριες νεράιδες φτάνουν του πόνου μας αδερφάδες. 

Και στήνουν γλέντια και χορούς, με κέφια και τραγούδια.

Με ρόδα τα σκεπάζουνε και πέταλα από κρίνους,

και για απανωσκέπασμα ρίχνουνε τις σκιές

Τις σκόνες να κρατήσουνε που ’χουν γεύσεις θειαφιού

κι εκεί να καρτερούν.

 

Άλλος να ’ρθει να δροσιστεί, άλλος να ζεσταθεί,

κι ο αποσταμένος να ’ρθει να ξαπλωθεί.

Και σαν βρεθεί τ’ ανάσκελα απάνω στα λιβάδια.

Όπου σκορπούν οι μυρουδιές ανθόγαλου από κρίνα.

Και τραγουδούν τρογύρα του τα φυσικά στοιχειά.

Θα δει τ’ αστέρια να γελούν, τον ουρανό ν’ ανοίγει

κι από τη σκάλα του Θεού να φτάνουν οι αγγέλοι

κι αυτοί να δροσιστούν! 

Εκεί, ήλιε χλωμέ και ακριβοπληρωμένε, να ’ρθεις και συ!

Έτσι είμαστε και έτσι θα μείνουμε· σαν ήλιοι· σαν πηγάδια!

Κι έτσι θα οδεύουμε, πάντα κι απανταχού σαν τα ουράνια φώτα, για να φωτίζουμε το γκρίζο λιώνοντας το ψυχρό.

Και από ντόπιους και ξένους· και από φίλους και εχθρούς,

που λένε πως είναι απ’ την έλξη του φωτός μαγνητισμένοι.

Δεν έχουν αφουγκραστεί εδώ οι ντόπιοι, όπου χρόνια

αντάμα ζούμε, ότι μαζί περπατούμε φτιάχνοντας τη ζωή

από πνεύμα και ύλη, για να ’ρθει ο σωστός θάνατος,

αυτός που πολλοί δε γνωρίζουν ή κάνουν πως δεν γνωρίζουν,

να μας φέρει τη ζωή και τη γαλήνη;                                  

 

Μα και οι δικοί μας στον τόπο μας άλλα λένε και άλλα κάνουν.

Όταν βρισκόμαστε μαζί πάντα για μας μιλούνε.

Κι όταν βρισκόμαστε μακριά πέφτουνε στη σιγή.

Τέτοια σιγή που δεν μπορούν να αφουγκραστούν

πως δίπλα τους φεύγει η ζωή.

Να, έτσι σαν τρένο, να κυλά σ’ άυλες ράγες.

Και το μέλλον αχανές, σαν απροσδιόριστος ορίζοντας,

που δεν ξέρει τι χρώμα να πάρει.    

Μήτε τα αγκομαχητά του ακούν που βγάζει απ’ το δικό τους

βάρος.

Μόνο προστάζουν λέγοντας,

πάνε μπροστά και μην κοιτάζεις πίσω!

 

Να περιμένουμε κι εμείς τα θάματα τη θέση τους να πάρουν,

μ’ ένα χαμόγελο, με μια απλοχεριά ή μ’ ένα σφύριγμα του τρένου πριχού μπει στο σταθμό.                                            

Μ’ ένα, έστω, απ’ το υστέρημά τους χάδι ή δάκρυ,

όπου κι αυτών πετρώθηκε η καρδιά· στέρεψε το πηγάδι·

νεκρώθηκε ο κήπος.

Αυτός που όλοι μας μέσα μας έχουμε,

μαζί και μια όμορφη νεράιδα που φέρνει το νερό…

Μα, πού πήγε, γυναίκα! Χάθηκε σαν στοιχειό!

Και μένουνε απότιστοι μπαχτσέδες κι εδώ κι εκεί και πέρα απ’ τα 

πλατιά νερά.                         

Και κάτω στης γης τα πόδια να μαραζώνουν από την ξηρασία.

Μήτε ένα φύλλο κοντεύει να μην απομείνει·

και μοναχό το δένδρο σφίγγεται να αντέξει, μη χαθεί!        

Αυτό που μπορεί να μετριάσει τους ανέμους.    

Αυτό μπορεί και μ’ αστραπή ν’ αδραχτεί και μονομιάς κάτω

να τη γκρεμίσει.

Κι όλοι οι κρουνοί του ουρανού ν’ αφήσουν τα νερά!

 

Δίψα, μεγάλοι οι καημοί που σβήνει μόνο κύμα.

Βράχος που μένει άσπαστος ο πόνος και βουβός.

Όπου ποτέ δεν θέλησα στα έξω να τον βγάλω.

Ωχού! Πού να τον πεις, πώς να τον πεις, πώς να τον περιγράψεις;

Τον άφησα στα κάτεργα, στα βάθη της ψυχής…

Μα να, ακούς, γυναίκα, τον άφησα, με άφησε, δεν ξέρω.

Μόνο που ξέρω πως αγκαλιάστηκε μαζί με τον δικό σου.

Σαν τους δραπέτες ξέφυγαν, γύριζαν χαρωποί.

Ξάλαφρη έγινε η καρδιά, το σώμα και η ψυχή!

 

Λες να ’ταν μια περίπτωση, μια σύμπτωση που θα κρατήσει

ώρες;

Λες να ’ναι ένα όνειρο που άφησε πνοή;

Ή μπας κι ήταν μια παραξενιά της μαύρης μας ψυχής

και λευτερώθηκαν με μιας των πόνων μας δεσμά;

 

Μπα! Όχι! Ήταν αληθινό! Έμοιαζε πανηγύρι και επαναστάτησε μέσα μας η ζωή.

Συγκρούστηκε με το κορμί, μ’ όλα τα γύρω κάλλη.

Κάλλη που είχαν αφεθεί στων κεραυνών οργή.

Κάψανε και τρισκάψανε, ανάθεμα, καρδιά μας και ψυχή.

 

Χέρια έπιασα και μ’ έπιασαν κι αυτά.

Κι είχαν τέτοια ζεστασιά και έτρεμαν σαν φύλλα .    

Μορφές ξαναζωντάνεψαν που ήταν ξεχασμένες.

Μέσα στις στράτες του υλισμού βαθιά παραχωμένες. 

Κι αλλάξαμε πολλά φιλιά πνιγμένα από χαρά

και έσπαζαν ασταμάτητα την κρούστα μιας γυαλάδας.

Σαν τον καπνό τα χνώτα μας,

καθώς στ’ ανηφορίσματα με χάρη αργαγκαλιάζεται στα χέρια

τ’ ουρανού,

πιστά ακολουθήσανε το δέντρο της χαράς που γιόμισε

μ’ αστράμματα, τραγούδια και φωνές!

Και κάμποσοι από μας, σαν άλογα π’ αφήνιασαν τρέξαμε

κατά κει· όλους να τους χορτάσουμε πριν φτάσει η επιστροφή.

 

Άκου, άκουσε να σου πω ό, τι  εσύ δεν είδες.

Ό, τι εσύ δεν ένιωσες το ένιωσα εγώ σαν χόρευα μαζί. 

Μέσα σε κείνη τη γιορτή είχα ερωτευθεί.

Όχι κορμιά ή πρόσωπα, μα την καρδιά που ’ταν ελληνική.

Και πώς τους θάρρεψα μαθές όταν τους πρωτοείδα;

Πλάνταξα ο κακόμοιρος από χαρά και ζήλια!

 

Μετά, σαν η γιορτή απέρασε, ήρθανε και μας είδαν. 

Ήταν κοντά στ’ απόβραδο κι είχε χαθεί η μέρα.

Μα αυτή, όπως εφάνηκε, έδειχνε ξεχασμένη λες και ζητούσε,

η δύστυχη, να λάβει μια εξιλέωση απ’ το δικό μας χέρι. 

Στάθηκε μια στιγμή κι ο ήλιος δε βασίλευε… 

 

Ήρθαν, σου ’κραξα, ήρθαν, ήρθαν!

Ήρθαν σαν αετοί, σαν αηδόνια, σαν κύκνοι ομολογώ δεν ξέρω.

Μόνο που είδα ότι κρατούσαν στα ράμφη τους και στα φτερά

ένα κομμάτι Ελλάδα.

Ήρθαν, ω πώς είχα ξεφωνίσει! Πώς είχα πάλι γεννηθεί·

κάτι σαν άνοιξη π’ ανθίζει το χειμώνα!

Ήρθαν σαν χείμαρρος που τα σαρώνει όλα.

Ήρθαν σαν λευτεριά, σαν ήλιος, σαν ξέγνοιαστο φεγγάρι,

που η γαλατένια του ματιά την πλάση έχει σκεπάσει.    

Κι ευθύς, δεσμά, μεράκια, καημοί, ανατριχιά και μια καρδιά

που ήταν μαντρωμένη, σηκώσανε παντιέρα.

Κι έμοιαζε, πώς να στο πω, άλλωστε τα ’δες κι εσύ,

μήτε για πανηγύρι, μήτε για γλέντι, χαρά, ξέρω γω.       

Μία μικρή Ανάσταση φέραν απ’ την Ελλάδα εδώ ν’ αναστηθεί!             

 

Πρώτη η Μάχη στο χορό κι ανάμεσα στον κόσμο.

Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο σαν μιας γοργόνας σκιά,

που ευθύς, σαν βλέπει άγρια κύματα να σκώνονται ψηλά,

πάνω τους πέφτει απαλά και κείνα ηρεμούν.

Μια αρμαθιά τενόροι, νέοι και πιο παλιοί,

δίναν παλμό και θέρμη, ζωή για τη ζωή.

Ο Χάρης τραγουδούσε με μια γλυκιά φωνή,

ποτέ μου δε φαντάστηκα πως αηδονολαλεί!

Και η Ελένη δίπλα του ζεστή και τρυφερή,

έδωνε αγώνα δυνατό για να τον παραβγεί.

Ο Κώστας κι ο Βαγγέλης βάλαν τα δυνατά,

μέσα στην κρύα πάχνη φέραν τη ζεστασιά. 

Κι ο Γιάννης ακατάπαυστα έριχνε τις πενιές,

μέσα απ’ το μπουζουκάκι φεύγαν μερακλωτιές!

 

Κι άλλοι, άλλοι καλλιτέχνες προικισμένοι απ’ την σοφία

της μουσικής, λύσαν πολλών από εμάς παράπονα,

μ’ άπειρα τα μεράκια μας και θολωμένα μάτια.

 

Πόνους μας είπανε κι αυτοί πως είχανε πολλούς.

Κοντά τους είπαμε κι εμείς πως έχουμε ακόμα πιο πολλούς.

Μα στάθηκα σε έναν που ’ναι πιο δυνατός:

Τούτον εδώ της ξενιτιάς που είναι και διπλός.

Σφύρα μας πέφτει στο κορμί, αμόνι η καρδιά μας.

Και φτιάξανε ένα εκκρεμές σαν άσπαστο ατσάλι.

Μα θέρο κάνει ακράτητο η πύρινη νοσταλγία.

Όπου τη ζωντανέψατε εσείς κι ο ερχομός σας!

Ω ναι, αλήθεια είναι, φίλοι μου, ράγισε δυνατά. 

Σα τον καθρέφτη ράγισε από τη μοναξιά!

 

Πώς φτάσαν κείνες οι στιγμές, γυναίκα, τις θυμάσαι;

Κείνος ο αποχαιρετισμός μου θύμισε πολλά.

Τη μάνα που μου έστρωνε στη στράτα γιασεμιά.

Και την ευχή σαν έλεγε ράγιζαν τα βουνά:

 

«Πόσο ακόμα γιόκα μου θε να σε στερηθώ;

Πόσα ταξίδια μακρινά θέλεις να καρτερώ;         

Πόσες φορές βασιλικό τους κλώνους θε να κόβω; 

Τη στράτα σου τη μακρινή με ρόδα να τη στρώνω…!»

 

(Σηκώθηκε η γυναίκα και πήγε στο παράθυρο. Τ’ άνοιξε μια στιγμή κοίταξε έξω τη νύχτα που είχε απλώσει το βαρύ της πέπλο. Το ξανάκλεισε και γύρισε στον άντρα της όπου η μελαγχολία και η νοσταλγία τον παίδευαν. Άπλωσε το χέρι της πάνω στο κεφάλι του και του λέει με φωνή βραχνιασμένη)

 

Φέτος θα ’ρθει γρήγορα η άνοιξη, άντρα μου. Πολύ γρήγορα!

Το προμάντεμα μας το ’φεραν το σμήνος με τα αηδόνια!

 

08.01.98 Απόλλων Β. Φ.