creece

Last update
07.08.2006

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Ιμπεράτορες, ΣΟΚ και ΔΕΟΣ…

(Kαι) λεγόμαστε… άνθρωποι;

Από τον Πολίτη Βάιο Φασούλα

«Στον ρυθμό του Πολέμου, προς κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο και προς κάθε κατεύθυνση,

επιστρατεύω το Λόγο και κράζω…»

Με έντονη διαμαρτυρία, αποτροπιασμό, ντροπή κι άλλα μπερδεμένα συναισθήματα ξεκίνησε το μήνα του, Αύγουστο, ο φίλτατος συμπολίτης, οραματιστής, στοχαστής και άριστος σκοπευτής επί των κακών κειμένων, Αντώνης Πρεκατές, σχολιάζοντας κύριο μέρος των κακών κειμένων στο χώρο της Μέσης Ανατολής, υπό τον τίτλο: (Kαι) λεγόμαστε… άνθρωποι; όπως διαβάσαμε στον Τοπικό και δικτυακό (Ιντερνέτ) Τύπο. Και δεν είναι η πρώτη φορά.

Στο μήνυμά του, πληγή ανοιχτή που τρέχει προς κάθε κατεύθυνση, (θα πρέπει να τρέχει εφόσον έχουμε το προνόμιο να λεγόμαστε άνθρωποι συνεπώς δε μπορούμε να μένουμε αλώβητοι) συμπεριλαμβάνει πολλούς αποδέκτες, μεταξύ και τους ανθρώπους «της διανόησης, των γραμμάτων, των τεχνών, της Λογοτεχνίας, των επιστημών…» χαρακτηριστικό, θα λέγαμε, του Α. Πρεκατέ.

Στην απελπιστική κραυγή του, κραυγή μιας τραγικής μάνας του Λιβάνου, που εύστοχα και αντικειμενικά μεταφέρει στο σχόλιό του με το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της, ακούμε, ναι, ακούμε δεν διαβάζουμε, την ανατριχιαστική φωνή της που σηκώνει την τρίχα και του πιο αιμοβόρου θηρίου:

«Ε, μωρέ εσείς, εκεί που τραβάτε αυτές τις φωτογραφίες, των σκοτωμένων παιδιών, τι έρχεστε όλοι εσείς εδώ; Μόνο για τις φωτογραφίες; Έλεος!... Κάνετε κάτι… Μας σκοτώνουν! Δεν βλέπετε;» και παράλληλα επισημαίνει την «αρρώστια» που διακαώς μολύνει τον κόσμο:

«Αυτούς τους ξέρουμε, πετρέλαιο και αίμα και επεμβάσεις και φωτιά και θάνατος. Το θέμα, το κρίσιμο είναι, τι κάνουμε όλοι εμείς, κατά του εχθρού, κατά των φονιάδων, των ιμπεριαλιστών. Πώς επιτρέπουμε ένα κράτος, το Ισραήλ, να ορμά – με το έτσι θέλω, έτσι εγώ «επιβάλλω τον νόμο και την τάξη» με την ισχύ των όπλων και των βομβαρδισμών και του ΣΟΚ και ΔΕΟΣ. Τι κάνουμε εμείς οι απλοί άνθρωποι, τι κάνουν οι άνθρωποι της διανόησης, των γραμμάτων, των τεχνών, της Λογοτεχνίας, των επιστημών…»

Στον ρου της « Νέας Τάξης Πραγμάτων» με τη συρμένη ανθρωπότητα στο άρμα των Ιμπερατόρων που δημιουργούν το ΣΟΚ και το ΔΕΟΣ , ο φίλτατος Α. Πρεκατές πάντα έχει στο στόχαστρό του και την αδιαφορία του κόσμου… «της διανόησης, των γραμμάτων, των τεχνών, της Λογοτεχνίας, των επιστημών…»την οποία, αδιαφορία, ο γράφων χωρίς ενδοιασμούς υποστηρίζει την ύπαρξή της προσθέτοντας πως, αυτός ο κόσμος πρέπει να εγκαταλείψει το καβούκι του και να βγει δυναμικά στο φως. Δεν αρκούν οι εξαιρέσεις μεμονωμένων διανοουμένων, καλλιτεχνών, συγγραφέων, ποιητών, ακόμα και Νομπελίστων κ. ά.

Η χαροκαμένη μάνα δε θα έχει τη διάθεση να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να πάει στο θέατρο. Η κατάρα του Πολέμου θα την ακολουθά και θα πλαισιώνει με σάβανα απ’ άκρη σ’ άκρη την…πνευματική αγορά. Σε ποιον κόσμο θα απευθυνθεί ο καλλιτέχνης να «πουλήσει» τα πνευματικά έργα του; Στον κόσμο της ειρήνης ή στον κόσμο του Πολέμου;

Κλείνοντας ας επιτραπεί στο γράφοντα να επαναλάβει τη δική του «κραυγή»!.  

 

 

Σταματήστε τον Πόλεμο, άνθρωποι!

(Αφιερωμένο στους λαούς της Σερβίας, του Ιράκ, της Παλαιστίνης, του Αφγανιστάν, του Λιβάνου…,)

 

Στον ρυθμό του Πολέμου, προς κάθε σκεφτόμενο / άνθρωπο και προς κάθε κατεύθυνση,

επιστρατεύω το Λόγο και κράζω:   / Ε! Εσείς, άνθρωποι, υπερόπτες, σαδιστές και κακούργοι

Εσείς που δεν μπορείτε πια να κρύψετε   / στις δολοφονικές μάσκες τις μαύρες ψυχές σας     Εσείς, οι πέρα του Ατλαντικού, που μαυρίσατε τους ουρανούς με φτερωτά πουλιά πυρός    και με σκληρό ατσάλι 

Κι εσείς οι από δω, της γηραιάς Ευρώπης, δειλοί και υποκριτές,

που συνηγορείτε και μιμείστε τον Πόντιο Πιλάτο   /  Με τους «μοντέρνους» βάρβαρους,

που σφάζουνε και γδέρνουνε τον Κόσμο μας,   /    μπλεχτήκατε, καημένοι…

 

Σταματήστε τον Πόλεμο, άχαροι

Παύσατε πυρ, άθλιοι, φονιάδες κι αφουγκραστείτε

Τις βόμβες σας που ρίχνετε, σα να’ ναι κομφετί,     / τον Κόσμο μας χαλάτε

Δεν το αντιληφθήκατε, γιοι πολεμοχαρών θεών;

Πού βρήκατε το δικαίωμα να σπέρνετε τον όλεθρο;

Και τα παιδιά μας που μας κράζουν και ρωτούν:

«Μάνα! Πού είναι η ζωή;»   /   Αυτή, που υποσχεθήκατε μ’ ανθρώπινη μορφή;

Ποιος θα τους τη δώσει;       /   Ο βάρβαρος πολυπολιτισμός σας ή κάποιος σας θεός;

Κι είναι μιλιούνια· μαύρα, λευκά, κίτρινα και πρησμένα!   

 

Τον Ουρανό και το Θεό και όλους τους αιθέρες   /   Με μένος απαράμιλλο και με περίσσιο μίσος

Σκίζουν τα αεροπλάνα σας τις νύχτες και τις μέρες

Κι απλόχερα σκορπίζετε το θάνατο, αδίστακτοι,

πανούργοι και τον Πλανήτη στην πυρά δίνετε, δολοφόνοι

Σταματήστε τον Πόλεμο, σφαγείς   /  Κι αφήστε τη Ζωή να Ζήσει

 

Πέφτουν τ’ αθώα θύματα απ’ όλες τις μεριές

Άτλαντες κι ευρωπαίους, θερίζει τ’ άρχοντα Χάρου το δρεπάνι

Κι οι πιο άμοιροι ασιατικοί γεμίζουν το πιθάρι

Να πιει ο ανθρώπινος θεός, στη μέθη να πνιγεί   /  Κι εκεί να ηδονίζεται η μαύρη του ψυχή  

 

Εσείς, που πια δεν μπορείτε κάτω απ’ τις μάσκες σας    /  να κρύβετε το μαύρο σας θεό

Που πάντα στ’ όνομά του προσεύχεστε για μας   /  Και συντηρείτε τριγύρα μας τα σκότη

Για να μισείτε, δαιμονισμένοι,   /  τα κάλλη τής ζωής και στην καταστροφή να χαίρεστε

του ανθρωπίνου γένους, που τώρα συντελείται

 

Αυτό κάνετε σήμερα!    /   Πάνω από μισό αιώνα το προετοιμάζατε

Υποτιμώντας απάνθρωπα την ανθρώπινη νοημοσύνη 

Κρατώντας τον Κόσμο μας με χαλινάρια   / και με σκόρπιες φωτιές

Βρήκατε τη στιγμή κι ανάψατε μια μεγάλη πυρά

Που αργά ή γρήγορα εσάς πρώτα θα κάψει!

 

Κι είμαστε στο ξεκίνημα του εικοστού πρώτου αιώνα

Που θα ’πρεπε η ευημερία και η ειρήνη να πρυτανεύει

Που όμως, εσείς παράφρονες,     /   τη λεηλατείτε και τη δολοφονείτε

 

Ίσα που προλάβαμε και περάσαμε στον τρίτο Μάρτη

του αιώνα. Και αναρωτιόμαστε αν θα υπάρξει άλλος   /   Αυτό γίνεται σήμερα

Ένα σήμερα με αίσχος και ντροπή· με θειάφι και κραυγή 

Πνιγμένο στα μαύρα σας σκοτάδια   /    Άγνωστα για μας, που αποτελούμε τον «Όχλο»

Ένα σήμερα που οι νέοι μας δεν το αναγνωρίζουν

Και πιότερο οι δικοί σας νέοι, δυνάστες   /   Που τους διδάσκετε το μίσος και τον Πόλεμο

Και τους παραχώνετε με βαριές σημαίες και τιμές,   /  φονιάδες,

Και οδύρεται η μάνα, ο πατέρας, το παιδί

Μένει χήρα η νια γυναίκα, γίνεται τρελή

Απ’ την παρηγοριά τής… δόξας και αμοιβής…

 

Και η θεά οδύνη, απλόχερη, καθώς τάχτηκε να είναι

Απλώνει τα μαύρα της φτερά, κάνοντας τον ήλιο

να σκιαχτεί. Σκοτείνιασε από φρίκη η Ανατολή·

θερίζει ο θάνατος εκεί· γιατί θελήσατε εσείς,

μεγάλοι του Κόσμου, τρομοκράτες

Στα ματωμένα χέρια σας πυρά ν’ αρπάξετε     /   Για να καείτε μαζί μ’ εμάς κι εσείς

Σταματήστε τον Πόλεμο των πανούργων,     /    Πολίτες του Κόσμου

 

Κι έχετε, υπερόπτες, μαζί με τη φωτιά,       /  το θράσος σας και λέτε:

«Με τη βοήθεια του θεού θα νικήσουμε…»

Ποιος είναι, αλήθεια, ο θεός σας, δύστυχα πλάσματα;

Πού τ’ «άγιο» του χέρι; Ποιος σας ευλόγησε;

Χέρι θεού φτιαγμένο στα μέτρα σας από δικό σας χέρι

Ιούδες της «μοντέρνας» εποχής

Στα ματωμένα χέρια σας πιάνετε το Σταυρό

Και ξεδιάντροπα τ’ άδεια στήθη σας δείχνετε φανερά

 

Σταματήστε τον Πόλεμο, επονείδιστοι σφαγείς,       /   κι αφουγκραστείτε.

Ο Κόσμος μας δεν τάχτηκε να πεθάνει για κανέναν λόγο

Ούτε από σας, δύστυχοι, παραμυθάδες, ούτε από θεό

Κι αν ακόμα έχετε εντολή να είστε πάντα οι ισχυροί

Τότε κι αυτός, ο θεός σας, είναι το ίδιο μ’ εσάς

Άψυχος και πικρός, πολεμοχαρής κι εξωπραγματικός· χαρείτε τον!

Τι κάνετε για το ψωμί, που μας λείπει, όσο καμιά φορά;

Οι αρρώστιες και οι θάνατοι πληθαίνουν τρομερά

Άδικα στον Πλανήτη μας πεθαίνουν τα παιδιά

Οδύσσειες συνανθρώπων μας,   /   οι άγνωστες και μαύρες τους φυγές

 

Εσείς του Ατλαντικού κι εσείς οι από δω,   /  της γηραιάς Ευρώπης

Τι κάνετε, φονιάδες και ληστές;     /   Ποιοι είσαστε και πούθε ήρθατε;

Τούτη η Γη δεν έχει θέση για Πολέμους και οδύνες

Δεν έχει θέση για δίποδα μιάσματα

Τούτη η Γη είναι όλων μας και όχι κάποιον θεών     /   Αόρατων ή ρευστών

Ανέκαθεν παντοδύναμοι εχθροί της ανθρωπότητας

Τούτος ο Κόσμος δεν έχει ανάγκη από είδωλα·     /   γκρεμίστε τα!

Υπάρχουν μεγαλύτερες αξίες που αξίζει κανείς να ζει, να μάχεται και να πεθαίνει:

Για την Αγάπη μεταξύ των Ανθρώπων και την Ειρήνη

Αυτόν το Θεό υπηρετούμε εμείς!

 

Στον ρυθμό του Πολέμου,

προς κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο και προς κάθε

κατεύθυνση, επιστρατεύω το Λόγο και κράζω:

 

Σταματήστε τον Πόλεμο, άνθρωποι

Ξεσηκωθείτε απ’ τη μια άκρη ως την άλλη

Αρχηγοί εκκλησιών, συναγωγών, τζαμιών

Πρώτοι αυτοί να γίνουνε ανθρώπινες ασπίδες

Πάπηδες, δεσποτάδες, ραβίνοι και μουλάδες

Ν’ αφήσουνε τα βρώμικα, να σκώσουν το κορμί

Κι όλοι μαζί να τρέξουνε στον τόπο της σφαγής

Και πάνω απ’ τα χαλάσματα, της άλλοτε Βαγδάτης

Όλοι τους να ουρλιάξουνε, μήπως,   /   τ’ ανύπαρκτα είδωλά τους στάλα αφουγκραστούν    

Βάνδαλοι, να κράξουν, ξεπεράσατε κάθε προηγούμενο

Μήτε τα μνημεία δεν σεβαστήκατε·   /  το μίσος σας τα γκρέμισε όλα!

 

Ισχυροί και ανίσχυροι, πονηροί και αγαθοί

Να συναχτούν στ’ ανάχωμα του Τίγρη

Κι όλοι μαζί να πνίξουμε τα πάθια και τα μίση

Κι όλοι μαζί να διώξουμε τα μιάσματα, το θειάφι

Κι όλοι μαζί ν’ αφήσουμε τον ήλιο να χαράξει

Αντίσταση καθολική μας έχει απομείνει

Κι όλοι μαζί οι λαοί να κάνουμε την πλάση όληνα τρίξει

 

Όχι στον Πόλεμο, άνθρωποι! Ναι στην ειρήνη!

 

25.03.2003 - 25.03.2004- 08-08-2006

Ε.Ε. – Ελλάδα 05-08-2006 www.fasoulas.depelasgos@fasoulas.de