creece

Last up date
15.01.2011

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Στη Δύση της Ζωής
Αφιέρωμα στους σημερινούς νέους από το Βάιο Φασούλα
Τρίκαλα 13-01-2011

Στη Δύση της Ζωής

Πριν γείρει ο ήλιος σας φωνάζω
Σ’ ένα συμπόσιο μεγάλο σας καλώ
Που χρόνια τώρα για σας μ’ αγάπη ετοιμάζω
Την διαθήκη μου στα χέρια σας να εμπιστευθώ

Απ’ τη ζωή μου ζήτησα πολλές φορές
Άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά
Κάποια στιγμή να κουβεντιάσουμε οι δυο
Κι ό, τι θα μου ’λεγε, θα άκουγα πιστά

Στο πρόσωπό της είδα χρώματα πολλά
Τα πιο πολλά της μελανά, σαν να ’ταν δαγκωμένα
Με ρούχα αταίριαστα, βρώμικα και σχισμένα
Μ’ άδεια ψυχή από κάλλη, κλεμμένα ή διωγμένα

Την αναζήτησα σε όλους τους ορίζοντες
Την έψαξα συνέχεια σ’ Ανατολή και Δύση
Και στους αγέρηδες ζητούσα τη φωνή της
Κι απ’ τον Θεό τον ίδιο γύρευα να μου πει

Στην ύπαρξη την αμφίβολη και σκυθρωπή
Μπλάβα τα χρώματα στα πρόσωπα ανθρώπων
Ανθρώπων που δεν είχαν δει του ήλιου ματιά
Γυρνώντας σαν κατάδικοι στα δώθε και στα πέρα

Σε άμορφα στρατόπεδα ζητούσαμε τη ζωή
Σαν «κράχτες» φτιάξαμε κάποια δικά μας γκέτα
Κομμάτι στο κομμάτι απ’ το ίδιο μας κορμί
Στ’ ανεμοβόρια στήναμε με πόνο τα παλάτια

Τρύπιες οι στέγες, πολλές χαραγματιές
Αράχνες, νυχτερίδες και ουρές από αστέρια
Ακόμα και παράξενες της νύχτας οι σκιές
Σκοτάδια και ουρλιάσματα ράγιζαν τις καρδιές μας

Με τα σφιγμένα δόντια μας διώχναμε μακριά
Πόνους, παράπονα και μπάζαμε υπομονή με πείσμα
Κι απ’ τα σπασμένα τζάμια τρύπωνε αυτή
Και την ψυχή μαλάκωνε κι έδωνε τη ζωή μας

Δειλά την άλλη αυγή, της υπομονής σηκώναμε σημαία
Σαν προξενήτρα που κατέχει τη δουλειά
Μπροστά από μένα, τη μάνα κι από σας
Βήμα στο βήμα κι αργά κι αχά, κινήσαμε παρέα

Αρχίσαμε σκληρό, γιομάτο μόχθο αγώνα
Με σκουμπωμένα τα τρύπια μας μανίκια
Φόλες στις πατούσες οι γαλότσες μας και χιλιοφορεμένες
Και στο ζουνάρι άνοιξα τις τελευταίες τρύπες

Γυρίσαμε κι εμείς, όπως ο μύλος, των χρόνων εποχές
Μέχρι που μια στιγμή φάνηκε η ζωή
Ω! Πώς ντραπήκαμε και πώς νιώσαμε!
Απ’ την ασχήμια της, την γύμνια την ωμή

Το χέρι μου άπλωσα σα να ’ταν αδερφή
Με σεβασμό τ’ ακούμπησα απάνω στα μαλλιά της
Σκόνες πολλές πηχτές, τις τίναξα με μιας
Και φάνηκε ο ήλιος να μας χαμογελάει

Πάμε, της λέω, θ’ αρχίσουμε καινούρια αρχή
Και πέταξε από πάνω σου ετούτη τη βρωμιά
Κοντά μας το ταιριαστό σου θα το βρεις
Ποτέ το μάταιο που σβήνεται αργά

Τα ρούχα της πετάει βγάζοντας μια φωνή
Το αργό ξεκίνημά της ζούσε στο εκκρεμές
Και ξαφνικά το χέρι της μας δίνει και νιώσαμε θεοί
Μα, πόσο λίγο κράτησε αυτή της η ευχή!

Εξαρτημένοι απ’ αυτή που μας περιφρονεί
Είμαστε όμως άνθρωποι, έχουμε και ψυχή
Δεν είναι η αγάπη ν’ αγαπάς μόνο εσύ
Πρέπει ν’ αγαπιέσαι όπως αυτή κι εσύ

Νωθρό και σκεφτικό τον βλέπαμε τον ήλιο
Διάχυτη η θλίψη του, κίτρινος σαν φλουρί
Κι όπως με κόπο και σβαρνά τραβά τα βήματά του
Έγειρε και μας άφησε μια μολυβένια σκιά

Σύννεφα από πάνω μας το σύναγμα αρχίσαν
Μαύρα πουλιά ξεπρόβαλαν βαθιά απ’ την γκρίζα Δύση
Πέταξαν από δίπλα μας κι έκρωξαν ξερά
Και σαν ψυχές χαθήκανε μέσα στη λησμονιά

Σαν παλαβός ο άνεμος άρχισε να σφυρίζει
Κι ό, τι από σκόνες, φύλλα ξερά, κουρέλια
Στα πόδια μας τα μάζωξε μπροστά
Και ένιωσα την πλάνη ακόμα μια φορά!

Κι άλλες φορές πολλές συναντηθήκαμε
Πότε να τη θωρώ σαν άγγελο με κρίνους
Πότε σαν μια νεράιδα που δίνει τη χαρά
Πότε σαν μάγισσα που διώχνει τα κακά

Πότε αρχόντισσα που σκλάβωνε το νου
Πότε σαν μια πηγή που κέρναγε ζωή
Πότε ένας άνεμος που φύσαγε και φούσκωνε
Των δέντρων και των κοριτσιών στήθια παρθενικά

Πότε να ’ναι μια λυγερή με μαγικό ραβδί
Να σταματάνε με τη μια τ’ αστραποχαλάσματα
Να ηρεμεί τα σύννεφα και ωκεανών τα κύματα
Τόσο, που να τη χαίρεται η φύση κι ο Θεός
 

Όμως τις πιο πολλές φορές διπλά χτυπά
Όλα, που σας ξιστόρησα, γίνονται ψέματα
Ό, τι στοιχειά υπάρχουν τα κάνει άρματα
Τα ίδια της τα χέρια βάφει στα αίματα

Αυτά είχα να σας πω, παιδιά μου πια τρανά
Τ’ αλαφιάσματά της ποτέ σας μη σκιαχτείτε
Μα ψάξετε όσο ακόμα ο ήλιος δεν έγειρε βαθιά
Βρείτε του πόνου βότανα και δώστε της χαρά

Είναι παράδεισος γιομάτη με περιβόλια
Μόνο που ανέχτηκε να σέρνονται πολλά
Άσχετα πράγματα με κείνη και μ’ εσάς
Γι’ αυτό, μη γίνετε δήμιοι εσείς, μα μόνο δικαστές

Πάρτε την μες στα χέρια σας, για σας είναι φτιαγμένη
Μη σκιάζεστε στ’ αγριοπαλέματα τ’ αγέρα κι ουρλιαχτά
Καιρός είναι, άλλο μην καρτεράτε, δέσανε τα φτερά
Γυρνάτε στην Ανατολή τη Δύση της Ζωής

Β.Φ. «Απόλλων» 24.04.1995
Από το «Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή» 1998