creece

Last update
13.05.2007

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

 

 

   Ανασύροντας μέσα από το αρχείο μου, γραπτά που κατά καιρούς σας είχα στείλει προσωπικά και μη, σας τα αφιερώνω πάλι, για να σας τα ξαναθυμίσω.

   Η ενέργειά μου αυτή, κρύβει την εκτίμηση που τρέφω για σας, που με το παρόν σας  λαμπρύνατε και λαμπρύνετε την Πατρίδα μας, την Ελλάδα!

Σας ευχαριστώ που το αποδεικνύετε με τις πράξεις σας.

Με τιμή

Δημήτρης Γ. Ζαχαρόπουλος

 

 

 

 

 

 

Four brother  

 

Τέσσερις άγνωστοι,

 έγιναν ένα μάτσο βιολέτες,

μια ανθοδέσμη, στης ζωής το πάζλ.

 

Ήρθαν να δέσουν ένα δεμάτι όνειρα,

με μία πένα, σε χίλια πηγάδια αδειανά.

Ήρθαν να δώσουν απ’ ένα χρώμα

στο άπειρο,

να φανερώσουν δρόμους χαμένους,

μα ιερούς.

 

Να ανοίξουν ασκούς, που δε θα άνοιγαν.

Να φέρουν αγάπη, να φέρουν φως.

Να φανερώσουν πτυχές,  να άρουν

τα άδυτα,

ν’ αγαλλιάσουν χαμένες ψυχές.

 

Ήρθαν να σπείρουν ιδέες με όραμα,

να κάνουν τον κόσμο να δει με την ψυχή,

 με την καρδιά να κρίνει τα τεκταινόμενα

χωρίς να ζητούν ανταμοιβή.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

ΔΕΝ ΕΙΝ’ ΝΤΡΟΠΗ

 

Καθώς διάβαζα…Παναγιωσούλη

 δεν είναι ντροπή…

Κλεφτά τα δάκρυα μάζεψα,

απ των ματιών τις άκρες,

λες κι ήταν εικόνες άφθαρτες,

που νότιζαν το νου.

 

Και η αφή των μοναχά…

για τον καιρό εκείνον, μου μίλησαν.

 

Τότε, παιδάκι άγουρο,

με μαύρο σοβρακάκι,

με τα μαλλιά σαν ναν’ καρφιά,

 ξυπόλυτος να τρέχω,

με μία φέτα μαύρο ψωμί,

στο ένα μου το χέρι

και στ’ άλλο ελιές, αν είχαμε,

ξένοιαστος καβαλάρης.

 

Να παίζω βόλους με άλλα παιδιά

να παίζω και τσιλίκη,

να παίζω αμάδες στο στρατί,

πίσω απ’ την εκκλησιά μας

και να μαζεύω μαύρες ελιές,

να πάω να τις πουλήσω,

κρυφά απ’ τον πατέρα…

για τρεις δραχμές στον έμπορα,

που ήταν στη γειτονιά μας,

μέχρι να γίνει τάλιρο, να πάω σινεμά.

 

Δ.Γ.Ζ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στου Βάϊου το μαγειριό.

 

Ένας πελάτης μπήκε στο μαγαζί του,

και στάθηκε σε μια γωνιά…

Κοιτάει γύρω εκεί, στον τοίχο και μιλά :

 

Σε έβαψε, σα να σε μύρωσε, μοσχοβολάς!

Σου έδωσε μιαν νέα όψη, με ξανακέρδισες.

Σε έκανε αγνώριστη, μα εγώ, τόσο καλά σε ξέρω…

Είσαι η γωνιά μου, που χρόνια τώρα, δε με γέλασες.

 

Τα χνότα μου τις κρύες νύχτες

ζέσταιναν τις χούφτες μου,

μα το κορμί μου, ζητούσε κάπου να ακουμπά.

Και εσύ, σαν μάνα στήριγμα με βύζαινες,

με θαλπωρή, καθώς  μ’ αγκάλιαζες γλυκά. 

 

Τα μυστικά μου, μέσα στο ποτό σου έλεγα.

Χιλιάδες όνειρα, βραδιές με πόνο και καημό.

Κι εσύ, μες στη θαμπάδα με νανούριζες

κι έγερνα το κεφάλι, σαν το Χριστό.

 

Με είχαν σταυρώσει, οι αμαρτίες των πολλών

και το ποτό, ως σύντροφος άπιστος, νωθρός.

Που αν δεν ήσουνα εσύ, να με κρατήσεις,

σκόρπιος στο πάτωμα, θα ήμουνα νεκρός.

Δ.Γ.Ζ

Μάνα!      Νιώθω     Ερημιά!

Στον κ. Βάϊο

 

Μπαίνω μέσα, βαθιά στη ψυχή του!

Κλαίω κι εγώ, αντάμα με εκείνον.

Κλαίω τη μάνα, που δε γνώρισε ποτέ του…

μα, μες τη καρδιά του, ζούσε στα κρυφά.

Χίλια παράπονα. για τούτον τον άπονο κόσμο.

Χίλιες ευχές, να μη χωρίζουνε παιδιά.

Χίλιες λαχτάρες, πριν καλά δει τον ήλιο,

είχαν σταυρώσει, το νιογέννητο βλαστό,

κι είχανε κόψη, της γενιά του τον ομφάλιο λώρο

μ’ άγνωστο της ζωής τον πηγεμό.

Κι ήταν μικρός κι αβύζαχτος ακόμα,

ένας μικρός Θεός, στην ερημιά.

Η άγια μάνα, που μοχθούσε να προσφέρει,

τ’ άνθη της, μες απ’ την καρδιά…

Κόπηκε απ’ άνανδρους γίγαντες, απολειφάδια,

προτείνοντας τα στήθη της, να βρει τη μαχαιριά.

Μα κάλιο να ’ταν το μαχαίρι, να ξεριζώσει τη ζωή,

παρά ο ανείπωτος ο τρόμος,

να βλέπεις να σου σφάζουν την ψυχή!

Κι έμεινε άλαλη η άνοιξη,

κι αντάρα, θρονιάστηκε με μιας στα λογικά,

κι έγινε στη στιγμή, άνιση η πάλη,

να κρατηθεί η μάνα, απ’ των αγγέλων τα φτερά.

Μια ξαστεριά… δεν μπόρεσε να κάνει

τ’ αστέρια στον δικό της ουρανό,

να ρίξουν φως στα βάσανά της,

να βρει η μάνα, της ψυχής το γιατρεμό.

Η βελουδένια της ανάσα, ησυχάζει…

Τα μάτια ανοιγοκλείνουν, ασθενικά.

Τα χείλη, ψιθυρίζουν το όνομά του…

Μα εκείνος, σαν τον άνεμο χαϊδεύει τα βουνά.

Το βλέμμα της, αγγίζει τη δική της μάνα.

Όρκο της βάζει, κι απαιτεί…

Το γιο της το μικρότερο να δώσει,

σ’ άλλους ανθρώπους, για να βρει στοργή.

Το ίδιο κάνει και για άλλο γιο της,

να βρούνε λέει σπιτικό,

που να τους δώσει ότι εκείνη, δεν θα μπορέσει,

σ’ αυτόν τον κόσμο τον πικρό.

Τα λόγια της, αριεύουν…

Το πρόσωπό της, σκυθρωπό…

Η ανάσα της στεγνώνει, αγριεύει…

Το σώμα της, συσπάτε, μένει κυρτό…

Ο Πλάστης, κοντά του τη ζητάει.

Άγγελους ψάχνει απ’ τη γη…

Το στόμα της, σφαλίζει και σωπαίνει…

Τα μάτια της κλειστά, σαν Παναγιά!

Ένα κρυστάλλινο δάκρυ αυλακώνει,

τα μάγουλά της τα χλομά…

Το παίρνει η μάνα της, μέσα στη φούχτα,

στον κόρφο της το βάζει, είναι φωτιά!

Είναι της κόρης… Ειν’  η ψυχή της!

Κατάσαρκα το νιώθει, τους πόρους της διαπερνά…

και γίνετε ένα με το αίμα, όπου στις φλέβες της κυλά.

ΑΧ!

Αργά έμαθε για σένα μάνα, μα ξέρει πώς να σε τιμά.

Η ψυχή του μάνα, γοργόφτερο πουλάκι,

που μουρμουρίζει το όνομά σου στα βουνά.

Πήρε τα χνάρια σου μάνα, σου μοιάζει…

Έχει τη δική σου καρδιά.

Και την προσφέρει εκεί που πρέπει μάνα,

και εναντιώνεται στ’ ανήμερα θεριά.

Να είσαι ήσυχη εκεί που είσαι, ΜΑΝΑ!

Να είσαι αιώνια εσύ!

 

Κι αυτή η μάνα της μάνας, η Γιαγιά… Ω! Θεέ μου!

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Απόδημε φίλε.

 

Ένα καλωσόρισμα σου στέλνω,

βαθιά μέσα από την ψυχή

νάνε η Πατρίδα φιλόξενη ξενιτεμένε μου,

να σε δεχθεί.

Ο ουρανός της, στο ηλιοβασίλεμα

όνειρα γαλάζια

και η χαραυγή, να πλουτίζει το βλέμμα σου,

με ζαφείρια και τοπάζια. 

" Της φύσης τα καλά." 

 

Δ.Γ.Ζ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ειδές, ότ’ είδες

 

Αν η μοίρα σου δένει στους κόμπους της,

τη λαχτάρα του παρελθόντος…

Αν μια στιγμή μονάχα βρεις την ξαστεριά

στο απέραντο ρου της ζωής…

Αν στις φλέβες σου κοχλάσει το αίμα της θύμησης

και πας γυρεύοντας στα μονοπάτια τ’ αλλοτινά, 

ίσως βρεθείς ένα σκαλοπάτι πριν τ’ αποκορύφωμα…

Κρατήσου τότε και φύλαξε τα σημάδια της καταγωγής σου.

Δες τα σφιχτά σα φυλαχτό, να λάμψουν εκεί στο μέλλον.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μήλο που θα πέσει;

 

Όπου μηλιά και κάτω της, το μυρωμένο μήλο,

που εκεί, βαθιά οι ρίζες του.

Παίρνει τροφή απ' τη μάνα του και όλο μεγαλώνει.

Φτάνει α ψιλά τους κλώνους του και να, την ξεπερνάει.

Θέλει να βγει απ' τον ίσκιο της, τον ήλιο να συναντήσει.

Και γίνετε πιο στέρεο και πιο σοφό απ' τη μάνα.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ήρθες, είδες και απήλθες…

 

Ήρθες με την αντάρα της επιθυμιάς,

 να κάνεις λίγο καλύτερο τον κόσμο…

Φόρεσες άσπρη φορεσιά…

Διάβηκες στράτες και στενά, μοντέρνα καλντερίμια,

μα οι σκιές που σύναξες, να  σε αφήσουν θέλουν;

Είδες ανθρώπους… πόσα τα θα!! ????

Πόση ειλικρίνεια κρύβουν ??

Μόρφωσες γνώμη και πίσω γύρισες,

να δεις αν οι καρποί τους, είχανε σπόρο μέσα τους… ή ζούφιους τους εβρήκες;

 

Νάνε καλά, τα πρέπει τους. Νάνε καλά, τα θα τους.

Για να αναστήσουν τα όνειρα,

που κρύβεις στην αγνή σου!

 

Σε χαιρετώ φίλε, Άντρα, εν τη αποδημία.

Είθε, να είχαμε μπόλικους σαν εσέ,

με όραμα τη σωστή Ελλάδα

και στην Ελλάδα μας.

 

Στο σώμα σου απόδημε, χτυπάνε δυο καρδιές,

Για την Ελλάδα χτυπά η μια,

 και η άλλη για την Πατρίδα!

Σε ένα σώμα δυο σταυροί!  

Ξέρεις να τους σηκώνεις!!!! 

Δ. Γ. Ζ

Χρόνια πολλά, καλή χρονιά! 

 

Καλές γιορτές σας εύχομαι από καρδιάς μ’ αγάπη

και αυτόν τον χρόνο που περνά,

τις μέρες που απομένουν

να τις περάσετε όλοι σας,

αντάμα με τους δικούς σας.

 

Κάθε ευχή μου, μια ξαστεριά,

πάνω στον ουρανό σας.

 

Στη στράτα σας, χρόνια πολλά,

άνθη στο πέρασμά σας.

Κάθε ανάσα σας, κάθε πνοή,

μια εξοχή, μια άνοιξη!

Να είναι η ζωή σας μυρουδιές,

γλυκά τα όνειρά σας,

να μείνει ο ήλιος της ψυχής,

ζεστός στην «αγκαλιά» σας.

 

Να έρθει ο νέος άρχοντας,

 ο χρόνος ο καινούριος

και να ευωδιάσει ο άνεμος,

να ευωδιάσει ο νους σας,

να είστε γεροί κι ακούραστοι,

φωτιά να ν’ η καρδιά σας

κι όλα, όπως πρέπει να γενούν,

σ’ όλο το πέρασμά σας

σε τούτη τη ζωή.

 

Κι εμείς… 

Να σας καλωσορίσουμε,

γερούς στον τόπο ετούτο,

τον τόπο που δοξάζετε εκεί μακριά στα ξένα.

Να η ευκαιρία, μοναδική!

 

« Εδώ Ολυμπιάδα! »

 

Ελάτε συμπατριώτες μας, ελάτε στην Ελλάδα.

Μία ψυχή, μία καρδιά!

Αγκαλιάστε τον τόπου μας

γευθείτε την « λιακάδα »,

Είναι για σας, είναι για μας,

για όλο τον κόσμο είναι.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε όλους σας.

 

Σας στέλνω χαιρετίσματα,

μια αγκαλιά σας στέλνω.

Ένα καλάθι μυρουδιές,

απ’ την γλυκιά Πατρίδα.

Και μια υπόσχεση καρδιάς,

να βάλω ένα λιθάρι, στον πύργο που αρχίσατε να χτίζετε στα ξένα.

Μαζί σας, γέφυρα ένωσης,

του στοχασμού δροσάδα.

Μαζί σας φτεροκόπημα,

στα ατίθασα μυαλά τους,

ώσπου να ακούσουν πιο μακριά,

απ’ τα θολά τους μάτια.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι να σας πω;

 

Ένα αστέρι έπεσε στη φούχτα μου απόψε

και το φεγγάρι γέλασε, σαν μ’ είδε να τρομάζω!

Μια νυχτερίδα έβγαλε ανθρώπινη φωνούλα

και είπε σε μένα τον ξενύχτη, « σε θαυμάζω!:

Ναι! Ω! Τυχερός που είσαι εσύ, με το χρυσό αστέρι,

σου μίλησαν οι μοίρες σου, σου είπαν τα χαμπέρια, πως μακριά στα πέρατα, έχεις και άλλα αδέρφια, που σε προσμένουν να φανείς;

 

Σου στρώσανε τα υφαντά, σου ραίνουνε το δρόμο,

Π΄ αγιόκλημα εμύρισες  απ΄ τον δικό τους τόπο, απ’ της πατρίδας, τον ένδοξο ουρανό,

τους κάμπους, τα οροπέδια.

όπου λαλούνε τα πουλιά κι η φύση οργιάζει!

Τι τάχα έχεις να τους πεις;»

 

« Στενάζω απόψε από χαρά,

κι ο νους μακριά πετάει,

στης γης τις τόσες ερημιές, που η ψυχή μετράει,

σαν δάκρυ διαμαντόπετρας, που σκίζει τα νεφέλη

κι ο μετανάστης ξάγρυπνος με τη γροθιά σφιγμένη,

κρατάει τα ήθη, τα έθιμα,

κρατάει την Ελλάδα! 

Αυτά θα είχα να τους πω ».-  

 

Δ.Γ.Ζ.

στον κ.  Δουκάκη.

Στο Στράτο Δουκάκη

 

Φεβρουάριος του 1963… Έφευγες, μα η ματιά

σου καθώς αλάργευες, σερνόταν πίσω εκεί,

στον άγιο τόπο που γεννήθηκες. Εκεί, που

η ζωή σου χάρισε

 ότι πιο πολυτιμότερο είχε.

Την ανθρωπιά, τις ηθικές αξίες που πήρες

για κληρονομιά σου όπως λες, και τις

ανεκτίμητες εικόνες αυτού του μαγευτικού

και γεμάτου χρώματα, τόπου, που μας

περιγράφεις με εξαιρετικά όμορφο τρόπο.

 Επίσης αγαπητέ μου, όμοια αξία, έχουν κι

 αυτά τα μικροαντικείμενα που με περίσσια

αγάπη σύναξες και τα πήρες μαζί σου, σαν μια

ανεξίτηλη κολόνια, να τα φοράς όπου πας

κι όσο ζεις. Μυρουδιές της πατρίδας, της

οικογένειας, της θρησκείας. Κάθε τι που

περιγράφεις κρύβει το άρωμα της νοσταλγία

που κουβαλάς μέσα σου.

Να είσαι καλά απόδημε φίλε

 Στράτο

Και να είναι ελαφριά η ανάσα σου στη

δεύτερη πατρίδα.

Ένα γλυκό χαίρε από την Ελλάδα μας, που

ότι και να μας ντύνει, είναι ζεστό το ρούχο της.

Δ.Γ.Ζ.

 

 

Μυρουδιές και χρώματα.

 

Μια ευωδιά… αναρριχάται από το γιαλό,

και φτάνει αψηλά, στου Αι Λια τον ίσκιο.

Σκαλώνει εκεί, σ’ έναν ιστό, δένεται με τη φύση.

 

Δυο πουλάκια που έρχονται, μπλέκονται μαγεμένα!

Το να λαλεί, ψιλή φωνή, κι ο ποταμός αγιάζει.

Ο μύλος βγάνει άλευρα, μοσχοβολά τ’ αλεύρι!

Τ’ άλλο πουλάκι είναι βραχνό, βραχνό βαλαντωμένο

γιατί θωρεί στην ξενιτιά, στα άγουρά του χρόνια,

ένα παιδί του τόπου του, να είναι πικραμένο.

 

Ο Αι- Λιας, να σε φιλά φίλε Στράτο,

 εκεί μακριά στα ξένα

κι οι σκέψεις σου, ροδόσταμο

να στάζουν στην καρδιά σου.

Να ξαναβρείς το δρόμο σου, να ’ρθεις να τον γιορτάσεις.

Να βρεις κι εκείνα τα πουλιά, να τα ελευθερώσεις.

 

Δ.Γ.Ζ

 

 

 

 

 

 

Η γέννηση

Για τον παππού Γαβριήλ.

 

Ένα τόσο δα αγγελούδι ήρθε στην πλάση,

για να σκορπίσει γύρω της, απόλυτη χαρά!

Χαρμόσυνες καμπάνες, οι καρδιές να πάλουν.

Χαμόγελα κι αστράφτουν οι ματιές.

 

Και να! Δυο μάτια, κρυφά δυο πηγές.

Δυο χείλια, που όλο τρέμουν.

Δυο χέρια, που ανυπομονούν

στα χέρια τους να πάρουν,

Μία ψυχή μία φωτιά!

Την κόρη των παιδιών του!

 

Δ.Γ.Ζ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο Γαβριήλ, το ζωγράφο της ζωής.

 

Αν ήσουνα ζωγράφος θα ζωγράφιζες μέλισσες, πεταλούδες, εκείνες είναι πινελιές στο παζλ της ζωής.

Θα ζωγράφιζες αγριολούλουδα, εκείνα σε οδηγούν στο μονοπάτι του ήλιου, το γνωρίζουν,

είναι η ανάσα της ζωής τους.

Αν ήσουνα ζωγράφος , θα ζωγράφιζες

αυτόν που βλέπεις μέσα στον καθρέφτη σου

 και θα κοίταζες το μεγαλείο της καρδιάς σου.

Αν σου έλειπε αγάπη, την εισέπραξες αυτήν την ημέρα με τα μηνύματα που μίλησαν και είπαν:

« Δεν σου λείπει, την έχεις κερδίσει και δε σ’ αφήνει »

Το αφιέρωμά σου, δεκτό.

Το άστραμμα του ουρανού, μας έστειλε ιερό φως και σε είδαμε κοντά μας.

Ένα καντιλάκι, στο εικονοστάσι του ουρανού, θα είναι πάντα αναμμένο και με λάδι γεμάτο!

Όμως λες, πως δεν είσαι ζωγράφος, μα ένας απλός άνθρωπος. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος ζωγράφισε στο νου, εικόνες και γράμματα και βλέπεις το αποτέλεσμα.

Τι κι αν δεν ξέρεις να κρατάς πινέλο στο χέρι, ξέρεις να κρατάς τους πάντες γύρω σου και να μοιράζεσαι μαζί τους ότι δικό σου.  Το λόγω σου και του νου σου τα γεννήματα.

Η γαλάζια κορδέλα με το ευχαριστώ σου, πέρασε στις συνειδήσεις, και έδωσε γεύση γλυκιά.

Οι σκέψεις θα είναι πάντα κοντά στο ΦΙΛΟ τον χρειαζόμαστε. Είναι είδος προς εξαφάνιση.

 να είσαι καλά Γαβριήλ και

Σε ευχαριστώ που με θεωρείς φίλο.

Δ.Γ.Ζ

 

Αγάπη μοναχή!

 

Στα πέρατα της γης,- εκεί μακριά στην ξενιτιά

αντάμωσα μια πέρδικα,- με μια φωνή γλυκιά.

Σαν άκουσα το άσμα της,- τρελάθηκα καημένος

και στάθηκα να την θωρώ,- στο βράχο μαγεμένος.

 

Πετροβολούσε τον αφρό,- στης θάλασσας το κύμα

και τα μαλλιά της μύριζαν,- λεβάντα γιασεμί.

Κι αύρα κι ο μαΐστρος σίγασαν,- να ακουστεί η φωνή της

που για μια αγάπη μίλαγε,- αγάπη μοναχή.

 

Δυο δάκρυα απ’ τα μάτια μου.- στάξαν’ στην παραλία

και η αρμύρα βόγκηξε,- πλήθυναν οι καημοί.

Στα ηλιοκαμένα στήθια μου,- τα ερωτοχτυπημένα,

θρονιάστηκε η άνοιξη,- μ’ αυτή ως το πρωί…

 

Πετροβολούσε τον αφρό,- στης θάλασσας το κύμα

και τα μαλλιά της μύριζαν,- λεβάντα γιασεμί.

Κι αύρα κι ο μαΐστρος σίγασαν,- να ακουστεί η φωνή της,

που ακόμα για αγάπη μίλαγε,- αγάπη μοναχή.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

Της ξενιτιάς η πόρτα.

 

Μη μείνεις παιδί μας μοναχό,

στης ξενιτιάς την πόρτα

και μας ποτίσεις βάσανα,

 τους δόλιους τους γονείς σου.

 

Είναι βαρύς ο χωρισμός,

σπλάχνο μονάκριβό μας,

θα μαραθεί η άνοιξη,

θα μπει βαρύς χειμώνας.

 

Βλέπω τους άλλους να γελούν

 και εγώ αναστενάζω!

Φοβάμαι ο έρμος μη χαθείς,

φοβάμαι μη σε χάσω.

 

Να ήταν Θεέ μου μπορετό,

πίσω να ξαναέρθεις,

θα ’βγαζα την καρδούλα μου,

να σου την επροσφέρω! 

 

Φοβάμαι παιδί μας μοναχό,

της ξενιτιάς την στράτα.

Μη σε ποτίσουν λησμονιά

και πίσω δεν γυρίσεις

 

 

και μαραθεί η άνοιξη

και μπει βαρύς χειμώνας

και στάξουν τα ρέντα βάσανα

και δρέψουμε ανέμους

 

 Το δάκρυ στάζει σαν βροχή,

ματώνει ο νους, σε καρτερώ!

Μη μας ξεχνάς αγάπα μας,

κι έλα στην αγκαλιά μας.

 

Της ξενιτιάς ο κάματος,

πληρώνετε παιδί μας,

με αίμα, στάλαμα καρδιάς,

κι ο χωρισμός αγκάθι! 

 

Να σε φωτίσει Ο Θεός,

να ν’ η καλή η μοίρα,

που θα σου δώσει δύναμη,

να δεις σωστά μωρό μας.

 

Να λάβεις χάρη, μύρωμα,

φώτιση, φρονιμάδα

κι άμα μιλήσει η καρδιά,

και θέλεις για να μείνεις,

Σχώρα μας, κι είν’ η αγάπη μας,

 αυτή που μυξοκλαίει.

 

 Δ.Γ.Ζ.

Μυρωδάτη πασχαλιά

 

Έφυγες, είπες ελευθερία γυρεύεις, σε χάνω;

Νοερά ακολουθώ τα βήματά σου, που να ’σαι τώρα;

Τα μάτια μου, υγρές σκιές, παντού σε ψάχνω.

Χάθηκες μες την καταχνιά στη μπόρα;

 

Μωρό μου, βλέπω τα ίχνη σου στον άνεμο να σβήνουν

και η αφή απ’ το γλυκό σου αντίο, καίει την ψυχή μου.

Σαλεύει νους μου, οι δυνάμεις τέλος, μ’ αφήνουν.

Μη σταθείς για πάντα μακριά μου, γύρνα πίσω καλή μου.

 

Πόνε μου αγιάτρευτε, χαμένη χαρά μου,

άνοιξη χωρίς δροσιά, κλέβει  τα όνειρά μου.

Μυρωδάτη πασχαλιά, της ζωής μου σκυτάλη,

ποιο μονοπάτι ζητάς να βρεις, στης ζωής την πάλη;

 

Οι αναμνήσεις, μαχαίρια ακονισμένα στον τροχό της ζωής.

Τα θολά μάτια μου, αιμάτινα ρυάκια αιώνιας στοργής.

Έφυγες, ελευθερία είπες ζητάς, σε χάνω;

Της ζωής μου το απόλυτο χάθηκε, τι μπορώ να κάνω;   

Δ.Γ.Ζ.

Πονάω!

 

Η καρδιά μου μουδιασμένη, χτυπά τρελά.

Τα μάτια μου ασταμάτητα, στάζουν λαβωμένες εικόνες.

Το μυαλό μου θολό, ξανεμίζει σωρό μαγικές στιγμές,

με της γροθιάς το σύνολο, στην αγκαλιά μου…

Γροθιά: (Οικογένεια)

 

Πονεμένα μονοπάτια, ο αποχωρισμός… φεύγει!

Όσο κι αν ο πηγαιμός είναι βατός, σαν μες τον κάμπο,

μια καλαμιά σχίζει και ματώνει το πέλμα μου.

Ένας κεραυνός στον καθαρό ουρανό,

 μήνυμα απουσίας δηλώνει.

 

Πονάω!

Όχι γιατί χάνω κάτι για πάντα,

μα γιατί η ζωή σε ξερνάει

κατά πως θέλει στο άγνωστο,

μέχρι να γίνει γνωστό, να μεθάει!

Μέχρι να δέσουν παρελθόν, παρόν, και το μέλλων.

Μέχρι να δώσει Ο Θεός να γενεί,

ότι με σοφία έπραξε.

 

Πονάω!

Ας πας στο καλό σπλάχνο μου.

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 Άνοιξη!

 

Μια δροσοσταλίδα γυάλισε στον πρωινό ανοιξιάτικο ήλιο

Τα λουλούδια άνθισαν, και τα πουλάκια τιτιβίζουν.

Τα χελιδόνια φτάσανε, στα σύρματα απλωθήκαν’

Φτιάχνουν φωλιές, κάτω απ’ τα μπαλκόνια μας...

Μια συντροφιά, μια ανάσα μας, της φύσης ένα στολίδι.

 

Ο κάμπος ανθοβόλησε, παράδεισος  ο κήπος!

Η πασχαλιά, το γιασεμί, η αμυγδαλιά, η γαρδένια,

τ’ αγιόκλημα, η λεμονιά, το χαμομήλι ακόμα!

Δίνουν το καλωσόρισμα, μοσχοβολάει ο αγέρας!

Μοσχοβολάει η ξενιτιά που σ’ έχει αγκαλιά της!

Να ’σε καλά αδάμαστε Έλληνα! Φίλε μου.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.

 

ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΣ!

 

Τι να σου πω άντρα, τι να σου πω γυναίκα,

που σ’ έναν κήπο τόσο δα, του νου σας η γεννοβολιές

γέμισαν τα παρτέρια, με άνθη εύοσμα!

Τι να σας πω, γι’ αυτό το θείο δέντρο,

όπου καρπός τ’ αστράμματα, με χίλιες δύο γεύσεις!

Τι να σας πω; Καθώς αναδευόντουσαν τα ζωογόνα κλώνια

κι εγώ περιπλανιόμουνα σε όλων τις καρδιές…

Αμέτρητες, καλαίσθητες οι εικόνες,

απ’ της ψυχής σας τα ενδότερα.

Έμενα να βλέπω άναυδος, το έργο, τη φωνή σας!

Τι να σας πω… σαν ένα φύλλο του, που οξυγόνο δίνει

ένιωσα την συνύπαρξη, ένιωσα την αξία, της ένωσης.

Μιας ένωσης, εντός αυτού του κήπου, που σαν γροθιά

σηκώθηκε για να διαλαλήσει, τόσες αξίες.

…Την ίδια τη ζωή μας.

Τη συνέχειά μας.

 

Δ.Γ.Ζ.

 

 

 

 

Απάντηση σε σένα, στη μακρινή χώρα.

 

Και πως να γελάσεις,

αφού μαύρα φτερά πέφτουν αντί για χιόνι,

κι η νύχτα, τα δάκρυα στερεύει;

 

Πώς να γλυτώσεις από τις κακέ θύμισες

και πώς να νοήσεις το νέο αηδόνι

καθώς τραγουδά πάνω στις τέφρες;

 

Ο πόνος είναι αβάσταχτος και συνεχίζεται.

Που να βρεις σκέψεις; Ποιες συμβουλές;

 

Πώς να πετάξει κανείς, από πάνω του το βάρος,

και ποια φωνή να ακουστεί, αφού όλοι κοφαίβουν;

   

πώς να γίνεις ταξιδευτής αντίπερα,

αφού το απώτερο μέλλον, φαίνεται σκοτεινό;

Πώς να πιαστείς απ’ τα μαλλιά σου,

όταν ήδη σε έχουν πνίξει;

 

Πλοίο φάντασμα, με πορεία άγνωστη.

Μέλλον αβέβαιο.

Κοινωνία, ώρα μηδέν. 

Λογοπλοκώ. Μόνο αυτό έμεινε δικό μου.

Δ.Γ.Ζ.