creece

Last up date
13.06.2010

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Η «Μαρίνα» του Βάϊου Φασούλα
και ο «μαγικός ρεαλισμός» του Τρικαλινού κάμπου

(Αφιερωμένο στην ελληνίδα μετανάστρια)

Γράφει ο Νώε Παρλαβάντζας-δημοσιογράφος της ΕΡΑ 5

 

(Φωτογραφία: Ελένη Σαβίδου, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της Λέσχης Ποντίων-Μικρασιατών Τρικάλων. Παναγιώτης Γεροκώστας, βιβλιοπωλείο Αλφαβητάρι Τρικάλων. Βάιος Φασούλας και ο Νώε Παρλαβάντζας).

«Ε βέβαια, κάτι κέρδισαν οι άνθρωποι στη Γερμανία, χάσανε όμως πολλά. Τάχα τι άλλο αφήσαμε στα παιδιά μας, εκτός απ’ την ύλη, το λιγοστό και πικρό χρήμα, που κι αυτό ούτε το έχουν όλοι, μήτε και φτάνει. Χμ! ευτύχημα που οι αναμνήσεις μείνανε ανεξίτηλες για να θυμούμαστε καμιά φορά το χρόνο πώς πέρασε και χάθηκε στα δικά του σταυροδρόμια. Κι αυτές οι αναμνήσεις, θαρρώ, γίνονται μια πνευματική παρακαταθήκη, μια διαθήκη για τα παιδιά μας. Φτάνει κάποια στιγμή να την ανοίξουν. Άραγε θα την ανοίξουν;».

 

Φυσιογνωμία αριστοφανική, βγαλμένη κατευθείαν μέσα από το σατυρικό δράμα, ρηξικέλευθη και ριζοσπαστική, με σεβασμό στις πανανθρώπινες αξίες, που συγκροτούν μια κοινωνία προοδευτική με ανοιχτούς ορίζοντες, με πίστη και αισιοδοξία στο όραμα για μια καλύτερη ζωή!

Τάδε έφη, Βάιος Φασούλας, Πολίτης του Δήμου Τρικκαίων, μεγαλωμένος σε δίσεκτα χρόνια, λίγο πριν και κατά την διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών, όπου και αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον δρόμο της ξενιτιάς, για να βιώσει στην Γερμανία την πρόκληση αλλά και την περιπέτεια του σύγχρονου δράματος της Ελληνικής Διασποράς. «…Φθέγμα και φρόνημα ανεμόεν τας αστυνόμους οργάς εδιδάξατο!».Δια του λόγου, της αφηγηματικής γλώσσας  δηλ. που καλλιέργησε-μεταφράζουμε εδώ στην κυριολεξία της την αρχαιοελληνική λέξη φθέγμα, όπως αυτή κλίνεται στη δοτική της πτώση- αλλά και με φρόνημα ανεμόεν, δηλ. με αστραπιαία σκέψη, με εύστροφο νου, με μυαλό γρήγορο σαν αστραπή, που δεν είναι νωθρό, που δεν κοιμάται, που δεν εφησυχάζει, που βρίσκει χίλια δυο τερτίπια για να ξεσηκώνει τους αποχαυνωμένους συμπολίτες του, να τους τσιγκλάει λιγάκι δηλ., να τους εμψυχώνει να βγουν από την απάθειά τους, από τη χειμερία νάρκη τους και όλοι μαζί παρέα διαλεγόμενοι, στεντορεία τη φωνή - ούτως ειπείν- όπως ταιριάζει στον αγαπητό μας Βάιο, τους καλεί να ξαναβρεθούν στα μετερίζια του αγώνα και της ζωής για προκοπή, για ατομική και συλλογική συνεργασία, μα πάνω απ’ όλα για πνευματική ανάταση και ευδαιμονία!

«Φρόνημα ανεμόεν» λοιπόν όπως πολύ σωστά τονίζει ο Σοφοκλής στο πρώτο στάσιμο του Χορού, στην ωραιότερη Τραγωδία που γράφτηκε ποτέ και φέρει το όνομα της Αντιγόνης, για να προσθέσει αμέσως μετά εκείνο το περίφημο και «…τας αστυνόμους οργάς εδιδάξατο!», δηλ. ο ίδιος ο άνθρωπος που από τη μια πλευρά μπορεί ν’ αποτελεί το χειρότερο δεινό, το πιο επικίνδυνο τέρας της φύσης ολάκερης, από την άλλη μεριά όμως όταν θέλει μπορεί αυτός ο ίδιος να θεσπίσει νόμους δίκαιους, να είναι δηλ. αυτόνομος και όχι ετερόνομος, όπως ακριβοδίκαια αναλύει τους όρους ο κορυφαίος Έλληνας παγκοσμίου φήμης φιλόσοφος του 20ου αιώνα Κορνήλιος Καστοριάδης.

 

Δεν το λέω απλώς, το βροντοφωνάζω εκ προοιμίου σχεδόν: όταν έχει να κάνει κανείς με τον Βάιο Φασούλα, έναν σύγχρονο θερσίτη αυτοδίδακτο ραψωδό, που ξέρει καλά ν’ αφηγείται τις απλές στιγμές, αλλά και τις τραγικές περιπέτειες του Απόδημου Ελληνισμού, της ξενιτιάς, της μεγάλης Οδύσσειας της Ελληνικής Διασποράς, με ό, τι αυτό συμπεριλαμβάνει μέσα του – τους απόκληρους και τους κατατρεγμένους, τα ζωντανά θύματα της τραγωδίας του Εμφυλίου Πολέμου, τη μεγάλη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων δημοκρατικών Πολιτών και όχι μόνον, κατά την διάρκεια των τριών και βάλε δεκαετιών από το 1950 έως και λίγο μετά τη Χούντα των Συνταγματαρχών, στα τέλη δηλ. της δεκαετίας 70-80, τότε δεν μιλάμε για κάποιον παράξενο ή γραφικό μετανάστη που θέλει να εκφράσει απλώς την οργή και τον πόνο του, ούτε για κάποιον ερασιτέχνη γραφιά που βάλθηκε να μοιάσει, στο ύφος του δημοτικισμού, αλλά μιλάμε για κάτι εντελώς αυθεντικό και πρωτότυπο, για μια ιδιαίτερη λογοτεχνική γλώσσα που δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα, θα μπορούσες όμως να την συγκρίνεις με την παράδοση του «μαγικού ρεαλισμού».

Όντως πρόκειται για τον μαγικό ρεαλισμό της Ελληνικής Διασποράς. Η νοσταλγία και ο έρωτας, ως ψυχικό, αισθησιακό και βαθιά υπαρξιακό υπόβαθρο από τη μια πλευρά, όπως πολύ σωστά επισημαίνει η φιλόλογος Έφη Ζορμπά από τη Γερμανία, αλλά και η αυτοδιαχείριση του ατόμου και της κοινωνίας των Πολιτών μαζί με την διαρκή καταγγελία του υφέρποντος ή ανοικτού φασισμού των σύγχρονων πολιτευμάτων- αντιπροσωπευτικών ολιγαρχιών από την άλλη πλευρά, συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο αξιών, που χαρίζουν στον ώριμο πλέον λογοτεχνικό κόσμο του Β. Φασούλα αλήθεια και αντικειμενικότητα, ομορφιά και πλούσια συναισθήματα- συγκίνηση άχρι δακρύων- οργή για τα όσα άδικα συμβαίνουν, αλλά και θάρρος για να αντισταθούμε με αισιοδοξία, επειδή πιστεύουμε ότι μπορούμε ακόμη να κάνουμε πράξη τα όνειρά μας!

Αυτό ακριβώς σηματοδοτεί στην κυριολεξία της η έννοια του μαγικού ρεαλισμού: να συνθέτεις δηλ. με την πέννα σου έναν κόσμο πιο αληθινό από τον ήδη υπάρχοντα, χωρίς να δίνεις την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν φαντασιόπληκτο κόσμο ενός αυθαίρετου παραμυθιού. Ο μαγικός ρεαλισμός του Βάϊου Φασούλα είναι φτιαγμένος από τα ίδια υλικά της καθημερινότητας, μόνο που τα ανασυνθέτει σε άλλους μαγικούς παραδειγματικούς και συνταγματικούς άξονες της λογοτεχνικής του γραφής.

Στο 13ο πεζό του κείμενο που τιτλοφορείται «Μαρίνα», ο Β.Φ. ανατέμνει την ομορφιά του Ελληνικού τοπίου, έτσι όπως αυτή βιώθηκε από την μεγάλη παράδοση του λαϊκού ελληνικού αγροτικού πολιτισμού, χωρίς να καταφεύγει στην εύκολη λύση της ηθογραφίας. Αρχιτεκτονώντας, βήμα-βήμα πρόσωπα και γεγονότα, απλές χαρές του καθημερινού βίου, κοινωνικές αναταράξεις και περιπέτειες του εθνικού μας βίου θα φωτίσει το φαινόμενο της ξενιτιάς, μέσα από τον ξεριζωμό της τελευταίας μεταναστευτικής μας εμπειρίας των δεκαετιών 50-70 και θα αναδείξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της γυναίκας – μετανάστριας μέσα από την άπειρη σοφία της, τρυφερότητα και αξιοθαύμαστης υπομονής της.

Η «Μαρίνα» ζει για 40 ολόκληρα χρόνια στη Γερμανία και ανακαλεί μέσα από τα φωτογραφικά άλμπουμ του παρελθόντος της το Νόστο και την Επάνοδο στη γενέθλια γη.

Όπως ο καλός σεναριογράφος σε μια κινηματογραφική ταινία, έτσι και ο μυθιστοριογράφος Β.Φ. ξέρει να τοποθετεί σωστά τους πρώτους και δεύτερους ρόλους των ηρώων- προσώπων του έργου του στην κατάλληλη στιγμή, δημιουργώντας έτσι μία στέρεη δραματουργική πλοκή, καθώς η κορύφωση της δράσης επιτυγχάνεται μαιευτικά μέσα από εναγώνιες συγκρούσεις και ακριβείς περιγραφές κοινωνικοπολιτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα.

Και τι δε περιέχει το «Μαρίνα:» πρόκειται για μία ολάκερη τοιχογραφία, όπου παρελαύνουν οι οικογενειακές τους σχέσεις και το γενεαλογικό τους υπόβαθρο, καθώς και ανάγλυφοι χαρακτήρες του κοινωνικού περιθωρίου της γειτονιάς και της πόλης, αλλά και το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον της μετεμφυλιακής ελληνικής κοινωνίας, που οδήγησε στην Οδύσσεια της ξενιτιάς. Περιγράφονται επίσης με μοναδικό τρόπο οι σχέσεις των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, τα όνειρά τους και οι προσδοκίες τους, οι απογοητεύσεις και οι ελπίδες τους, η σκληρή εργασία και τα επιτεύγματά τους, καθώς και η διαρκής νοσταλγία για επάνοδο στη μητέρα πατρίδα, που αποτελεί εδώ τον ομφάλιο λώρο μιας διαλεκτικής συγκρότησης του λογοτεχνικού υποκειμένου και της δράσης του μέσα στο έργο του Βάϊου Φασούλα.

Στο κριτικό αυτό σημείωμα θα ήταν παράληψή μας, εάν δεν ταυτίζαμε την πρωταγωνίστρια του έργου «Μαρίνα» με την πραγματική σύντροφο του συγγραφέα κυρία Μάρω Φασούλα-Κυρίτση, η ζωή της οποίας ξετυλίγεται στο προκείμενο έργο καλύπτοντας τέσσερις περίπου δεκαετίες από την εποχή που η ίδια ήταν έφηβη μέχρι σήμερα. Το ιστορικό χωριό Νεοχώρι, η αρχαία Οιχαλία του Νομού Τρικάλων-πατρίδα των μυθικών γιατρών του Τρωικού Πολέμου, Μαχάονα και Ποδαλείριο γιων του Ασκληπιού – παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού εκτός από πατρίδα της νύφης –Μαρίνας αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα πλούσιο τρικαλινό κεφαλοχώρι, η τοπιογραφία και οι κοινωνικές-αγροτικές σχέσεις του οποίου συνθέτουν τις ρίζες και την αφετηρία του κόσμου μέσα από τον οποίο γεννιέται το ίδιο το μυθιστόρημα. Από την άλλη πλευρά η πόλη των Τρικάλων της πρώτης μετεμφυλιακής δεκαετίας του 50-60 ξαναζωντανεύει μέσα από την πέννα του Β.Φ., ως χώρος δράσης του Ντίνου, ενός αρκούντος για την εποχή του πολιτικοποιημένου νέου, που αναγκάζεται να το «παίξει» γαμπρός, να υποστεί όλη τη διαδικασία των προξενιών, της λεπτής ισορροπίας ανάμεσα στα συμπεθεριά και τη διεκδικούμενη από το σόι του γαμπρού, καθώς και όλου του κοινωνικού περίγυρου που αναπαρίσταται εδώ γλαφυρά και έχει την αίσθηση κανείς ότι παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα μία ανάλαφρη ερωτική, κοινωνική αλλά και πολιτική ταινία.

Το έργο συνολικά χωρίζεται σε δύο χρονικές φάσεις: τις περιπέτειες των δύο οικογενειών του γαμπρού και της νύφης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 60-70 και αμέσως μετά την 36χρονη Οδύσσεια της Μαρίνας και του Ντίνου στη Γερμανία. Την πρωτοβουλία για τον ξενιτεμό την παίρνει η ίδια η πρωταγωνίστρια, η Μαρίνα, που μαζί με την αδελφή της Ειρήνη μεταβαίνουν στην περιοχή της Νυρεμβέργης, όπου βρίσκουν δουλειά στις εκεί βιομηχανίες. Λίγο μετά θα στείλουν πρόσκληση στο Ντίνο και τη μικρή Αντωνία που μένουν ακόμη στην πόλη των Τρικάλων, για να βρεθούν κοντά τους.

Γυναίκες δυναμικές, πρωτοπόρες για την εποχή τους, που δε φοβούνται τη δουλειά, που μπορούν άνετα να μεταπηδήσουν από τον παραδοσιακό αγροτικό πολιτισμό και να επιβιώσουν σ’ ένα εξελιγμένο βιομηχανικό τοπίο των ραγδαία αναπτυσσόμενων μεταπολεμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.   

Αιωρείται εδώ σίγουρα ο ομφάλιος λώρος μιας αλλοτινής γυναικοκρατούμενης ελληνικής κοινωνίας που δεν έσπασε ποτέ στο πέρασμα του χρόνου, ένα μυθικό άρωμα μητριαρχίας θα λέγαμε, αφού περιγράφονται ανάγλυφα γυναίκες δεσποτικές, προοδευτικές και συντηρητικές συνάμα με ένα κρυφό ανομολόγητο ερωτισμό ηφαιστειακού χαρακτήρα: πρώτη και καλλίτερη η κυρά-Κατίνα, μάνα του γαμπρού, αυταρχική αλλά πανέμορφη ανάμεσα σε μια τετράδα τρικαλινών γυναικών του μεσοπολέμου εκπάγλου καλλονής, που συμπεριελάμβανε μαζί της την Αθηνά, τη Θεανώ και τη Μαρίνα. Από την άλλη πλευρά η άλλη πεθερά, η κυρά-Ευγενία -μάνα της νύφης Μαρίνας με τις πέντε κόρες της.

Κομβικό ρόλο από τις γυναικείες φιγούρες της παράδοσης στην εποχή της νεοτερικότητας, παίζει η θεία Πελαγία, μία πανέμορφη για την εποχή της γυναίκα- θεία του Ντίνου- ολοκληρώνοντας έτσι αυτό τον κόσμο των γυναικών, μέσα από τον οποίο προκύπτει ο μαγικός  ρεαλισμός του Β. Φασούλα. Σε αυτόν το μαγικό κόσμο που είναι ρεαλιστικός και συνάμα άπιαστος, μιας και έχει χαθεί πλέον ανεπιστρεπτεί στο πέρασμα του χρόνου, κάθε λεπτομέρεια της αφήγησης αποτελεί μία καλοβαλμένη ψηφίδα από σμάλτο και φυσική πέτρα στο μεγάλο ντεκόρ του ψηφιδωτού-μωσαϊκού της ξενιτεμένης αγροτιάς και της αστικής κοινωνίας των Τρικάλων και ξαναζωντανεύουν εδώ μέσα από τη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας.

Όντως, κάθε λεπτομέρεια, αποκτά τη δική της πραγματική αλλά και μεταφυσική διάσταση: Πχ ο ίδιος καλομαγειρεμένος κρασάτος κόκορας της θείας Πελαγίας, κάθε φορά που την επισκέπτεται ο ανιψιός της Ντίνος, ή η ξαφνική συνάντηση του γαμπρού με την αρχοντοθυγατέρα με το λευκό δέρμα, τα γαλανά μάτια, το θεσπέσιο μπούστο και τη δυνατή κορμοστασιά εκεί στο παγκάκι του πάρκου δίπλα στο μυθικό ποταμό Ληθαίο της πόλης των Τρικάλων, ένα απλό παγκάκι που εδώ καθίσταται σουρεαλιστικό αντικείμενο, αφού ζωντανεύει νοερά και συνομιλεί μυστικά με τη νύφη: «Αχ! Εσύ παγκάκι τυχερό κι εσύ γλυκιά πλατεία να ξέρατε, πόσο πολύ μου δώσατε χαρά και ευτυχία!» τραγουδάει η ίδια πρωταγωνίστρια, η τόσο χιλιοτραγουδισμένη, η αρχέγονη και αρχετυπική Μαρίνα της νεωτερικής μας ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη, που εδώ συγκροτεί μυστικά μια εκλεκτική συγγένεια του συγγραφέα μαζί τους. Η αναγραμματισμένη «Α Ρ Ι Μ Ν Α», όπως ο ίδιος ο Ελύτης τη βάζει να απαγγέλλει στη Μαρία Νεφέλη του εκείνο το μοναδικό στίχο που λέει: « Α Ρ Ι Μ Ν Α έφη ελ!», δηλ. η Μαρίνα είπε, πρόφερε τα αρχικά γράμματα της λέξης «ΦΩΣ», από το ΗΕΛ-Η ΕΛΙΟΣ- ΗΛΙΟΣ, αυτό το δασυνόμενο ΕΛ, που είναι η ίδια η Ελλάδα, ο δικός μας Πολιτισμός, η δική μας αρχέγονη Απολλώνια παράδοση, τα άδυτα των αδύτων δηλ., το ιερό της ψυχής μας, το ανέσπερο Ελληνικό Φώς, ό, τι έχουμε, ό, τι δώσαμε, ό, τι θα έχουμε για πάντα σ’ αυτή τη ζωή και σ’ όλη την αιωνιότητα!

 

Κλείνοντας εδώ, αυτό το κριτικό σημείωμα και ξανατονίζοντας για άλλη μια φορά, ότι η «Μαρίνα» του Β. Φασούλα αποτελεί μία διαχρονική κατάθεση, έναν ύμνο στη γυναίκα μετανάστρια, ομολογώ ότι μου έκανε ευχάριστη έκπληξη, το γεγονός ότι ο Δήμαρχος της πόλη Τρικάλων κ. Μιχάλης Ταμήλος έκατσε επί δύο ολόκληρες ώρες και παρακολούθησε τη βιβλιοπαρουσίαση του έργου, πράγμα ασυνήθιστο για την Ελλάδα, αφού σχεδόν πάντοτε οι εκλεγμένοι άρχοντες σ’ αυτή τη χώρα είναι πάντα πολυάσχολοι- μα τόσο πολυάσχολοι πραγματικά! Και όχι μόνο την παρακολούθησε με αμείωτη προσοχή, αλλά πήρε το λόγο στο τέλος για να εκφράσει το θαυμασμό του, που ένας συντοπίτης του- αγνοημένος στην ξενιτιά- πρόσφατα επαναπατρισμένος, μπορεί να συνθέτει με τέτοια ενάργεια και τόση ακρίβεια τη ζωντανή ιστορία του τόπου του. Πρόσθεσε μάλιστα, ο κύριος Δήμαρχος, ότι ο Βάιος Φασούλας πρέπει γρήγορα να βγάλει ένα νέο μυθιστόρημα στο οποίο θα μας αποκαλύψει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Γερμανία και πώς θα διαμορφωθούν από δω και πέρα οι σχέσεις των δύο λαών μας. Πρωταγωνιστές στο νέο αυτό μυθιστόρημα λέω εγώ, αντί να είναι οι γνωστοί μας πολιτικοί ταγοί, να είναι και πάλι η ίδια πρωταγωνίστρια, του έργου «Μαρίνα», η ώριμη πλέον επαναπατρισμένη Μαρίνα, που με τα τόσα που έμαθε από τη μεγάλη της Οδύσσεια, ξέρει πλέον οι Ιθάκες τι σημαίνουν, ξέρει πλέον τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες...

 

Καλοτάξιδη η «Μαρίνα» του Βάϊου Φασούλα στο χωροχρόνο της Ελληνικής Διασποράς!

 

Νώε Παρλαβάντζας

Αθήνα 10 Ιούνη 2010

noeparl@gmail.com