creece

Last up date
16.01.2009

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

Φ λ ο γ ι σ μ έ ν ε ς  π έ τ ρ ε ς

Μυθιστόρημα της Βάνας Κοντομέρκου*

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

«Μακριά στον ορίζοντα, είδα να σκάει μια αστραπή. Από πού ήρθε; Από τον Όλυμπό ή απ’ την άβυσσο; Και σε φοβήθηκα άνθρωπε!» (σελίδα 364)

Σε κάποιο άλλο βιβλίο διαβάζω: «Ο Γερμανός ήταν εχθρός, όχι προδότης. Οι Έλληνες, πότε ήταν προδότες, πότε πατριώτες;»

(Στους ανθρώπους του κόσμου με ένα χαμόγελο κι ένα λουλούδι φιλίας. Β. Κοντομέρκου)

Α

Εδώ και κάμποσο καιρό μια ξέχωρη χαρά, πλαισιωμένη με ψυχική ανάταση, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μου φέρνοντας, πέρα, από τη μεγάλη Χώρα του Ατλαντικού, ένα πνευματικό δώρο μεγάλων μεγεθών· ένα βιβλίο 608 σελίδων που, μόλις το είδα, με «τρόμαξε» ο όγκος του. Τώρα τελευταία προτιμώνται τα μικρά βιβλία· να μην… κουράζεται ο αναγνώστης. Να μη θυμάται την ύπαρξή του. Να μη νοιάζεται που η καταναλωτική κοινωνία τον έχει μετατρέψει σε έμψυχη ύλη απορροφώντας όλα τα στοιχεία της ανθρώπινης υπόστασης και αξιοπρέπειας. Επίσης η χαρά μου αποκτά ιδιαίτερη έμφαση και συγκίνηση, όταν το βιβλίο έρχεται από το μεγάλο αλώνι της αποδημίας· από την αγαπητή και αξιόλογη λογοτέχνιδα Βάνα Κοντομέρκου.

Οι παραστατικές εικόνες που ακατάπαυτα ξετυλίγονται μέσα από τις 608 σελίδες, που αρχίζουν προς το τέλος της δεκαετίας του 1930 και φτάνουν ως και στις μέρες μας, είναι εικόνες που βλέπουμε, ναι, τις βλέπουμε και τις ζούμε ολοζώντανες στο βιβλίο της Βάνας Κοντομέρκου κι αυτό αποτελεί μια άλλη διάσταση της συγγραφέας· μια απαράμιλλη γοητεία και κάλλος. Αυτές λοιπόν οι ζωντανές παραστάσεις, αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια το χτες με το σήμερα αντιπαραθέτοντας την αγάπη με το μίσος, τη συγχώρεση με την εκδίκηση, τη διαφθορά της «σύγχρονης» κοινωνίας, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ακόμα πιο δραματική και επικίνδυνη από τις παλιές εποχές, που η συγγραφέας μάς τις φέρνει στο προσκήνιο προς δίδαγμα.

Στο νέο μυθιστόρημα τής Βάνας Κοντομέρκου «φλογισμένες πέτρες», «Εκδόσεις «Ηλέκτρα», θα ήταν ασυγχώρητη παράληψη μου να μην μεταφέρω ορισμένα αποσπάσματα.  Ο γοητευτικός τρόπος και η τέχνη δίνουν ανάπνα στο χώρο της απόδημης Λογοτεχνίας. Το μωσαϊκό της ντοπιολαλιάς, που ομιλούν οι ήρωες του βιβλίου, διαδραματίζει το δικό του ρόλο - εμπεριέχοντας μεταξύ άλλων και χιούμορ- αποτελεί έναν καταπληκτικό δίαυλο πνευματικής επικοινωνίας που θα μεταφέρει τον αναγνώστη πίσω στο χρόνο. Εκεί, θα ζήσει κανείς τη συνεργασία και την αλληλεγγύη «εθνικιστών» και «ανταρτών που συγκροτούν την Εθνική Αντίσταση ενάντια στον ξένο κατακτητή.

Όμως πριν ακόμα γευτούν τη νίκη της Απελευθέρωσης της Πατρίδας μας και των Πολιτών της, ο αναγνώστης θα ζήσει τη μεγάλη απογοήτευση και πίκρα όπου η διάταξη της «Νέας Τάξης Πραγμάτων» τους μεταβάλει σε άσπονδους εχθρούς. Εκεί πλέον ανοίγει διάπλατα το μέτωπο των συγκρούσεων, της εχθρότητας, του μίσους και της εκδίκησης· εκεί νιώθει κανείς την παρουσία του παγερόχνωτου, άσπονδου και πολυπρόσωπου ανθρώπινου χάρου να θερίζει συνεχώς και αδιακρίτως και τους «προδότες» και τους «πατριώτες». Αυτούς τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης να τους θέτει απανταχού σε παράταξη «μάχης» σαν κολασμένες σκιές πολεμώντας με πάθος και μίσος ο ένας τον άλλον.

Η διαχρονική μούσα-φτώχεια με τα παράγωγά της, όπως η φυγή στο μεθύσι, η καταπίεση και η βία-προϊόν μέθης- του αμετανόητου και σκληροτράχηλου Θανάση πάνω στη γυναίκα του και στο παιδί του, η εκμετάλλευση, όχι οπωσδήποτε κάποιων πλουσίων, όπως η ανοιχτοχέρα και ανθρώπινη οικογένεια των Βλανταίων, αλλά κάποιων άλλων ανάλγητων και βίαιων εκμεταλλευτών σε βάρος αδύναμων ανθρώπων, είναι στοιχεία που σηματοδοτούν την τότε εποχή.

Στο χωριό Αγράμπελη, από τη σχολική περίοδο ακόμα, θα δούμε τον αφέντη έρωτα να τον «διαχειρίζεται» και να τον «εκπροσωπεί» η όμορφη κόρη των Βλανταίων, η Άννα, «μαστιγώνοντας» το φτωχό παιδί του μέθυσου Θανάση, τον Πάνο. Εκτελώντας πάνω του πειράγματα αλαζονικά, χλευαστικά και ειρωνικά, να τον μειώνει διαρκώς, μέχρι που κάποια στιγμή να απελευθερώνεται από τον «κακό» της εαυτό και να παραδίνει τη σάρκα της σε μια… παράδοξη ερωτική έπαρση. Να επιστρέφει στον «κακό» της εαυτό, να διαφθείρεται παράφορα από τον... εραστή της τον Ζούλουπα, μέχρι που βρήκε διέξοδο τη φυγή, αφήνοντας πίσω του τον Πάνο κεραυνοχτυπημένο και παράλληλα προσγειωμένο.

Ένας άλλος έρωτας, αλλιώτικος και αληθινός, ξεκινά πάλι μέσα από το σπίτι των Βλανταίων, από το θείο της Άννας, αδελφό του πατέρα της του Χρήστου, τον Αρτέμη, με την όμορφη κοπελίτσα, την Αγλαΐα, αδελφή του Πάνου. Η οικογένεια των Βλανταίων, ανέκαθεν ήταν οικογένεια αξιωματικών του Ελληνικού στρατού, όπως και ο αδελφός του Αρτέμη, ο Χρήστος. Δυστυχώς, η μοίρα τούς επιφύλαξε το διχασμό απ’ τη στιγμή που ο Αρτέμης είχε περάσει στις τάξεις της Εθνικής Αντίστασης. Στο μεταξύ είχε παντρευτεί με την κοπέλα της καρδιάς του, την Αγλαΐα, η οποία, με μια λανθασμένη ή ελλιπή πληροφόρηση που έμαθε για τον Αρτέμη πως χάθηκαν τα ίχνη του, σταμάτησε η καρδιά της.

Ο Πάνος, κεντρικός ήρωας του έργου, περνώντας μέσα από μια μεγάλη Οδύσσεια, κατάφερε να βγει από τους λαβύρινθους των παθών νικητής μεν αθεράπευτα ψυχικά τραυματισμένος δε. Παρόλες τις καταναγκαστικές δουλειές σε διάφορους κακούργους «εργοδότες» τής εποχής και αντιμέτωπος με αντίξοες συνθήκες, που ανηλεώς τον κυνηγούσαν, χάρη στις συμβουλές του δασκάλου του, του κυρ-Θωμά, την επιμονή της μάνας του και της αδελφής του να μάθει γράμματα και του καταλυτικού σωτήρα του, τον κυρ Κώστας, κατάφερε να επιζήσει και να προκόψει. Όλα αυτά και άλλα πολλά με τις πλειάδες των ηρώων, συνθέτουν το τοπίο της τότε εποχής που εξελίσσεται μεταξύ του χωριού Αγράμπελης και τον Έπαχτο, σημερινή Ναύπακτο.

Εδώ η συγγραφέας, αντικειμενικά, ρεαλιστικά και απομακρυσμένη από τα σύνδρομα του διχασμού, έχει δώσει τον καλλίτερο εαυτό της. Εκθέτοντας τα γεγονότα αυθεντικά και συναρπαστικά, παραμερίζει όλα τα «μπαχαρικά»- συστατικά της «σύγχρονης» λογοτεχνίας, αφήνοντας ένα σοφό μήνυμα: Πως της ζωής τα πειράματα είναι ανεπίτρεπτα και επικίνδυνα. Το μόνο της σχολειό και επιτρεπτό είναι κανείς να διδάσκεται κι ύστερα να διδάσκει.

Β

Ας περιορίσω τον ίστρο μου (παιδί και ο γράφων της τότε θύελλας) και να μεταφέρω μερικά αποσπάσματα της Βάνας Κοντομέρκου από το, «φλογισμένες πέτρες». Η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων είχε πάρει διαστάσεις και στο σπίτι των Βλανταίων. Οι καβγάδες μεταξύ των αδελφών Χρήστου και Αρτέμη δεν είχαν όρια. Μάταια ο ένας προσπαθούσε να πείσει τον άλλον.

«Ο Αρτέμης καλά θα κάνει να συγκεντρωθεί στα μαθήματά του και ν’ αφήσει τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις κατά μέρος. Διαβάζει μερικές κομουνιστικές φυλλάδες, που δεν ξέρω κι εγώ πού τις βρήκε και έχει και γνώμη! Ελπίζω να καταλάβει τον κίνδυνο των ημερών και να μαζευτεί. Εξάλλου, τι παράδειγμα πολιτικής ηθικής! Ο Στάλιν, όλα αυτά τα χρόνια, με τις εκκαθαριστικές δίκες λιανίζει συστηματικά και προγραμματισμένα τα κόκαλα όχι μόνον κάθε αντίθετης φωνής στο κόμμα, αλλά και του δικού του περιβάλλοντος».    

«Πως δικαιολογείς την τακτική κάμψης των αντιπάλων του Μεταξά;» Ο Αρτέμης είχε μπει αθόρυβα.

«Αγαπητέ μου αδελφέ, νόμιζα πως καταλάβαινες το μέγεθος της διαφοράς».

«Ναι. Γι’ αυτό και αναρωτιέμαι πώς ο ανθρώπινος εξευτελισμός και ο θάνατος εξιλεώνονται στις πράξεις της δικής σας ευγενούς πολιτικής, αφού στο αποτέλεσμα συναντιούνται. Εκτός κι αν έχουν διαφορετική οσμή εγκλήματος...»(σελίδα 90)

Λίγο πριν τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, ο δεκατριάχρονος Πάνος πηγαίνοντας άκεφος μια μέρα να συναντήσει το αφεντικό που θα του έδινε δουλειά, καθώς περπατούσε με τη σκέψη του στην Άννα… «φύγε», του φώναξε και τον έσπρωξε με βία. «Σου πήγε πολύ που καταδέχτηκα να σου μιλήσω. Ποιος νομίζεις ότι είσαι…» κείνη την ώρα, ο μαραγκός, ένας μεσήλικας, ο κυρ Τάσος, του φώναξε μέσα από το μαγαζί του:

«Πάνο! Ωρέ Πάνο. Βρε εγώ σε κρένω και συ αλλού βρέχει. Πού σκαπετάει ο λογισμός σου; Για έλα σαδώ που σε θέλω. Βρε συ; Έτσι περνάνε μέσα απ’ την αγορά; Σαν κρεμασμένο κοτόπουλο; Τι έπαθες; Τα’ δες τα μούτρα σου στον καθρέφτη;»

«Τι σου ’πε ο πατέρας μου;» 

«Τι να μου πει; Θέλει να σε πάρω να μάθεις την τέχνη. Να βρεις το δρόμο σου, λέει, κι όποτε –κι αν δύναμαι αργότερα-να σου δίνω και κάτι... Χμ!... Θέλεις τώρα να σου μολοήσω την καρδιά μου; κι αυτούνο να μείνει μεταξύ μας γιατί είσαι καλό παιδί και σ’ εχτιμάω. Στουμπάω το κεφάλι μου που δε προχώρησα στα γράμματα. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου με φώναζε κεια τα χρόνια αλλά που εγώ μυαλό».

Εκείνη την ώρα μπήκε χαμογελαστός στο μαγαζί ο ενωματάρχης της Αγράμπελης, ο οποίος πρόσφατα είχε πάρει τον μικρό Πάνο στο σπίτι του για αγγαρείες.

«Γεια σου, μπάρμπα-Τάσο. Πώς πάμε;» λέει χτυπώντας τη βεργούλα του στον πάγκο. «Α! Να κι ο Πάνος. Τι κάνει εδώ, σου γυαλίζει τα παπούτσια».

«Κοιτάει τη δουλειά…»

«Ελπίζω να μη σου κάνει την ίδια δουλειά που έκανε και σε μένα. Σήμερα η νεολαία παρασύρεται. Δεν είναι να την εμπιστεύεσαι. Βλέπεις το μικρόβιο του αναρχισμού και του κομμουνισμού εισχωρεί παντού κα δηλητηριάζει τους πάντες. Αλλά το Κράτος δεν ξεγελιέται. Η ιδεολογία της κυβέρνησης της 4ης Αυγούστου είναι ξεκάθαρη κι ας θέλουν αυτοί να την παραπλανούν. Κι ακόμη - αυτό το λέω ιδιαίτερα για σένα Πάνο- η πατρίδα μας χρειάζεται χέρια για να πάει μπροστά…» (σελ.106)

Μετά από μια ατυχή δουλειά σε ένα «αφεντικό» στον Έπαχτο, που χόρτασε δουλειά, κρύο και ψείρα, πείνα και ξύλο, κατηγορήθηκε για κλέφτης προκειμένου το «αφεντικό» του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Έτσι ο Πάνος… δραπέτευσε. Περιπλανώμενος και εξαντλημένος βρέθηκε από τον κυρ-Κώστα σε μια γωνιά σωριασμένος καταγής... Λίγες μέρες μετά:

«Πού βρίσκομαι;» ψιθύρισε και κοίταξε ολόγυρα.

«Στο καμαράκι του μαγαζιού μου. Και… μην το νομίζεις παρακατιανό. Το ’χω σαν σπίτι μου. Κώστας Κρανιώτης», του συστήθηκε.

«Ο… κυρ Κώστας; Δίπλα στο σαμαρά;» έκανε με δισταγμό».     

«Την άρπαξες βαριά, φίλε μου. Πολύ βαριά. Αλλά… πάλι τυχερός· τη γλύτωσες». Έκανε να ανασηκωθεί. Τότε είδε πως φορούσε πιτζάμες μεγάλες.

«Πού είναι τα ρούχα μου;» ρώτησε δειλά.

«Είχαν κάτι απρόσμενους επισκέπτες που δε θα σου άρεσαν καθόλου. Τα βγάλαμε… τα βράσαμε… Μη στεναχωριέσαι όμως. Θα τα ξανάχεις γρήγορα όπως και τα μαλλιά σου. Δε θ’ αργήσουν να ξαναβγούν. Ε, ψιλή μηχανή ήταν αυτή! Τι να κάνουμε;»

«Ψείρες;» έκανε και κοκκίνισε ολόκληρος…

. . .

«Πλησίαζαν ξανά οι γιορτές, γράφει η Βάνα Κοντομέρκου στη σελίδα 224, σκάβοντας βαθύτερα την πληγή των αναμνήσεων. Σε κάθε γωνιά της μισοερειπωμένης Ευρώπης, μικρά, αδύναμα κεριά φώτιζαν το σπαραγμό της ανθρώπινης ψυχής. Το μήνυμα της αγάπης του Θεού έμοιαζε σαν ουτοπία μέσα στη θλιβερή εικόνα της καθημερινής συμφοράς. Από παντού, ερχόταν ο θρίαμβος του Άξονα σαν ένας πνιγερός εφιάλτης. Η Ελλάδα ακρωτηριαζόταν συνεχώς και πνιγόταν στο αίμα. Η πολιτική και οικονομική εξαθλίωση όσο πήγαινε και προχωρούσε βαθύτερα. Η πείνα, η ελονοσία και η φυματίωση θέριζαν τον κόσμο. Μεγάλοι και παιδιά, κορμιά σκελετωμένα, σωριάζονταν καθημερινά στους δρόμους. Τους μάζευαν με τα κάρα. Οι άνθρωποι έψαχναν μέσα στα σκουπίδια για φαΐ και πουλούσαν στη μαύρη αγορά οικογενειακά κειμήλια για μια οκά αλεύρι…»

Γ

Οι μάχες μεταξύ των Γερμανών κατακτητών και Ελλήνων ανταρτών μαίνονταν σε όλα τα σημεία της Ελλάδας. Μέσα από τις σελίδες του έργου «φλογισμένες πέτρες», ιδιαίτερα στην τρομακτική δεκαετία του 1940, ζήσαμε και διδαχτήκαμε για μια ακόμα φορά μέχρι πού επιτρέπεται η ε λ ε υ θ ε ρ ί α  του Έλληνα. Στο Μεγάλο σηκωμό του γένους  πρωτοστάτησαν το σφρίγος, το ρίγος και το δέος, η λαχτάρα, η αγάπη και παν απ' όλα τα νιάτα. Ο Μεγάλος σηκωμός πήρε στην αγκαλιά του αμούστακα παιδιά, αγένωτες κοπέλες, μεστωμένους και γέρους. Δεν διάλεξε ηλικίες μα διψασμένους αγωνιστές και πατριώτες. Έτσι και στον επόμενο σηκωμό του αιώνα μας με τους Ιταλο-Γερμανούς κατακτητές, το προσκλητήριο ήταν το ίδιο.

Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, μήνας χειμωνιάτικος και δύσκολος για τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, ο Πάνος, όπως συχνά έκανε έγραφε στο ημερολόγιό του: «Οι μέρες περνάνε έντονα, αφήνοντας πίσω τους μια αίσθηση βασανιστική. Ο αέρας φυσάει κρύος, κρύβοντας στο αναδίπλωμά του μηνύματα μακάβρια, εφιαλτικά, που κόβουν την ανάσα. Στη μοναξιά μου, έπαψα πια να ακούω τον ψίθυρο των δέντρων. Ακούω μόνο το θρήνο που φέρνει ο άνεμος απ’ τα Καλάβρυτα απέναντι. Οι κορφές του Παναχαϊκού έχουν σβηστεί. Στη θέση τους, το άψυχο κενό, που άφησαν εκεί οι καπνισμένες κάνες των Αρίων. Στέρεψε τα κουφώματα η σιωπή των αθώων. Κι αυτοί που μείναν πίσω ζωντανοί, ακρωτηριασμένα κουφάρια του εαυτού τους, θα ευχόντουσαν να ήταν τώρα πεθαμένοι. Πηχτό, νωπό αίμα! Δεν πίνεται από τη γη. Το κερί λιώνει στο δάχτυλό μου. Καίγεται η σάρκα. Το πετσί ξερό. Χριστός Γεννάται!»

Ο εν ενεργεία αξιωματικός του Ελληνικού στρατού ταγματάρχης Καρτάλης, ήταν παλιός και στενός οικογενειακός φίλος του Χρήστο Βλαντή. Αξιωματικοί και οι δυο με παράδοση και ρίζες στο έθνος, τόσο στην Κατοχή όσο και στον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν παρόντες. Στο σπίτι των Βλανταίων, του Χρήστου Βλαντή, ο ταγματάρχης Καρτάλης, παρόλο που με τον Αρτέμη είχε αγεφύρωτες διαφορές, τον έβλεπε σαν μελλοντικό γαμπρό του στην κόρη του, τη Δέσποινα, χωρίς να λογαριάσουν τον Αρτέμη. Όταν οι προθέσεις του Καρτάλη ανατράπηκαν και τα όνειρα της Δέσποινας ναυάγησαν, η κόρη του απογοητευμένη αυτοκτόνησε. Αυτό δυνάμωσε την έχθρα του Καρτάλη, έναντι του Αρτέμη και ο Καρτάλης βρήκε την ευκαιρία να τον εκδικηθεί. Φεύγοντας από το σπίτι του για κάποια μυστική αποστολή, ο Καρτάνης με έναν συχωριανό, το Ζούλουπα, έξω απ’ την Αγράμπελη, του έστησαν παγίδα.

 «Σύντροφε Γεωργίου…συγνώμη για την ενόχληση» έκανε ειρωνικά. «Αλλά, θα πρέπει να μας ακολουθήσεις με το καλό».

«Δεν καταλαβαίνω το λόγο. Ποιοι είστε και με ποια ιδιότητα με συλλαμβάνετε;»

«Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σου απαντήσουμε» είπε ο άλλος. «Απλώς σου υπενθυμίζουμε πως είμαστε το Ελληνικό Κράτος, που θέλει να ξεκαθαρίσει κάτι σκουλήκια σαν και σένα». Είχε κατεβασμένη την τραγιάσκα και κρατούσε το πιστόλι του πάνω απ’ το κεφάλι του.

«Κάπου έχουμε ξανασυναντηθεί». Ο τύπος με την τραγιάσκα γέλασε.

«Χαίρομαι που το ακούω. Κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Μπες μέσα λοιπόν, με το καλό. Χωρίς φασαρίες».

«Δεν μπαίνω πουθενά, αν δε μου εξηγήσετε τι ζητάτε».

«Πολύ καλά». Έσκυψε κοντά του. «Στους πεθαμένους δε δίνονται εξηγήσεις. Αρτέμη Βλαντή. Απλώς τους θάβουν! Αυτό νόμιζα πως το ’ξερες», έκανε αργά.

«Ταγματάρχα Καρτάνη!» ψέλλισε παγωμένος.

«Ζούλουπα, κράτα τον γερά!»

«Καρτάνης και Ζούλουπας μαζί! Φονιάδες!» φώναξε κι έκανε να τους ορμίσει.

«Για της πατρίδας τη λευτεριά» φώναξε ο Αρτέμης». Ακούστηκε ένας ξερός κρότος. Το σώμα του Αρτέμη τινάχτηκε κι έμεινε ακίνητο.

«Του τη φύτεψα εκεί που αιμορραγεί η πατρίδα μας. Ζούλουπα, βόηθα να βάλουμε το πτώμα στο αυτοκίνητο». (Σελ. 518)

Δ

Τριάντα χρόνια αργότερα η ζωή στην Αγράμπελη είχε επανακτήσει τους παλιούς ρυθμούς της. Βέβαια, είχαν φύγει πολλοί άνθρωποι· ο καπνός, η αντάρα, αφήνοντας πίσω τους βαρύ πένθος και ερείπια. Το κάθε σπίτι είχε ένα θύμα. Κάποια άλλα περισσότερα. Θύτης και θύμα: Ένας «πατριώτης» ή ένας «προδότης». Ο Πάνος, εξαιτίας του Εμφυλίου είχε χάσει τη νεαρή αδελφή του, σύζυγος του Αρτέμη.

Οι Βλανταίοι δεν είχαν καλλίτερη τύχη. Ο Χρήστος Βλαντής, φίλος του Καρτάνη, σκοτώθηκε σε επιχειρήσεις με το Δημοκρατικό Στρατό. Ο γιος του, ο Αλέξης, φίλος και συνομήλικος του Πάνου-φιλάσθενος και άσχετος σκοτώθηκε εντελώς άδικα από τους αντάρτες. Άλλοι φίλοι του Πάνου προδόθηκαν και δολοφονήθηκαν, γιατί βοηθούσαν τον ΕΛΑΣ. Τον Καρτάνη τον γονάτισε κακιά αρρώστια και τον έλιωσε.

Άλλοι, άλλοι πολλοί πλήρωσαν ακριβά για τον ίδιο σκοπό· για τη λευτεριά. «Δεξιοί» και «Αριστεροί» σκοτώθηκαν για την πατρίδα. Κάποιοι εξ αυτών, όπως ο Ζούλουπας, απ’ τα παιδικά του χρόνια αντίπαλος του Πάνου, πρόστυχα και βίαια μεταχειρίστηκε την Άννα και τα χέρια του τα είχε βαμμένα με το αίμα της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Η μεγάλη έκπληξη για ολόκληρη την Αγράμπελη ήταν ο γυρισμός του Αρτέμη, του οποίου, η σφαίρα του Καρτάνη τον βρήκε σε μια ταμπακέρα που είχε στο μέρος της καρδιάς του, όταν κάποια φορά του τη χάρισε η Αγλαΐα. Νομίζοντας πως είχε πεθάνει βιαστικά τον φόρτωσαν στο αυτοκίνητο σαν τσουβάλι και τον πέταξαν σένα χωράφι, όπου τον βρήκε ένας χωρικός και τον συμμάζεψε. Εκεί σ’ αυτό το χωριό, του κόψανε το πόδι. Στη συνέχεια φυγαδεύτηκε περνώντας έναν Γολγοθά, που κι αυτός συγκαταλέγονταν στα ιερά της …ελευθερίας, που κράτησε μέχρι τη μέρα του γυρισμού του στην Αγράμπελη.

Μια άλλη έκπληξη ή ειρωνεία της τύχης, που συντάραξε τον Πάνο και συννέφιασε τη ζωή του, ήταν ο κρυφός έρωτας που είχε ο γιος του με την κόρη του Ζούλουπα…«Αλλά ο Ζούλουπας…αυτή η αιμοβόρα βδέλλα ζει και βασιλεύει. Είναι μάλιστα εδώ. Πανάθεμά τον: Πόσο τον μισώ Θεέ μου, πόσο τον μισώ!» είχε πει στον Αρτέμη με θυμό μόλις βρεθήκανε.

Επίλογος: είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις αποσπάσματα μέσα από ένα έργο, όπως το «φλογισμένες πέτρες» της Βάνας Κοντομέρκου. Προκειμένου να δώσεις κάποιες εικόνες στους αναγνώστες, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που δεν το έχουν διαβάσει, το «διάλεγμα» αποσπασμάτων είναι υπόθεση που πονάει. Η πέννα της μεστής γραφής της συγγραφέως, είναι βουτηγμένη στα μελανοδοχεία της Εθνικής Αντίστασης, του καταραμένου ξενοκίνητου Εμφυλίου, στα μίση και στα πάθια του «προδότη» και του «πατριώτη», στα οικογενειακά δράματα που είχαν μεταβληθεί σε ατέλειωτη αλυσίδα και έσυραν την Ελλάδα στα σκοτάδια. Το «φλογισμένες πέτρες» είναι ένα πόνημα ρηξικέλευθο· ένα έργο που καίει και ξυπνά ναρκωμένες συνειδήσεις, όχι για να τις κατατάξει σε θέση μάχης και εκδίκησης, αλλά σε παράσταση συμφιλίωσης, συγχώρεσης και αλληλοσυμπόρευσης για ένα καλλίτερο αύριο. Ένα έργο που καίει κορμί και ψυχή!

Εν κατακλείδι, μιας και το βιβλίο «φλογισμένες πέτρες» έχει αναφορά στο κοινωνικοπολιτικό επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών του 2οου αιώνα, στην Κατοχή-Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο σπαραγμό, ο Εμφύλιος αποτελεί γιγαντιαίο κομμάτι της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας. Η αδιαφορία του Πολίτη ή και η δυσφορία όταν τους μιλάς για τον Εμφύλιο Πόλεμο, δεν έχει σαν σκοπό τη διατήρηση του μίσους και των παθών του παρελθόντος, αλλά την αφύπνιση προς αποφυγή άλλων δυσάρεστων καταστάσεων. Κανείς άλλος δεν πόνεσε από τη Μάνα Ελληνίδα.

Για την αντιμετώπιση και την απάθεια στα συμπαρομαρτούντα, όπου όλοι μας εισπράξαμε τις «αμοιβές», θα ήταν μεγάλο λάθος η άγνοια. Μάλιστα για τις σημερινές χαώδεις από κάθε άποψη καταστάσεις, τα αίτια των «κακών κειμένων» βρίσκονται πολύ πίσω. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η συγγραφέας με το αβάκιο στο χέρι χρησιμοποιώντας ένα «μείγμα» μελάνης σμιλευμένο και ανακατωμένο από περίσσιο δάκρυ και πόνο, πέτρα, θλίψη και δίψα.

Η αναζωογόνηση της Ιστορίας, όπως αυτή διαγράφεται από την πέννα της Β. Κ., αποκτά μια ξέχωρη ιστορική διάσταση και μαζί με τη γοητεία της τέχνης, οι σελίδες της θα μείνουν ανεξίτηλες στα περάσματα των αιώνων. Η ταπεινή άποψη του γράφοντα για το βιβλίο, «φλογισμένες πέτρες» είναι ότι πρέπει να πάρει την ανάλογη θέση μέσα στα απανταχού Ελληνικά σχολεία και είναι βέβαιο πως και οι ειδήμονες θα έχουν εμπλουτίσει τις γνώσεις τους.

 

Για το Νέο Χρόνο 2009 εύχομαι σε όλους υγεία και ειρήνη 

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα – Δεκέμβρης 30 2008  pelasgos@fasoulas.de www.fasoulas.de

(*Η Βάνα Κοντομέρκου είναι φιλόλογος και είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ)