creece

Last up date
15.12.2007

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α , ΗΠΑ 2007)

Γράφει ο Βάιος Φασούλας, Τρίκαλα - Ελλάς

 

Προ ημερών, πέρα από τον Ατλαντικό, ένα βιβλίο ταξίδεψε φτάνοντας στα χέρια μου. Λόγου της χαράς και της συγκίνησης που έλαβα, ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με μια μικρή εισαγωγή. Μετανάστης στον τόπο μου! Έτσι συνήθισα να χαρακτηρίζω την δεκαοχτάμηνη επιστροφή μου στη γενέτειρά μου, τα Τρίκαλα, κι έτσι ταιριάζει. Όταν το αναφέρω ή το σκέφτομαι γεμίζω μέσα μου με φως και κόσμο. Σ’ αυτή την πληκτική ζωή, τη φορτισμένη από κοινωνική αδιαφορία και «πολιτικό» θεαθήναι, εκείνο που αλλάζει μέσα μου είναι όταν, πού και πού, βλέπω τους εδώ μετανάστες. Τότε η νοσταλγία πυροδοτεί την ύπαρξή μου. Νιώθω πως κάτι ζει μέσα μου και μέσα από χαραγματιές κρατά ορθή τη σκέψη και το φως μου. Και βρίσκομαι στην Ελλάδα· στην πατρίδα μου. Στη Χώρα που, οι δικοί της μετανάστες, ύμνησαν και δόξασαν σε όλα τα μήκη και πλάτη του Πλανήτη μας. Όμορφη και ζηλευτή η Ελλάδα μας απ’ έξω. Άσχημη, αποκρουστική και απολίτιστη από μέσα. Όλα τα «όργανά» της υπολειτουργούν και κάποια απ’ αυτά έχουν γεράσει ή έχουν πεθάνει. Αυτόν λοιπόν, τον μονότονο ρυθμό της ζωής, ήρθαν να αλλάξουν και να αναζωογονήσουν κάποιες μακρινές στάλες βροχής. Άστραψε μέσα μου ο κόσμος, ξεθόλωσε ο νους και μια αύρα βροχής με παρέλυσε...

Λοιπόν, «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ», Ανθολογία, ΗΠΑ 2007, στάθηκαν αφορμή για το σύντομο εισαγωγικό μου σημείωμα. Μια καλαίσθητη Ανθολογία εννέα (9) Αποδήμων Ελλήνων Συγγραφέων της Αμερικής 284 σελίδων. Πριν προχωρήσω και καταθέσω τις ειλικρινείς μου απόψεις, από τούτη εδώ τη θέση, ας μου επιτραπεί να συγχαρώ τους εννέα δημιουργούς που μ’ αυτό το νέο τους δημιούργημα, δίνουν μια ξεχωριστή πινελιά στους γκρίζους ορίζοντες του σήμερα και να τους ευχαριστήσω θερμά για την αποστολή του βιβλίου τους. Τέλος θα ήθελα να ρίξουμε μερικές σύντομες ματιές σ’ αυτούς τους εννέα «δραγάτες» των μουσών, οι οποίοι, ό λ ο ι  τους έχουν δώσει, και τώρα και παλιά, τους καλλίτερους εαυτού τους.

Ξεκινώντας «ανάποδα», απ’ το πίσω μέρος του βιβλίου της εννιαμελούς πνευματικής παρέας, ο «θαλασσόλυκος», ναυτικός που «έφαγε» τους ωκεανούς με το κουτάλι και βραβευμένος συγγραφέας Γαβριήλ Παναγιωσούλης κλείνοντας την πνευματική αυλαία γράφει:

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»: είναι στάλες δροσιάς που αιωρούνται στον ουρανό και κλείνουν μέσα τους την Ελλάδα. Αστράφτει, μπουμπουνίζει και πέφτουν σαν βροχή ποτίζοντας το Ελληνικό πνεύμα, που ανθεί στα ξένα».    

Ειδήμονες του λόγου (πεζού, ποιητικού, κοινωνικού και πολιτικού) δίνουν με τα κείμενά τους μια απ’ τις σπάνιες σε πλούτο πανσπερμία κειμένων.

 

 «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α ,  ΗΠΑ 2007)

Γιώργος Αβράς -Manhattan –USA

 

Πρώτος, με αλφαβητική σειρά, ανοίγει την αυλαία ο πολυπράγμων και πολυμήχανος, πολύγλωσσος και ανήσυχος Θεσσαλονικιός Γιώργος Αβράς, όπου με τα πνευματικά του «πυρά» μάχεται για τα δίκαια του Αποδήμου Ελληνισμού μεταξύ των οποίων ως πρώτο έχει επιλέξει την «Επιστολική Ψήφο» των Αποδήμων Ελλήνων. Ασυμβίβαστος και ανυποχώρητος, χρόνια τώρα, δίνει τις μάχες του με τις ελληνικές κυβερνήσεις μέχρι την πλήρη δικαίωση αυτού του δημοκρατικού αγαθού. Οι επισημάνσεις του, συνοδευμένες από προτάσεις, δίνουν τις διαστάσεις ενός άξιου «χειρούργου» που μπορεί να ανοίξει και να κλείσει  τομές όταν και όπου χρειαστεί. Το αφούγκρασμα των ελληνικών κυβερνήσεων και λοιπών οργανισμών της Διασποράς επιβάλλεται.

«Είναι περίεργο» γράφει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Αβράς, «μάλιστα πολύ περίεργο, αλλά καμία Ελληνική Κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν αντελήφθη την σπουδαιότητα και τη βοήθεια που μπορούν να προσφέρουν στη Μητέρα-Πατρίδα οι Έλληνες του Εξωτερικού. Είτε Δεξιοί είτε Αριστεροί. Κι επίσης δεν καταλαβαίνουν ότι είμαστε λίγοι. Κι ότι δεν πρέπει να χάσουμε ούτε έναν…Έχουμε απόλυτη ανάγκη από όλους…»

Τα κείμενα που καταθέτει ο Γιώργος Αβράς στην Ανθολογία «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ» είναι κείμενα υψίστης σημασίας και άξια προσοχής τόσο από κάθε άποψη διαφωτιστικά και πλούσια σε ύλη η «Επιστολική Ψήφος» όσο και το «Οι Μακεδονομάχοι» ένα διαχρονικό ιστορικό διήγημα που ξεκινά από τον 19ο αιώνα (1887) δεμένο με το νήμα της πραγματικότητας και την οικογένειά του και φτάνει μεγαλοπρεπώς στις μέρες μας επίκαιρο και ζωντανό...

«Ο Ιωάννης (Γιάγκος) Αβράς, απεφάσισε να πάει κι εκείνος στη Μακεδονία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παύλου Μελά. Ήταν η εποχή που ο πατριωτισμός των Ελλήνων ξεχείλιζε ορμητικός, και όλοι οι νέοι ήσαν έτοιμοι για ηρωικά κατορθώματα. Το ένα Ελληνικό Αντάρτικο Σώμα μετά το άλλο, έβγαινε στην Μακεδονία, προσπαθώντας να αναχαιτίσουν τους Τούρκους και τους Βουλγάρους Κομιτατζήδες της περιοχής, που συνεργάζονταν μεταξύ τους αρμονικά…».

Ήταν ένα απόσπασμα από το: «Οι Μακεδονομάχοι». Ο Γιώργος Αβράς είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ.

 

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Σπύρος Δαρσινός –Nashville - USA

 

Ακολουθεί ο Κορίνθιος ποιητής Σπύρος Δαρσινός, μέλος του ΔΣ της ΕΕΛΣΠΗ και τομεάρχης Αμερικής. Με το ποιητικό έργο του Σπύρου Δαρσινού είχα ασχοληθεί και στο παρελθόν με τις «Πέτρινες Άρπες» και είχα καταθέσει τις απόψεις μου. Σήμερα με τα ποιήματα που διάβασα επιβεβαιώθηκαν οι τότε απόψεις μου.

  Έγραφα τότε, Γερμανία Μάιος 2005, για το έργο του «Πέτρινες Άρπες» και το επαναλαμβάνω και σήμερα, ανάμεσα μ’ άλλα και τούτα: «Ένας ακούραστος και φλογερός «φούρναρης», λοιπόν, και ο Σπύρος Δαρσινός, που έντεχνα και αθόρυβα μεταβάλλεται σε «Δούρειο Ίππο» και σαν σύγχρονος και πολυπράγμων Οδυσσέας μεταφέρει τα πυρά τού ασυμβίβαστου λόγου του στα μεγάλα αλώνια του κόσμου μας. Κι εκεί σαν «εισβολέας» εισβάλει στα ναρκωμένα απ’ την ύλη ανθρώπινα πνεύματα και ταρακουνά τα κολλημένα και αλλοιωμένα απ’ τη σήψη νερά προσπαθώντας να αλλάξει τον ρου των πραμάτων· τον ρου το κακών κειμένων...»

Η σφυρηλάτηση του λόγου τού ποιητή Σπύρου Δαρσινού γίνεται στα μύχια της ψυχής του και ο λόγος του, έχει από τους αναγνώστες του απαιτήσεις. Ακούραστος, ανήσυχος και αγέρωχος, με έναν δικό του τρόπο, καταγράφει τις εκφάνσεις της καθημερινότητας σε στίχους, όπου κι αν αυτές συμβαίνουν κι αυτό το επιτυγχάνει με τα άπειρα οξυδερκή αποθέματα που διαθέτει και του επιτρέπουν να «ξεπηδά» τα σύνορα. Ας δούμε κάτι από το Σπύρο Δαρσινό που γράφει στην Ανθολογία «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»:

 

Α Π Ο Α Υ Ρ Ι Ο Κ Ι Ο Λ Α Σ

 

«Γι’ αυτό σας λέω από αύριο κιόλας θ’ ατσαλώσω

 τους στίχους μου με τη γροθιά μου.

Θα βροντήξω τον λόγο μου με την περπατησιά μου

Δεν θα ξαναγράψω εγώ στίχους βεντάλιες στο

ιδρωμένο πρόσωπο της ενοχής.

Δεν θα βγάζω εγώ ακόντια από τα στήθη μου για

να γίνονται χαϊμαλιά στο στήθος τής ασχήμιας ούτε

θα στολίζω με τριαντάφυλλα γλάστρες με τσουκνίδες.

Από αύριο κιόλας θα μιλήσω στο γείτονά μου για

εκείνον τον συνοριακό τοίχο που μας κρύβει τον ήλιο.

Από αύριο κιόλας λόγο τον λόγο αφή την αφή θα κάνουμε

σφυριά τις ψυχές μας και θα γκρεμίσουμε εκείνον τον τοίχο

που μας κρύβει τον ήλιο.

Και τότε τα ποιήματά μας δεν θα είναι ακόντια στα στήθη

μας αλλά ορθοπόρα βέλη στις ευήλιες γωνιές τής ψυχής μας».

 

 

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Ευάγγελος Διακογιάννης - Whitestone-USA

 

Μεταξύ «σφύρας» και «άκμονος» κινείται ο τρίτος κατά σειρά στην Ανθολογία ο Αθηναίος συγγραφέας Ευάγγελος Διακογιάννης, ο οποίος, αν και όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογό του, «οι σχέσεις μου με τα βιβλία ποτέ δεν ήσαν αρμονικές» παρουσιάζει έναν καταπληκτικό συνδυασμό από ποίηση και πρόζα με ευχάριστα διηγήματα και ποιήματα αντίστοιχα. Αυστηρός με τον εαυτό του αποφεύγει τη «σύγκρουση» με τον αναγνώστη τον οποίο σέβεται και εκτιμά. «Ίσως γιατί πιστεύω πως ο αναγνώστης συχνά εξαπατάται. Χωρίς να το θέλει εθίζεται στις «αρχές και τα πρότυπα» μιας δοτής  και ενίοτε νόθας τελολογικής επιτήδευσης όπου η τέχνη και το είδος του λόγου μπασταρδεύονται από μωροφιλόδοξους «γραφιάδες» που προσπαθούν να αναρριχηθούν».

Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντα, προσπάθεια του Ευάγγελου Διακογιάννης είναι τόσο με τα προλεγόμενά του όσο και με τα κείμενα που παραθέτει στην εν λόγω Ανθολογία, από τη μια είναι να «προστατέψει» τον αναγνώστη και παράλληλα να του δώσει πραγματική πνευματική τροφή –την οποία και επιτυγχάνει- και από την άλλη να πληροφορήσει-μηνήσει και να ανατρέψει τη «φιλοσοφία» της «αναρρίχησης» των «γραφιάδων» στους αδαείς αναγνώστες. Κλείνοντας με τον Ευάγγελο Διακογιάννη ας διαβάσουμε ένα ερωτικό ποίημα του:

 

Α Ε Ι Ρ Ρ Ο Ο Σ Κ Ι   Α Ε Ι Θ Α Λ Η Σ

 

«Τα νιάτα είναι δυο λογιών /  σταφύλια στο αμπέλι

τ’ άγουρο είναι πιο στυφό /    τ’ ώριμο στάζει μέλι

Τα νιάτα για να ξέρετε /   αρχίζουν στα εξήντα,

Τα ερωτικά σκιρτήματα /    μετά τα εβδομήντα!

Υπάρχουν άνδρες σήμερα /    τρελοί για γκριζομάλλες,

άλλοι αργοπεθαίνουνε /      για κάποιες ασπρομάλλες.

Εμένα αν ρωτήσετε,   /     ποιες έχω προτιμήσεις,

όλες τις θέλω ειλικρινά /      μισώ τις διακρίσεις.

Και μη μου το «κολλήσετε» /    πως είμαι πλεονέκτης,

η φύση μ’ έφτιαξε έτσι δα /    δεν είμαι εγώ ο φταίχτης».

 

 

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Στέλλα Ζαμπούρου-Φόλλεντερ - W. Hempstead-USA

 

 «Για τη ζωή και τον άνθρωπο, για τη φύση και τον έρωτα, για την αγάπη του αύριο!». Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα «μότο» για τη Στέλλα. Μετά τον ήλιο, ο έρωτας. Αυτός αποτελεί πηγή ενέργειας που πλάθει τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Ένα «σχολειό ανατομίας, συμμετοχής και παρέμβασης» απαραίτητο για την παρουσία και την ύπαρξη του ανθρώπου. Άλλωστε, Ζωή χωρίς έρωτα δεν είναι παρά μια μόνιμη σκιά στη ζωή, μια απλή συμμετοχή, ένας συμβιβασμός ή μια υποχώρηση-παράδοση της προσωπικότητας. (Αυτά από ένα προηγούμενο σχόλιό μου, Μάιος 2005 Γερμανία, στα «Τρυφερά Πατήματα;» της Στέλλας Ζαμπούρου-Φόλλεντερ, η οποία είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ).

Η Στέλλα Ζαμπούρου-Φόλλεντερ, μια Αθηναία γυναίκα ανάμεσα στην ανδρική παρέα, δημιουργών του «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ», μια γυναίκα που δροσίζει και εμπνέει, μια γυναίκα που αναστατώνει τα θολά νερά της εφήμερης απραξίας, που προσκαλεί και προκαλεί όλους εκείνους που «κόπτονται» για το λόγο, για την αγάπη, για την ειρήνη ακόμα και για τον έρωτα, στον οποίο, έρωτα, η Στέλλα Ζαμπούρου-Φόλλεντερ με τα πολύχρωμα δυναμικά ποιήματά της ανατρέπει τη φτηνή ερωτική ποίηση, της οποίας λείπουν τα πραγματικά πετράδια, και η ποιήτρια, κοινωνιολόγος και ανατόμος, ακούραστα και επίπονα, με στοχασμούς και λεπτούς ευαίσθητους χειρισμούς τοποθετεί τα δικά της. Πέρα από την πραγματικά ζηλευτή ποίησή της, η Στέλλα, με τα κείμενά της είναι πάντα παρούσα στα καθημερινά που απασχολούν κάθε άνθρωπο και μέσω διαδικτύου με τα κείμενά της ξεσηκώνει και παροτρύνει τους φίλους της προς μίμηση. Αναστατώνει, προβληματίζει αλλά και γοητεύει με ποικίλες παρεμβάσεις, που προκαλούν τη μάθηση της γνώσης, ανατρέπει το «ανδρικό κατεστημένο» κάνοντας χαρισματικές τομές στην αγάπη και στην απέχθεια

«Αγαπώ…» γράφει στο βιογραφικό της σημείωμα… «την οικογένειά μου, την πατρίδα μου, τους φίλους μου, ΟΛΑ τα παιδιά του κόσμου, τη θάλασσα, τα λουλούδια… προπαντός τα ελληνικά γιασεμιά… το διάβασμα, την έξυπνη συζήτηση, το διάλογο που σέβεται την διαφορά, την πλατιά αντίληψη που δεν δένεται σε καλούπια, θρησκείες, χρώματα, εθνικότητες και φανατισμούς πάσης φύσης». Προσθέτει δε ότι: «απεχθάνομαι τον πόλεμο, την αδικία, τον κυνισμό, την υποκρισία, το κακόβουλο κομπλεξικό κουτσομπολιό, τον ρατσισμό και την προκατάληψη, τον φανατισμό και τη θελητή μετριότητα σ’ έναν άνθρωπο που έχει όνειρα και ταλέντα, αλλά φοβάται να απλώσει διάπλατα και λεβέντικα τα φτερά του στα ψηλά πετάγματα της ζωής».

Χρόνια τώρα παρακολουθώ το κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο της Στέλλας το οποίο έχει αρκετούς ορόφους. Κι αυτό είναι μια δυσκολία να επιλέξει κανείς ποιήματα της. Ο «κήπος» της δεν έχει μόνο ελληνικά γιασεμιά και κρίνους αλλά πλαισιώνεται από ένα άρωμα ποικίλων ποιητικών λουλουδιών, από μια ανεξάντλητη αύρα και από μια μελωδική ερωτική γοητεία…

 

Π Ε Τ Α Γ Μ Α Τ  Α

 

«Δεκάδες τα χρόνια… Μύριες άγρυπνες νύχτες… έναν ωκεανό

δάκρυα σε ξέρω.

Οι στιβαροί σου ώμοι διαγράφουν στην ανατολή και στην

δύση του δρόμου μου όλο το πλάτος και όλο το μήκος του

ορίζοντά μου…

Μια χούφτα βότσαλα ο κόσμος που ξαπλώνεται στην παλίρροια

της ζωής…

Ένα άπιαστο πουλί τ’ όνειρο της κατάκτησης της ανήσυχης

ψυχής μου - μια φαεινή ύλη που γλιστρά σε ακράτητη ροή .

Τα χρώματα της ζωής παίρνουν την χρυσοκόκκινη ανταύγεια

του φθινοπώρου πριν κρυσταλλώσουν στην ανάσα του χειμώνα

που καλπάζοντας κατεβαίνει απ’ τα βουνά…

Σου στέλνω χαιρετίσματα με τα πουλιά που ταξιδεύουν

κοπάδια, κοπάδια για πιο ζεστά κλίματα… Στα μικρά τους

ράμφη αποθέτω τα λόγια που θα σου ’λεγα… Ίσως

τραγουδήσουν μακριά στον ζεστό ήλιο πόσο σ’ αγάπησα…»

 

Α Π Ο  Τ Α  Α Ν Ο Ρ Θ Ο Δ Ο Ξ Α

 

«Φοβάμαι ν’ ανοίξω / διάπλατα το παράθυρο…

Όσο απομένει κλειστό / μπορώ να ονειρευτώ

τους κήπους τους λουλουδιασμένους…

Την δροσιά της άνοιξης…  / Το χάδι της γαλανής μέρας…

Τα μάτια σου τρυφερά / γεμάτα αγάπη να με αγκαλιάζουν…

ΟΛΑ όσα  ζουν μέσα μου!..   / Όσο παραμένει κλειστό

μπορεί το όνειρο / να παραμείνει ζωντανό…

Η ομορφιά της ζωής   / άγγιχτη…

Κι όταν ανοίξει διάπλατο,.. / Φοβάμαι το φως τι θα δείξει…

Κάποια γκρεμισμένα είδωλα… / Μαραμένες βιολέτες

στα αντικρινά μπαλκόνια… / Ένα παιδάκι μοναχικό

χωρίς  χαμόγελο…

Κάποια πτυχή της αληθινής μέρας…

Αυτή που δεν αφήνω τώρα  / να εισχωρήσει την πεζότητά της…

Την ασχήμια της…   / Τον κυνισμό της…

Στον κόσμο μου…»                   

  

 

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Νίκος Λιψάνος – Manhattan - USA

 

Ο Λάκωνας, Νίκος Λιψάνος, είναι ένας βραβευμένος ποιητής, ζωγράφος με αρκετούς πίνακες που έχουν εκτεθεί στο Students League of New York και θεατρολόγος της Ελληνικής Μυθολογίας, όπως αναφέρει ο ίδιος. Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς τις επιδόσεις ενός θεατρολόγου «στήνοντας» ένα έργο όταν παράλληλα είναι και ζωγράφος. Τα θεατρικά μονόπρακτα που καλύπτουν αρκετές σελίδες στην Ανθολογία «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ», με τέχνη και σοφία, μεταφορικά αντιπαρατίθενται στο χτες και στο σήμερα. Το πάθος και ο έρωτας για το θέατρο με αναφορά τη Μυθολογία κυριαρχούν έντονα μέσα του. Αυτό βγαίνει από το έργο του στην εν λόγω Ανθολογία και από τον ίδιο ο οποίος στο μονόπρακτο θεατρικό του έργο πριν ακόμα ξεκινήσει γράφει:

«Η Ελληνική Μυθολογία, διαβάζεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του πολιτισμένου κόσμου. Κι εμείς, σαν Έλληνες, είμαστε υποχρεωμένοι, όχι μόνο να την κρατούμε ζωντανή, αλλά και να τη συνεχίζουμε».

Παράλληλα ασχολείται και με τη λογοτεχνία την οποία μας τη δίνει μ’ ένα μεστό διήγημα: «ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑ». Πρόκειται για μια «σύγκρουση» με τον ψυχικό κόσμο του, τον οποίο, θεωρεί ακαμάτη, ένοχο, δειλό. Ας δούμε ένα απόσπασμα:

 

«Ε Ν Τ Ι Μ Ο Τ Η Τ Α»

 

  «Καλά που άρχισε να σκοτεινιάζει…

Ω μαύρο σκοτάδι   

  έλα πυκνό και σκοτεινό

σκοτεινό κι ανταριασμένο

και πάρε με. Πάρε με στα πιο σκοτεινά σου βάθη

στις πιο σκοτεινές σου νύχτες

στον πιο σκοτεινό σου Άδη

και θάψε με. Θα με λυτρώσεις. 

Αχ δεν είναι ώρα για ποίηση. Και μ’ αγγίζει τόσο πολύ αυτές τις στιγμές. «Θες να λυτρωθείς, ε;». Έτσι μίλησε η άφωνη φωνή μέσα μου. Και συνέχισε. «Και να θαφτείς στα σκοτάδια…τρομάρα σου. Ένοχε, δειλέ, τιποτένιε: που ντρέπεσαι να αντικρίσεις τη ζωή και την κοινωνία. Που η ενοχή σου αρρωσταίνει τους «έντιμους» συνανθρώπους σου, γι’ αυτό ντρέπεσαι να τους κοιτάξεις στο πρόσωπο. Νοείς την ενοχή σου και την ντροπή σου γι’ αυτό είσαι αξιοκαταφρόνητος». Μιλάει άφωνα η συμφορά μου. Και κάθε άφωνη μιλιά της, γίνεται ένα καρφί και κάθε άλλη άφωνη μιλιά της, γίνεται άλλο ένα καρφί και μετά ξεπηδάει ένα μπλαβιασμένο χέρι και παθιασμένα αρχίζει να καρφώνει την ψυχή και το νου μου…»   Ο Νίκος Λιψάνος είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ.

 

 

«ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Δημήτρης Μουστάκης- Astoria-USA

 

Στη σειρά έρχεται, ο επίσης Λάκωνας, Δημήτρης Μουστάκης, ο οποίος, για την Ομογένεια είναι ο κατεξοχήν ακούραστος και καθημερινός, σχεδόν, αρθογράφος, αντικειμενικός και αυστηρός που δεν διστάζει να καταγράφει στα κείμενά του τους «δημιουργούς» των προβλημάτων, όσο αφορά την ύπαρξη της Ομογένειας, στην οποία, ο Δημήτρης Μουστάκης, έχει αφιερωθεί. Θα μπορούσα αχόρταγα να επεκταθώ στο έργο του πολυγραφότατου κοινωνικού ανατόμου Δ. Μουστάκη αλλά και γενικότερα σε όλους τους συγγραφείς της Διασποράς που ευδοκιμούν στις «ξένες» πατρίδες τους και που ακούραστα καταθέτουν στον ιστορικό του μέλλοντος τη δική τους πνευματική και κοινωνική παρακαταθήκη. Η δεξιοτεχνία του χειρισμού του λόγου από τον Δημήτρη Μουστάκη είναι άξια θαυμασμού όχι μόνο στο στήσιμο των ιστών μιας «γκάμας» κοινωνικοπολιτικών θεμάτων, που αν κάποιος τον δει, θα τον δει σαν κοινωνικό ανατόμο και εξειδικευμένο «χειρούργο», που πρώτα επισημαίνει και μετά επιχειρεί την εξαγωγή ποικίλων καρκινωμάτων, που επισκιάζουν τους ανθρώπους και τη γη.

Διαβάζω απόσπασμα από μια «Λακωνική Σύναξη» στο «Συνέδριο Αποδήμων στη Σπάρτη»(1995). «Εμείς, η οργανωμένη σε συλλόγους Ομογένεια στο δυτικό ημισφαίριο, κουβαλάμε στους ώμους την διπλή ευθύνη ενός δυσβάσταχτου χρέους. Του χρέους της διαιώνισης της φυλετικής γλωσσικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Του χρέους για την προάσπιση των εθνικών μας δικαίων και αξιών όταν αυτά διακυβεύονται από εχθρούς και φίλους. Είμαστε ταγμένοι να φυλάμε τις Θερμοπύλες»

Τέλος θα ήθελα για μια ακόμη φορά να επισημάνω πως ο κοινωνικός ανατόμος Δημήτρης Μουστάκης στο πυρετώδες και αέναο «αρχείο της μνήμης του» υπάρχουν και εξακολουθεί να τα καλλιεργεί μεγάλα αποθέματα ιστορικά, λαογραφικά, λογοτεχνικά και ποιητικά σμιλευμένα στα καμίνια της γνώσης. Ο Δημήτρης Μουστάκης είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ.

 

Υ Π Α Ρ Ξ Ι Α Κ Ε Σ   Κ Ρ Α Υ Γ Ε Σ

 

«Αναζητώντας την τάξη των πραγμάτων / την ύλη των οραμάτων

την υφή των ιδεολογημάτων / μέσα σ' έναν κόσμο που στροβιλίζεται

στην αέναη κίνηση των Γαλαξιών / των αστρικών σχημάτων, / της γης την οχλοβοή της σελήνης τη μελαγχολική γαλήνη, και της ψυχής το πέλαγο βαριά τρικυμισμένο. Μέσα σ' ένα πλήθος ανόμοιο, θολό συγκεχυμένο, / αλλοτριωμένο απεγνωσμένο

ποτισμένο με χολή και όξος, στο νού του έχει ο άνθρωπος / την τρυφή και το νέκταρ, και μια υπέροχη εικόνα / της Εδέμ σε αρνητικό.

Τη θωριά της εικόνας σε ξάστερο φόντο, / μόνο τ' αργαστήρι του στοχασμού

καθάρια θα του δώσει, / πάνω στο χαρτί ζωγραφισμένη.

Και ωθεί την εικόνα ο άνθρωπος / όταν περιδεής ανέκραξε:

Αυτός! Εγώ ειμί!

Τότε άρπαξε της χήνας το φτερό / και τ' άσπρο χαρτί στα σπλάχνα του

για πάντα να κράτηση τη μαγική εικόνα, / πριν το προφτάσει ο χρόνος ο αδηφάγος

με το πλατύ το πέλμα τουστη λήθη ν’ αφανίσει.                                                             

Από την άυλη πύλη φάνηκε / η Άτροπος μοίρα σφυρίζοντας:

Από πού έρχεσαι; Πού πηγαίνεις: ποιος είσαι;

Εν αρχή είν' ο λόγος, και ο λόγος είναι γνώση / και στοχασμός και ποίηση

Και ο λογισμός είν' ο λόγος.

Με την ποίηση προσπαθώ να ξεδιαλύνω / το θαμπό πέπλο μυστηρίου που με τυλίγει.

Ξέρω καλά πως υπάρχουν γύρω και μέσα μου

δυνάμεις άγνωστες, αόρατες, σε πολλές διαστάσεις.

Ο πόνος, ο χρόνος, η μοίρα πού παίζουν κυρίαρχο

ρόλο στη σύντομη πορεία της ύπαρξης μου.

Μέσα απ' το λόγο και τη νόηση / ξεπήδησε η φλόγα να διαπεράσω το φράγμα,

και αγκομαχώντας να δώσω μήνυμα  / με το στίγμα του υπάρχω.

Ήρθα σ' επαφή με κόσμους μακρινούς, / ονειρεμένους, απαγορευμένους, απρόσιτους

Ατένισα κόσμους χαμένων ιδανικών, / Χαμένων ελπίδων, χαμένων πατρίδων,

Έκαμα ιαχή την ποίηση ν' ακουστεί η κραυγή μου.

Ήταν κραυγή απόγνωσης, κραυγή ναυαγού 

που πνίγεται στον ωκεανό του ζόβου και του τρόμου / που καλόηχα προσαγορεύεται:

Κοινωνία, πολιτισμός, ανθρώπινες αξίες.

Αξίες που συχνά κρέμονται στα λεκιασμένα χέρια / παλιάτσων και αργυραμοιβών.

...

Είναι η γη κακοτοπιά / ο άνθρωπος διαβάτης

κι ο χρόνος πάει κι έρχεται   / ακούραστο εργάτης…»

 

 

 «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Γαβριήλ Παναγιωσούλης - Bronx-USA

 

Κεφαλονίτης ο συγγραφέας που ακολουθεί στην Ανθολογία «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ», ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης. «Θαλασσόλυκος» κατ’ εμέ, ανοίγει την αυλαία του «Πι» εκθέτοντας τις δικές του Ιστορίες που δεν είναι ούτε λίγες και πολύ περισσότερο δεν είναι φανταστικές. Με τιμά ιδιαίτερα όταν αναφέρομαι στον αγαπητό φίλο Γαβριήλ, με τον οποίο γνωριζόμαστε απ’ τη συγκρότηση της ΕΕΛΣΠΗ. Έχουμε αγωνιστεί και αγωνιζόμαστε μαζί με όλα τα μέλη της ΕΕΛΣΠΗ για το καλλίτερο. Επίσης θα ήθελα να προσθέσω πως είναι παραπάνω από βέβαιο πόσο δύσκολο είναι να καταθέτεις τις απόψεις σου για φίλους και συνεργάτες που γνωρίζεις μέσα από το διαδίκτυο που όμως αποδεικνύονται οι πιστότεροι των πιστών.

Με το Γαβριήλ Παναγιωσούλη συχνά-πυκνά επικοινωνούμε και μεταξύ άλλων, πάντα αναφέρουμε ένα μότο: «Τις ελπίδες, φίλε, δεν πρέπει να τις χάνουμε έστω κι αν είμαστε λίγοι και σκόρπιοι. Η «μετατροπή» μας σε τσοπαναραίους και δραγάτες επιβάλλεται· και για τα πρόβατά μας και για τα χωράφια μας…»

Σε προηγούμενο σχόλιό μου για το βιβλίο του «Αχ! Νάξερα» έγραφα μεταξύ άλλων και τούτα: «Δεν είμαι κριτικός για να αξιολογήσω-βαθμολογήσω ένα έργο, αλλά επειδή πρόσφατα διάβασα το βιβλίο του –ευαγγέλιο, κατά την άποψή μου- ως αναγνώστης θα τολμήσω να πω ότι αυτό το βιβλίο αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή. Το βιβλίο του Γαβριήλ Παναγιωσούλη αναμφιβόλως είναι φορτωμένο από μια ποικιλόμορφη περιπέτεια, βουτηγμένη στην εφήμερη αγωνία και στην αβεβαιότητα για το άγνωστο, μια περιπέτεια χωρίς αρχή και τέλος με μοναδικό στόχο και σκοπό το κυνήγι ενός «ονείρου»….Τάχα πόσοι από μας δεν είχαμε όνειρα…! Για ένα κυνήγι ενός «ονείρου» τράβηξε πολλές φορές το «σπάγκο» να το φέρει κοντά του, μα εκείνο… σαν «όνειρο» πάντα ξέφευγε ή διαλύονταν έτσι που πέθαινε η ελπίδα μιας ημέρας για να φέρει η επόμενη μια άλλη κι εκείνη, στη συνέχεια, να χάνεται και να σβήνει. Μ’ ένα «όνειρο», που γεννήθηκε στην προδομένη και άγρια λεηλατημένη Ελλάδα και στις μαύρες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, έζησε ο «Γερασιμάκης»,(ήρωας του «Αχ! Νάξερα») που τον ακολούθησε στους ωκεανούς και στις θάλασσες και σε όλα τα σημεία του ορίζοντα για να φτάσουν μαζί κάτω απ’ τους ακατάδεκτους και ψυχρούς ουρανοξύστες τής μεγάλης Χώρας. Ένα «όνειρο», δεμένο στην άκρη ενός «σπάγκου», που έμενε άπιαστο και ακατέβατο από τ’ άυλα ύψη του και που μάταια αγωνίζονταν να το φτάσει».

Καταθέτοντας τις απόψεις μου για τους παραπάνω και όσους ακόμα ακολουθήσουν, αναφέρω ότι οι απόψεις μου βρίσκονται πολύ μακριά από συναισθηματισμούς και φιλικά «αγιάσματα». Είναι οι αντικειμενικές γνώμες που βγήκαν μέσα από τη μελέτη της παρούσας Ανθολογίας. Με το Γαβριήλ Παναγιωσούλη, όπως και με άλλους συγγραφείς, γνωστούς και άγνωστους, έτσι και μ’ αυτόν ασχολήθηκα με τα έργα του, που κατά την ταπεινή μου γνώμη, αποτέλεσαν ένα άλλο ό ν ε ι ρ ο, πραγματικό αυτή τη φορά. Όταν διαβάσει κανείς έργο του Γ. Παναγιωσούλη, για πολύ καιρό του μένει η γεύση, η παραστατικότητα, η σοφία που συναντάς για τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα και την περιπέτεια, τις πολύχρωμες αντιπαραθέσεις του «παλιού» και του «φρέσκου», τα αφουγκράσματα των γιγαντιαίων ωκεάνιων κυμάτων, που άλλοτε η οργή τους σε σκιάζει και άλλοτε σε σαγηνεύει ρυθμικά καθώς ακούς τα πλαταγίσματα στα δώθε και στα κείθε πλευρά των καραβιών. Αυτό είναι το ό ν ε ι ρ ο, η πνευματική δομή του Γ. Παναγιωσούλη που προαναφέρω, το οποίο, μέσα από τις αράδες του ξεδιπλώνεται αργά-αργά και σε γοητεύει.

Ο βραβευμένος λογοτέχνης Γαβριήλ Παναγιωσούλης του «Αχ! Νάξερα…» και με άλλες τιμητικές διακρίσεις, μέσα από τα υπερωκεάνια ταξίδια του πολλά έχει να μας πει. Διαβάστε τον! Είναι ενεργό μέλος της ΕΕΛΣΠΗ και του έχει δοθεί ο τιμητικός τίτλος του «Επιτίμου Μέλους» του ΔΣ. Πριν κλείσουμε ας διαβάσουμε στην Ανθολογία, «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ» ένα νέο κομμάτι του:

 

Ο Θ Α Ν Α Τ Ο Σ  Τ Ο Υ Ο Δ Υ Σ Σ Ε Α

 

«Όταν κάνουμε ένα κοκτέιλ από τη ζωή του Έλληνα μετανάστη στα ξένα, τη ζωή του ναυτικού στις θάλασσες, τις περιπέτειες του περιπλανώμενου Έλληνα σε άλλες χώρες, τη ζήλια και τον ανταγωνισμό για την αγάπη του Έλληνα ανάμεσα σε θάλασσα και γυναίκα. Όταν ζήσει μέρος τής ζωής του σαγηνεμένος από της Καλυψώς τα κάλλη, όταν η Κίρκη τον ξελογιάσει, χάνοντας του συντρόφους του, όταν τον σαγηνεύουν γυναικεία φιλιά, όταν νιώσει το δηλητήριο από τσίμπημα κεντριού σφήκας κρυμμένο σε γυναικεία αγκαλιά, όλα αυτά αναμιγνύονται σ’ ένα κράμα παγκοσμιότητας, δημιουργώντας έναν σύγχρονο περιπλανώμενο Οδυσσέα.

Περνούν τα χρόνια.

Με λαχτάρα ψάχνει να βρει τη Ιθάκη (Νησί) του.

Η Πηνελόπη έχει σταματήσει να υφαίνει στον αργαλειό κι έχει εξαφανιστεί.

Η Ευρύκλεια κι ο Άργος έχουν ταξιδέψει στο βασίλειο του Άδη.

Τον Τηλέμαχο τον έχουν νικήσει τ’ αγαθά της Μεγαλόπολης.

Οι μνηστήρες σαν αρπακτικά όρνεα τον αναμένουν λαχταρώντας το θάνατό του για να καρπωθούν τα ξεροχώραφά του. Κοιτά γύρω του ερημιά, ποιο το όφελος να πολεμά; Τότε τον πιάνει το παράπονο, γι’ αυτά που χάθηκαν, γι’ αυτά που άφησε και δεν υπάρχουν, κλαίει για τα χαμένα του όνειρα, για την άδεια του ζωή, για τη χαμένη του Ιθάκη. Κλαίει για την κατάρα του ξεριζωμού, για την πλανεύτρα εκστρατεία προς κατάκτηση τής οικουμένης, για το γκρέμισμα του πιστεύω του. Πολέμησε, βγήκε νικητής κατακτώντας την οικουμένη, καταστρέφοντας την Τροία. Αλλά τον νίκησαν αυτοί που έμειναν, σκοτώνοντας μέσα του τον Οδυσσέα».                        

            

 

  «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Ηλίας (Λούης) Χατζημιχάλης - Baltimore - USA

 

«Τα επίσημα έγγραφα που υπήρχαν πριν χρόνια στα αρχεία της Δημαρχίας του χωριού (Νίκεια) της νήσου Νίσυρος, του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου, έγραφαν ότι στις 24 Απριλίου του 1916, η Ειρήνη Ξενοφώντος Χατζημιχάλη, έτεκεν αισίως άρρεν, πως οι γονείς του το εδήλωσαν με το όνομα Ηλίας, το όνομα του πατέρα της μάνας του. Δια του λόγου το αληθές, το επίσημο αυτό έγγραφο το υπέγραψε ο παπάς, ο δήμαρχος του χωριού και δίπλα του υπάρχει ένα σταυρός και μια υπογραφή «Καλή», Καλλιόπη διπλωματούχος θαυματουργός μαία «μαμή» τής περιφέρειας. Λέγω «θαυματουργός» επειδή η «Καλή» ξεγεννούσε επιτυχώς όχι μόνο ανθρώπινα δίποδα, αλλά και κάθε τετράποδο θηλυκό που δυσκολευόταν να γεννήσει. Κατσίκες, αγελάδες, γαϊδούρες κλπ.»

Από τις πρώτες αράδες που γλαφυρά και έντεχνα στολίζουν, δροσίζουν και εμπλουτίζουν την Ανθολογία «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ» του Ηλία Χατζημιχάλη επέλεξα αυτό το απόσπασμα το οποίο, ο γλαφυρός τρόπος γραφής μου έδωσαν την εντύπωση πως πρόκειται για κάποιο διήγημα.

Κατά την ταπεινή μου άποψη τα κείμενα που διάβασα στην εν λόγω Ανθολογία διαπίστωσα ότι ανταποκρίνονται σε ότι ο Ηλίας Χατζημιχάλης εκπροσωπεί. Εκτός από τα προλεγόμενά του- βιογραφικό του σημείωμα (που όπως προανέφερα δίνεται με έναν υπέροχο τρόπο μυθιστορηματικής γραφής) υπάρχει και ένα θαυμάσιο «μπουκέτο» ποιημάτων, ένα εκ των οποίων γράφτηκε στη Ρόδο το 1935:

 

Η Φ Λ Ο Γ Α  Τ Η Σ Κ Α Ρ Δ Ι Α Σ Μ Ο Υ

 

«Ένα βραδάκι μοναχός στο σπίτι μου γυρνούσα

και το σβηστό τσιγάρο μου στο χέρι μου κρατούσα.

Ζητούσα κάποιον για να βρω φωτιά για να μου δώσει

ν’ ανάψω το τσιγάρο μου, πούθελα να καπνίσω.

Μα πέρασε ώρα πολλή, κόντευε να νυχτώσει,

χωρίς κανέναν άνθρωπο μπροστά μου ν’ απαντήσω.

Και ξάφνου αναστέναξα και χωρίς να το θέλω,

το χέρι βάζω στην καρδιά ανασαγμό να πάρω

Μα ώσπου το χέρι στην παλιά τη θέση του να βάλω

από τη φλόγα της καρδιάς, άναψε το τσιγάρο».

 

Επί πλέον η πορεία του στη ζωή καθίσταται επίπονη, επίμονη, περιπετειώδης, παραδειγματική με φιλοσοφικές-στοχαστικές αναλύσεις και αραιά και πού επενδύει τα έργα του με δόσεις χιούμορ. «Εάν ημείς…» γράφει σε άτιτλη μικρή ανάλυση με αναφορά το ανθρώπινο μεγαλείο το οποίο αποδίδει στο ότι «είναι θέμα καρδιάς και χαρακτήρος» τονίζει πως: «Εάν ημείς, οι αυτολογιζόμενοι ως λογικοί, δυνατοί, πολιτισμένοι, δεν συμπεριφερόμεθα ανάλογα και επάξια, τι θα γίνει με τους άλλους, την πληθώρα του όχλου που κακή των τύχη στερούνται πολλών αγαθών και ανθρωπίνων αξιών που ημείς πιστεύουμε ότι κατέχομεν;»

Διορατικός, όπως ο ίδιος μονολογεί, οξυδερκής, αντικειμενικός, αυστηρός και υποχωρητικός όταν, όπως γράφει: «Αποχωρώ από συζητήσεις που λόγω των περιορισμένων γνώσεών μου αδυνατώ να συμμετέχω και υποχωρώ προ της άγνοιας και βλακείας άλλων. Έχω μεγάλη διορατικότητα και ενόραση και προβλέπω εξελίξεις γεγονότων, πολλές φορές. Δεν αποφασίζω αμέσως για το κάθε τι που ακούω, έστω και εάν προέρχονται από σοβαρές, έγκριτες πηγές. Δεν γουστάρω τους ρασοφόρους θεομπαίχτες, υποκριτές, αντίχριστους… και τους λυπάμαι κατά βάθος επειδή είναι θύματα των κορωνοφώρων. Και θαυμάζω και εκτιμώ την ανωτερότητα μερικών γυναικών «Ελευθέρων ηθών», ενώ σιχαίνομαι το ενάντιον, την στάση και συμπεριφορά γυναικών της «υψηλής κοινωνίας» τις λεγόμενες αριστοκράτισσες. Εδώ…» καταλήγει ο Ηλίας Χατζημιχάλης… «ομιλώ από προσωπική πείρα».      

Πριν περάσουμε στον τελευταίο της παρέας θα κλείσουμε με ένα μικρό χαριτολόγημα απ’ την μετανάστευση του συγγραφέα Ηλία Χατζημιχάλη:

«Το 1939 αποφάσισα να μεταναστεύσω στην Αμερική, που στην Αστόρια βρίσκονταν προ πολλού τα δυο μου αδέλφια. Έραψα…» ράφτης στο μεταξύ ο Ηλίας είχε μάθει την τέχνη του παππού και του πατέρα του… «μια φορεσιά για μένα και επρόσθεσα από μια επί πλέον τσέπη, τόσο στο παντελόνι, όσο και στο σακάκι, για να έχω αρκετό χώρο να βάλω τα δολάρια που, όπως τότε ελέγετο, βρίσκονταν πληθώρα στους δρόμους της Αμερικής…»

 

 «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ»

(Α ν θ ο λ ο γ ί α - ΗΠΑ 2007)

Μάκης Τζιλιάνος – Astoria -USA

 

Την αυλαία της κουλτουριάρικης παρέας των Αποδήμων συγγραφέων της Αμερικής, δημιουργών της Ανθολογίας «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ» εύστοχα και παραστατικά κλείνει ο συμπατριώτης του Γαβριήλ Παναγιωσούλη, Μάκης Τζιλιάνος, επιτήδειος και πολυγραφότατος στο χώρο της κουλτούρας, ανήσυχος και πολυάσχολος με τα κοινά που άπτονται με το χώρο της τέχνης, όπως της ποίησης, της λογοτεχνίας, του θεάτρου και όχι μόνο. Δραστήριος και δημιουργός πολιτιστικών φορέων, ιδρυτικό και ενεργό μέλος (πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, πρόεδρος του Κεφαλληνιακού Συλλόγου Ν. Υ. και άλλα), επιμελητής άλλων έργων και μεταφραστής, έχει εκδώσει πολλά έργα του, είναι λίγα από τα ενεργά στοιχεία που αντικατοπτρίζουν την προσωπικότητά του. Εδώ και λίγα χρόνια είχα τη χαρά να γνωρίσω από κοντά το Μάκη Τζιλιάνο έτσι ώστε, εκτός από τα γραφτά του, να έχω και μια ζωντανή στιγμή που «φωτογραφίζει» το χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του.

Στη «σύγχρονη» εποχή μας, εποχή που όλα ατονούν, περιορίζονται ή εξαφανίζονται, όπως ήθη, έθιμα και αξίες, πολιτισμός, με μπροστάρη τον Αρχαίο Πολιτισμό (που για τον Ελληνισμό της Ομογένειας αποτελεί και ενεργοποιεί όλους τους «ανοξείδωτους μηχανισμούς» της ψυχής), γλώσσα, βιβλίο και γενικότερα οι τέχνες, όλα αυτά που σταδιακά αλλά σταθερά συμπυκνώνονται στην ύλη κι από κει με μαθηματική ακρίβεια κατευθύνονται προς την πνευματική αλλοίωση, ο Μάκης Τζιλιάνος, μέσα από το συλλογικό έργο: «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ» δίνει το δικό του άστραμμα διαλύοντας τα άλλοτε γκρι και άλλοτε μαύρα σύννεφα. Πληθωρικός στο έργο του, ένθερμος υπηρέτης των Μουσών και του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος, αχόρταστα και παραστατικά απεικονίζει το κάθε του έργο δίνοντας χρώμα, φως, ζωή. Ο Μάκης Τζιλιάνος είναι μέλος της ΕΕΛΣΠΗ.

Τέλος διαβάζουμε ένα από τα ποιήματά του που με δυσκολία και φόβο επέλεξα μην τυχόν και αδικήσω κάποιο άλλο:

 

Τ Ο Π Ρ Ο Σ Ω Π Ο

 

«Αυτό το πρόσωπο δεν ξεφλουδίζεται εύκολα:

«Ρυάκι έχει γίνει η ματιά

         (κι ανηφορίζει μες στον άνεμο,

ρουφήχτρα η ακοή, 

         (σκληραίνει απ’ τους χρωματισμούς,

τη γλώσσα έχει κάμει τούμπανο η αγευσία των ήχων,

καψάλισε η αφή τις κουτσές αποστάσεις υγρασίας,

μπήχτηκε σαν φελλός μια δέσμη μυρωδιών

    •       (στη σήραγγα της μύτης,
  • καθώς αυτό το πρόσωπο το κατοικεί μια τρέλα.
  •  

    Άφωνο κι αβλέφαρο ακινητεί

             (μέσα στην άγευστη λιακάδα των στοιχείων

    κι αρρωστημένη η αίσθηση δεν ψηλαφεί τον πόνο

    καθώς η ανάσα πάγωσε στις ερημιές του νου.

     

    Μες στη μαρμάρινη αρετή της ακινησίας,

             (το πρόσωπο έχει στεγάσει τη λιποψυχία,

    έχει στο θάνατο σφηνώσει τον πόνο,

    και τον ασφυκτικό εγκλωβισμό στην προσδοκία.

     

    Αυτό το πρόσωπο είναι πανδωρικό κουτί,

    κι άσωμο στέκεται μέσα στη χλόη

    να τυραννεί τις διαστάσει της βαρύτητας 

    στην απραξία της γνώσης.

     

    Αυτό το πρόσωπο

           (ξεφεύγει από τη τρέλα των αισθήσεων

    και χωρίς πάθη δεν ξεφλουδίζεται εύκολα

    μες τη ροή της περισυλλογής και σωφροσύνης.

     

    Αυτό το μαρμάρινο πρόσωπο έχει δική του σοφία,

    ξέρει να καρτερεί,

    βουβό και άθρησκο ξέρει την υπομονή της αλήθειας

    κι ονειρεύεται σαν ύπαρξη μέσα στο φως

    ξέροντας πως ο Έλληνας δεν διαμελίζεται στον αιώνα!»

     

              

    .  .  .  .  .     

     

    Κλείνοντας επί τη ευκαιρία θα ήθελα να προσθέσω μερικές γενικές σκέψεις για το χώρο του βιβλίου. Στη γνωστή πλέον και αναμφισβήτητη δίνη της καταναλωτικής μας κοινωνίας, μέσα στην υπάρχουσα «πνευματική» αιθαλομίχλη, εκεί που η «νέα» λογοτεχνία, σε μεγάλο βαθμό, επιδίδεται στο μερκαντιλισμό παραθέτοντας κείμενα άσχετα με τη λογοτεχνία, αλλά προσιτά για τη «μοντέρνα» εποχή, δίνει κι αυτή τα έργα της (η «μοντέρνα» λογοτεχνία) δηλαδή, πορνογραφήματα και «παραμύθια» aktion και φανταστικά, ικανά να αποπροσανατολίζουν τους αναγνώστες, ιδιαίτερα τους νέους, προς άλλες ατραπούς και ενδιαφέροντα.

    Περίσσια ανοικτιρμοσύνη και αρειμάνια σκεπάζουν τη Λογοτεχνία, την Ποίηση, το Θέατρο και άλλες Τέχνες με μεσαιωνικό μαγνάδι οι δοκησίσοφοι της εποχής μας. Άλλωστε ο απόηχος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που ακόμα δεν έσβησε, ιδιαίτερα στον πολιτιστικό χώρο, κάποια του «επιτεύγματα» έχουν διαχρονικό χαρακτήρα. Για τους απληροφόρητους θα επικαλεστούμε αποσπάσματα προγενεστέρων και μεταγενεστέρων ξένων πολιτικών, οι οποίοι, το 1945, οι Τσόρτσιλ και Ντάλες, ανάμεσα σε άλλα έλεγαν και τούτα:

    «Θα τελειώσει ο πόλεμος, όλα θα τακτοποιηθούν. Κι εμείς θα ρίξουμε όλες τις δυνάμεις που έχουμε, όλα τα μέσα που διαθέτουμε, τα πάντα για να παραπλανήσουμε τους ανθρώπους… Από τη λογοτεχνία και την τέχνη, θα βγάλουμε την κοινωνική ουσία, θα ξεμάθουμε και θα αναγκάσουμε τους καλλιτέχνες να μην παρουσιάζουν την αλήθεια, την πραγματικότητα. Η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος θα δοξάζουν τα πιο χαμηλά ανθρώπινα συναισθήματα. Εμείς θα υποστηρίξουμε τους καλλιτέχνες, που θα εμφυτεύουν στη νεολαία τη λατρεία του σεξ, της βίας, του σαδισμού, της προδοσίας, της ανηθικότητας… Το βασικό στήριγμά μας θα είναι η νεολαία, την οποία θα διαφθείρουμε, θα τη χαλάσουμε, θα την κακοσυνηθίσουμε. Εμείς μέσα από τους νέους, θα κάνουμε κατασκόπους, κοσμοπολίτες. Ναι αυτά θα τα κάνουμε όλα εμείς…»    

    Μήπως αυτά δεν συμβαίνουν στις «σύγχρονες» κοινωνίες; Αυτή η «κατάρα» φτάνει ως τις μέρες μας κι αυτή η «κατάρα» πρέπει να εξαλειφθεί. Πώς; Μέσα από επίπονους αγώνες του βιβλίου. Και εννοούμε τη λέξη Β ι β λ ί ο. Με συμμάχους τη Μουσική, τη Ζωγραφική, τον Αθλητισμό, το Θέατρο και άλλα ο Κόσμος μας μπορεί να απεγκλωβιστεί και να πάει μπροστά.

    Μια τέτοια προσπάθεια καταγράψανε και οι εννέα (9) Έλληνες Συγγραφείς της Αμερικής στην Ανθολογία τους «ΟΙ ΣΤΑΛΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝΕ ΒΡΟΧΗ». Διαβάζοντας την πνευματική παρέα ταξιδεύεις. Ταξιδεύεις στου καθενός το λημέρι· εκεί που ανθεί ο ΛΟΓΟΣ· κι εκεί ξεδιψάς.

    Τέλος προσπάθειά μου ήταν να δώσω στους φίλους αναγνώστες, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που δεν διάβασαν το βιβλίο, λίγες εικόνες όλου του έργου και των δημιουργών. Κατά πόσο το πέτυχα δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο Πνευματικός Κόσμος του Απόδημου Ελληνισμού περίτρανα αποδεικνύεται ότι είναι ο δ ρ α γ  ά τ η ς του Ελληνικού Πολιτισμού…

     

    «Οι ελπίδες για την διαφύλαξη του απανταχού ελληνισμού
    και του πολιτισμού δεν πρέπει να χάνονται, όσο λίγες κι αν είναι,

    όταν σκοπός της γίνεται:

    Η μεταβολή μας σε τσοπαναραίους και δραγάτες·

    και για τα πρόβατά μας και για τα χωράφια μας…»
     

     

    Φασούλας Βάιος

    Ethniki Οdos kalampakas 134 42100 TRIKALA TEL. + FAX 0030 24310  72132

    Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα –Δεκέμβρης 2007  pelasgos@fasoulas.de   http:\\www.fasoulas.de