creece

Last up date
13.04.2014

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

Στην Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, ο γράφων, υπό το βάρος της επιθυμίας-παράκλησης της αείμνηστης Ελένης Κατσουλάκη-ΗΠΑ, μέλους της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων-ΕΕΛΣΠΗ, να δημοσιεύσει μια ιστορία της, όντας η ίδια σίγουρη πως θα έφευγε πρόωρα, και της τιμής-χρέος που επωμίσθηκε, παραθέτει αυτούσιο (χωρίς διορθώσεις) το θεατρικό της έργο «The Falling Leaves» όπως αυτό εστάλη στον ίδιο με ηλεκτρονική αλληλογραφία.

 

(Κάθε χρόνο ένας άνθρωπος του θεάτρου αναλαμβάνει να γράψει το μήνυμα του εορτασμού, το οποίο είθισται να διαβάζεται στα θέατρα πριν από την παράσταση της 27ης Μαρτίου. Το φετινό μήνυμα (2014) ανήκει στον Νοτιοαφρικανό θεατρικό συγγραφέα, σκηνοθέτη και σκηνογράφο Μπρετ Μπέϊλι (Brett Bailey) http://www.sansimera.gr)

 

 

“The Falling Leaves”
 (Τα φύλλα που πέφτουν)
Ελένη Κατσουλάκη

 

Ο αιώνιος κύκλος του ακατανίκητου, αδηφάγου χρόνου σαρώνει στο αδυσώπητο πέρασμα του κάθε ανάσα ζωής και την αφανίζει στην σκοτεινή άβυσσο του τόπου και του χρόνου- ζωή- θάνατος, ύπαρξη-ανυπαρξία.

Ο φόβος του εύθραυστου ανθρώπου και ο ύπουλος χορός του θανάτου που παραμονεύει στο θρόισμα των φθινοπωρινών φύλλων τον κυνηγά σαν σκιά από τα γεννοφάσκια του. Ο φόβος και άρνηση της ματαιόδοξης ανθρώπινης ύπαρξης να πηδήξει το δίκλωνο πέρασμα από την ζωή στη ανυπαρξία και να χαθεί στην απεραντοσύνη του σύμπαντος φωλιάζει μέσα του και γεννά θεϊκούς μύθους, ανασφάλεια, απληστία και βαρβαρότητα.

Ανεξαγόραστος ο αθάνατος- Αυτοκράτορας της Οδύνης και του Λυτρωμού, τρομοκρατεί τον χωματένιο άνθρωπο χωρίς έλεος. Ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής? Ένα καυτερό ερωτηματικό που αιωρείται στους αιώνες και θα αιωρείται ακατάπαυστα σαν μυσταγωγική αναπάντητη σκέψη στις γυμνές βουνοκορφές του νου μας.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

“The Falling Leaves” είναι μια λυρική, συγκλονιστική ιστορία περίτεχνα πλεγμένη με το άρωμα της αγνής αλήθειας, και την ζεστασιά της αλτρουιστικής αλληλεγγύης, και αγγίζει με τρυφεράδα και μυροφόρα συμπόνια την εύθραυστη εφήμερη μικρούλα ανθρώπινη ύπαρξη που τρεμουλιάζει στην σκέψη της αναπόφευκτης αβύσσου του θανάτου.

Ένα γλυκό μελαγχολικό φθινοπωρινό απόγευμα μια ακατανίκητη γοητευτική εθελόντρια επισκέπτεται έναν άγνωστο δισεκατομμυριούχο που πεθαίνει. Ο γερασμένος μεγαλομανής άνδρας καταφοβισμένος είναι ένα θρασύ, χυδαίο, αποκρουστικό καύκαλο που αρνείται αγέρωχα να παραδοθεί στο πεπρωμένο του και να αποχωριστή τα Δυναστικά πλούτη του. Μια σιωπηλή τιτανομαχία μεταξύ καλού και κακού μονομαχεί. Οι εκφράσεις, οι κινήσεις, το βλέμμα καθρεπτίζει τον αλληλοσπαραγμό του εσωτερικού κόσμου των δυο αγνώστων χωρίς να ξέρουν ότι κοιμόταν στο κατώφλι της ίδιας μοίρας...

Με εξωφρενικό χιούμορ, σοφή αλληγορία και λακωνικές μεστές απαντήσεις η χαμογελαστή εθελόντρια - η Μεγάλη Ψυχή με συγκινητική κατανόηση και λεπτότητα συζητά με μεγαλόπρεπη ειλικρίνεια τον θάνατο του και το πραγματικό νόημα της φευγαλέας ζωής. Μαγεμένος από το εφήμερο τελευταίο γλέντι με χορό, σαμπάνια και αβίαστο γέλιο, τελικά ο αγέρωχος γέρος συμβιβάζεται με τον ανίκητο θάνατο, αποχαιρετά άφοβα την γήινη ζωή και χάνεται στην μήτρα της γης με ασύγκριτη αξιοπρέπεια.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Έλενα- μια ψηλή ραφινάτη θελκτική γυναίκα με λαμπρό αγγελικό πάμφωτο πρόσωπο- γαλάζια μάτια- που αποπνέουν τρυφερότητα, εμπιστοσύνη και καλοσύνη γύρω στα 30-35. Η φωνή της απαλή λικνίζει ψυχές σαν ήχος μαγικής λύρας. Μια αισθησιακή φιγούρα που ανάβει φωτιές και συνάμα δέος αξιοπρέπεια και Μεγαλοσύνη.

 

Ντίνος- Κυρτωμένος, κιτρινισμένος σαραβαλιασμένος γέρος στο κατώφλι του θανάτου. Βαθουλωμένα μάτια, κρύο ανέκφραστο πρόσωπο, με τον αγέρωχο αέρα της δύναμης και του πλούτου. Η φωνή του επιτακτική και σατραπική.

 

Αγοράκι- ένα φτωχοντυμένο παιδί με όμορφα σγουρά μαύρα μαλλιά και μάτια.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΑ 50-60 χρονών κοντή χοντρή και άχαρη.

 

Φθινόπωρο. Ξεμυτίζει το μελένιο δειλινό. Εξοχικό πανέμορφο τοπίο. Απόκοσμη σιωπή ολόγυρα. Ένας μακρόστενος ασφαλτοστρωμένος δρόμος- ιδιωτικός βγαίνει στην εξώπορτα ενός εντυπωσιακού αρχοντικού σπιτιού. Δένδρα κορδωμένα σε τέλεια ευθεία το ένα δίπλα από το άλλο μισόγυμνα, ριζωμένα και στις δυο μεριές του δρόμου. Χάμω χιλιάδες στοιβαγμένα φύλλα κοκκινωπά, κίτρινα, νεκρά. Ο ερημωμένος, γραφικός δρόμος καθώς φτερουγίζουν τα φύλλα ολόγυρα μορφάζει μελαγχολικά μέσα στην χρυσαφένια αντηλιά.

Η φιγούρα μιας γυναίκας με κατακόκκινη φούστα πιο κάτω από το γόνατο και άσπρη μπλούζα με ελαφρά ανοιχτό ντεκολτέ, όρθιο γιακά και κοντό μανίκι φαίνεται να ανηφορίζει τον δρόμο με το ποδήλατο. Μαλλιά κυματιστά μέχρι τους ώμους και ένα χαριτωμένο καπέλο γυρισμένο ελαφρά στο πλάι με κόκκινο εφαρμοστό κολιέ στον κύκνειο λαιμό της. Το πρόσωπό της φωτίζεται και σκοτεινιάζει κάτω από τις σκιές που ρίχνουν τα ψηλά δένδρα..

Ακούγεται από μακριά μια μελαγχολική μελωδία φυσαρμόνικας σαν σιγανό ανθρώπινο μοιρολόι. Σαν έφτασε κοντά στο αρχοντικό σπίτι η άγνωστη γυναίκα ρίχνει μια βιαστική ματιά δεξιά. Ένα παιδάκι χωμένο στο παγκάκι, παίζει φυσαρμόνικα. Μπροστά του ήταν φωλιασμένο ένα φτωχόσπιτο. Η αρχοντική γυναίκα κοιτάζει το χαρτί που κρατούσε να βεβαιωθεί για την σωστή διεύθυνση. Παίρνει την τσάντα από το ποδήλατο...Πριν χτυπήσει το κουδούνι

ξεπετιέται βιαστικά μια νοσοκόμα έξω φρενών.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΑ.(ουρλιάζει.) Ανυπόφορος ο παλιόγερος, το ένα πόδι στον τάφο και το βρομόστομα του δεν σταματά να βρίζει. Δεν τον αντέχω άλλο τον πλούσιο μπάσταρδο! (τρέχει προς το αυτοκίνητο της).

(Η νέα γυναίκα με την διαβολική θηλυκότητα και το αθώο πρόσωπο, αμπογιάτιστη με προκλητικό λίκνισμα του κορμιού της μπαίνει μέσα με αποφασιστικότητα. Κινήσεις αργές χαριτωμένες-γαργάλισμα ηδονιστικό.)

(Το δωμάτιο ήταν πολυτελέστατο με ανοιχτή βεράντα. Πέρα μακριά λαμπύριζαν χιλιόχρωμα τα νερά μιας ρομαντικής λίμνης. Μπουκάλια πιτσιλισμένα αίμα ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Ενέσεις, φάρμακα και ματωμένες πετσέτες στο διπλανό τραπέζι. Στο κρεβάτι ένας χλωμός κοκαλιάρης γέρος.

Η φρικιαστική ατμόσφαιρα μύριζε θάνατο και πανούκλα. Σάλια έτρεχαν από το σταφιδιασμένο, ξεδοντιασμένο στόμα του.

Μπροστά του ήταν ανοιχτή η τηλεόραση που μετάδιδε ζωντανά το ανεβοκατέβασμα του χρηματιστηρίου. Τα βασιλεμένα μάτια του είναι καρφωμένα στην οθόνη με αγωνία.. Ακούγοντας τα βήματα του τακουνιού αγρίεψε. Χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του πέταξε ορμητικά την εφημερίδα που κρατούσε στο πάτωμα τρέμοντας σαν επιληπτικός από αχαλίνωτο θυμό.

 

ΝΤΙΝΟΣ- Ποίος στο διάβολο ήρθε μέσα? Η εκκλησία έστειλε κανένα πούστη ιεραπόστολο πάλι η την βίβλο πακέτο με μια κωλόγρια σκιάχτρο?

 

(Η όμορφη γυναίκα πλησιάζει με θεατρική πόζα κοντά, χαμογελώντας με αγνότητα παιδιού. Κείνος την κοιτάζει απολιθωμένος. Η κυπαρισσένια κορμοστασιά και το αγγελόμορφο πρόσωπο της συνεπήρε τον νου του. Κείνη κλείνει την τηλεόραση με παιδική αφέλεια.

 

ΕΛΕΝΑ: Με λένε Έλενα.( λέει με τρυφερή απαλή φωνή-μουσική σαγηνευτική) Είμαι εθελόντρια από το φιλανθρωπικό ίδρυμα «Αγάπη». (Άθελα της κοκκίνισε, έσκυψε και του φίλησε το μάγουλο. Ελαφρό μυσταγωγικό μειδίαμα. Με μια προκλητική κίνηση έδειξε με το κρινοδάχτυλο της το σημείο κάτω από την αφαλό του και ρωτά χαδιάρικα).

 

ΕΛΕΝΑ: Ελπίζω να σου έκοψαν αυτό εδώ, γιατί δεν θέλω να μείνω έγκυος!(κινείται αβίαστα)

 

(Ο πικρόχολος γέρος έσκασε στα γέλια. Κουνά το κεφάλι, παίρνοντας θάρρος από το αναπάντεχο χιούμορ της. Την έγδυνε με τα μάτια του, τα σάλια του τρέχουν, τρέμει το κάτω χείλι του).

 

ΝΤΙΝΟΣ: (Αργή φωνή). Από τότε που μου έβαλαν την επέκταση με σιλικόνη άρχισαν όλα τα προβλήματα.(γρυλίζει σαν θηρίο, πετά ένα άδειο ποτήρι, περνά τον πάγκο και γίνεται χίλια κομμάτια). Στο διάβολο σε εμένα έτυχαν όλα τα κακά του κόσμου?

 

ΕΛΕΝΑ: (σμίγει τα φρύδια σαστισμένη και κάθεται σεμνά σε μια καρέκλα). Τι, έβαλες σιλικόνη να μεγαλώσεις το στήθος σου?

 

ΝΤΙΝΟΣ- (επιτακτικά) Όχι το στήθος μου, να μεγαλώσω αυτό εδώ( δείχνοντας την περιοχή του γεννητικού οργάνου του).

 

ΕΛΕΝΑ:( Βάζει το χέρι στο στόμα και άρχισε να γελά ασταμάτητα.) Δεν ήξερα ότι υπάρχει σιλικόνη και για «μπανάνες» ( Κόντεψε να πνιγεί από τα ξεκαρδιστικά γέλια.)

 

ΕΛΕΝΑ: Πότε έγινε αυτό?

 

ΝΤΙΝΟΣ: Όταν ήμουν 75. Είχα παντρευτεί μια γυναίκα 40 χρονών και είχα δυο σεξουαλικές εικοσάρες βοηθούς στο χρηματιστήριο μου. Η μια προτιμούσε το γραφείο και η άλλη την καρέκλα!

 

ΕΛΕΝΑ: (ανάμεσα στα βροντερά γέλια της). Μα έπρεπε να περάσουν 75 χρόνια για να καταλάβεις ότι ήταν μικρό?

 

ΝΤΙΝΟΣ: (ξεσπά σε χυδαία χαχανητά) Μου έκαναν εγχείρηση και μου φύτρωσαν δυο μετάλλινους ράβδους με σιλικόνη για να στήνεται. Πολλές φορές ήταν τόσο στημένο που έβαζα φαρδιά παντελόνια να μην γίνω ρεζίλη στο γραφείο. Ήταν ευλύγιστοι ράβδοι βέβαια, αλλά καμιά φορά παθαίνουν μηχανική βλάβη και μόλυνση.(Ο γέρος την κοιτά που είχε γίνει ολοκόκκινη και άρχισαν και οι δυο να γελούν εξωφρενικά.)

 

ΝΤΙΝΟΣ: (πικραμένος) Και το χειρότερο είναι ότι μου έβαλαν το λάθος νούμερο, οι μαλάκες οι κομπογιαννίτες γιατροί, γέμισε ο κοντοστούπης μου πύο, τουμπάνιασε και έπαθε σοβαρή μόλυνση. Ανυπόφοροι πόνοι. Στο διάβολο, πέντε χρόνια είμαι στο μίζερο αυτό κρεβάτι και στο τέλος έβγαλα καρκίνο και μου το κόψανε σίρριζα. Πόντος δεν έμεινε.

 

ΕΛΕΝΑ: (κρατώντας το στομάχι της από τα γέλια) Δηλαδή ούτε καν το χάρηκες ? Και η γυναίκα σου?

 

ΝΤΙΝΟΣ: (πειραγμένος) Με άφησε για ένα νέο άνδρα. Για αυτήν θυσιάστηκα και τώρα πεθαίνω με ξεριζωμένο ναργιλέ. Γιατί αυτό να συμβεί σε εμένα? Είμαι μόνο 82 χρόνων. Κατάρα να χει και ο κερατάς Θεός και ο Διάβολος. Μπορούσα να ζήσω αλλά 20 χρόνια!

 

ΕΛΕΝΑ: (η φωνή της γίνεται πιο βαθιά ελαφρό μειδίαμα. Ο άγγελος μέσα της ανοίγει φτερά). Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι αξίζει να ζήσης πιο πολλά χρόνια αγαπητέ μου Βαλεντίνο? Νομίζω είναι ασυγχώρητα εγωιστικό. (Στρώνει το καπέλο της με εντονότερη θηλυκότητα. Το κούνημα των χεριών της ήταν μεθυστική μουσική.) Άλλοι έμειναν στην ανυπαρξία και άλλοι τους πήρε ο χάρος πολύ νέους. Η ανθρωπότητα υποφέρει ανελέητα, λιμασμένη από την πείνα και μιζέρια, καταπιέζεται βάρβαρα, το περιβάλλον καταστρέφεται, οι πόλεμοι εξολοθρεύουν το ανθρώπινο είδος, και η ελευθέρια και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου βιάζεται χωρίς έλεος.

 

ΝΤΙΝΟΣ: ( αμήχανα παίζει τα δάκτυλα του). Ποτέ δεν με ενδιέφερε η ανθρωπότητα. Το εντατικό κυνήγι του πλούτου και της ηδονής ήταν πάντα ο στόχος μου.

 

ΕΛΕΝΑ: ( χαδεύοντας ηδονικά τον εξαίσιο λαιμό της) Δεν έχει νόημα η ζωή αν δεν υπάρχει αγάπη( λέει σε χαμηλό τόνο με αφτιασίδωτη αγνότητα.) Ο χάρος είναι ανεξαγόραστος: Αθάνατος, αδηφάγος Αυτοκράτορας του Λυτρωμού και της Οδύνης. Με όλα τα εκατομμύρια σου δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε ένα δευτερόλεπτο ζωής. Αλλιώς θα ζούσαν μόνοι οι πλούσιοι. Φοβάσαι τον θάνατο?

 

ΝΤΙΝΟΣ: (κοιτά μακριά, ανέκφραστος.) Ναι πολύ, η σκέψη ότι δεν θα υπάρχω και ο κύκλος της ζωής θα συνεχίζεται με κάνει θηρίο ανήμερο.

 

ΕΛΕΝΑ: (τον κοιτάζει στοργικά. Τα βλέμματα τους συναντιόνται.) Είσαι αθεράπευτα εγωκεντρικός. Δεν είσαι έτοιμος να αποχωριστής τα υλικά αγαθά σου. (η φωνή της γίνεται πιο έντονη). Εγώ δεν φοβάμαι τον θάνατο, πιο πολύ θα φοβόμουν την αθανασία-φοβερή σιωπή χωρίς αισθήσεις.

 

ΝΤΙΝΟΣ: (τρεμουλιάζει, σφίγγει το στόμα και την κοιτά ανήσυχα). Θα πάω στον παράδεισο?

 

ΕΛΕΝΑ: (κουνά με χάρη το κεφάλι - και απαντά σε πειραχτικό τόνο). Οι πλούσιοι που ήρθαν στην ζωή μόνο για τον εαυτό τους και οι πολιτικοί δεν πάνε ποτέ στον παράδεισο!

 

ΝΤΙΝΟΣ: (με λαχτάρα, παίρνει βαθιά ανάσα ) στην Κόλαση?

 

ΕΛΕΝΑ: (σηκώνοντας το χέρια σαν βεντάλια). Όχι βέβαια ούτε οι διάβολοι δεν τους εμπιστεύονται!

 

ΝΤΙΝΟΣ: (τρομαγμένος, ψευδίζει) Τότε που θα πάω?

 

ΕΛΕΝΑ: (χαμηλώνει η αγγελική φωνή της). Από εκεί που ήρθες, αγαπητέ μου Ντίνο: στην ανυπαρξία. Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αιώνιος ύπνος χωρίς όνειρα. Θα λυτρωθείς από τις αισθήσεις σου που σε βασανίζουν. Η δίκαια εκμηδένιση του ματαιόδοξου ανθρώπου που ζητά μέσα από την αλαζονική δύναμη και τα πλούτη να πιει το αθάνατο νερό. Πόσο ασήμαντος και βάρβαρος είναι ο άνθρωπος και όμως πιο εύθραυστος και από ένα τριανταφυλλένιο μπουμπουκάκι.

 

ΝΤΙΝΟΣ: (σκεφτικός -φωνή σπασμένη) Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής? Φαίνεσαι να γνωρίζεις πιο πολλά από το αλφαβητάριο.

 

ΕΛΕΝΑ: Να ζήσουμε κάθε ευλογημένη στιγμή σαν να είναι η τελευταία . Όλα είναι όμορφα όταν τα αγαπάς. Να προσφέρεις, χωρίς ανταμοιβή, να αγωνιστής για ένα καλύτερο μέλλον για τον συνάνθρωπο σου. Η αγάπη, η συμπόνια και η συνείδηση είναι οι μόνες αρετές που δίνουν νόημα στην ζωή μας.

(Η Έλενα ξαφνικά σηκώνεται όρθια μονολογώντας με ενθουσιασμό.) Θα στολίσω το σπίτι γιορτινό. Όταν θα έρθει ο θάνατος θα σε βρει γελαστό, λεοντόκαρδο και γιομάτο ευγνωμοσύνη που σου χάρισε 82 χρόνια χωρίς να τα αξίζεις! (Το βάδισμα της οι κινήσεις της ήτανε ένας ρυθμός όλο φλόγα. Άρπαξε βιαστικά όλες στις μπουκάλες και τα φάρμακα και τα έχωσε κάτω από το κρεβάτι του. Πήρε ένα στρογγυλό τραπεζάκι με χρυσαφί τραπεζομάντιλο, πετά τα διακοσμητικά σε μια άκρη και το τραβά στην μέση του δωματίου. Χώνει

βιαστικά μια ανθοδέσμη με άσπρα τριαντάφυλλα που ήταν απωθημένη κοντά στην βεράντα, σε ένα βάζο χωρίς νερό και ανάβει δυο κεράκια. Στολίζει το δωμάτιο με καλάθια από λουλούδια που μάλλον είχαν στείλει από το γραφείο του.( Ήταν δίπλα από την κεντρική είσοδο).

 

ΕΛΕΝΑ:΄Ο φόβος θέλει καλοπέραση. Που είναι η κουζίνα?

 

ΝΤΙΝΟΣ: Δεξιά στον διάδρομο!

 

(Η Έλενα πετά τα τακούνια τις και τρέχει στο ψυγείο. Μέσα σε δευτερόλεπτα έφερε δυο Γαλλικές σαμπάνιες, μια πιατέλα με χαβιάρι και αφράτα crackers- δυο μικρά πιάτα, ένα μαχαίρι και δυο ποτήρια. Μετά χάνεται από δωμάτιο. Γυρνά αμέσως κρατώντας ένα πανάκριβο κουστούμι και ένα ζευγάρι παπούτσια. Σηκώνει τον ετοιμοθάνατο από το κρεβάτι και το βοηθά να ντυθεί σαν γαμβρός. Με μια βρεγμένη πετσέτα του καθαρίζει το πρόσωπο, του φορά ένα καπέλο και τον περιλούζει με κολόνια. Κείνος παραμένει ανήμπορος να αρνηθεί. Φορά τα ακριβά παπούτσια του. Καθίζουν στο τραπέζι με αξιοπρέπεια.

 

ΕΛΕΝΑ: (με πραότητα, χαμογελά καρδιακά). Φαίνεσαι πολύ γοητευτικός.

(Απλώνει λίγο χαβιάρι σε ένα cracker και του το βάζει στο στόμα- το αγαπημένο του μεζεδάκι. Του σκουπίζει το στόμα. Ανοίγει την σαμπάνια και ξεσπούν σε ορμητικά γέλια. Γεμίζει τα ποτήρια Ο γέρος με τρεμάμενα χέρια λούζεται με την σαμπάνια Ξαναγεμίζει το ποτήρι και το πίνει μονορούφι. Τρώνε και πίνουν με μεγάλο κέφι. Η Έλενα βάζει ένα δίσκο: IT IS TIME TO SAY GOODBYE τραγουδά ο τενόρος Andrea Bocceli. Η μουσική μαγνητίζει τον καταδικασμένο γέρο και της ζητά με μια ελαφρά υπόκλιση να χορέψουν. Χορεύουν ταγκό αργά, αργά. Ο γέρος με δυσκολία σέρνει τα πόδια του. Στριφογυρίζουν με ελαφρό λίκνισμα γύρω από το τραπέζι 2 φορές.. Ο Ντίνος εξαντλημένος πέφτει απότομα στην καρέκλα. Το βάζο με τα τριαντάφυλλα πέφτει στο πάτωμα. Η Έλενα σκύβει να το πάρει. Το βλέμμα της συννεφιασμένο καρφώνεται στα άσπρα τριαντάφυλλα που είχαν γεμίζει αίμα που έσταζε από τα κομμένα γεννητικά όργανα του άρρωστου. Κατάλαβε ότι ο δείχτης του ρολογιού βιαζόταν να κλείσει τον κύκλο του. Τυλίγει γρήγορα με μια πετσέτα τα τριαντάφυλλα και τα χώνει κάτω από το τραπέζι. Βάζει τα άδεια πιάτα στον πάγκο και πίνει μονορούφι από το μπουκάλι την υπόλοιπη σαμπάνια. Ο Ντίνος φαίνεται να το διασκεδάζει. Ελαφρά ζαλισμένος χορεύει και μουρμουρίζει με ρυθμό).

 

ΝΤΙΝΟΣ: Ας πάει και το χρηματιστήριο δεν νοιάζουμαι σταλιά, τον χάρο στα λουστρίνια μου τον γράφω στα παλιά.

(Η Έλενα ανθίζει σαν μπουμπούκι για την χαρά που του πρόσφερε αλτρουιστικά.)

ΝΤΙΝΟΣ: ( Απιθώνει το τρεμάμενο χέρι του πάνω στον φιλντισένιο χέρι της.) Είσαι Μεγάλη Ψυχή. Ένας άγγελος. Εγώ ένας πωρωμένος χρηματιστής. Μια τιτανομαχία μεταξύ καλού και κακού. Γιατί ήρθες εδώ να αναπτερώσεις το ηθικό ενός μεγαλομανή εγωιστή αποκρουστικού γέρου?

(Η Έλενα αποφεύγει το βλέμμα του. Χαμηλώνει τα μάτια. Η φωνή της ραγίζει

 

ΕΛΕΝΑ: Ο μοναδικός γιος μου μόλις 16 χρονών σκοτώθηκε πριν ένα μήνα σε αυτοκινητικό δυστύχημα και εγώ πάσχω από ανίατο καρκίνο. Οι γιατροί μου έδωσαν 6 μήνες ζωής. Ήθελα να πείσω τον εαυτό μου πως άξιζα να ζήσω! (Μένουν και οι δυο σιωπηλοί-η μουσική συνεχίζεται.)

(Η Έλενα με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία του βγάζει τα διαμάντια από τα δάκτυλα με ντελικάτες κινήσεις.)

 

ΕΛΕΝΑ: Τα σκουλήκια δεν τρώνε διαμάντια. Θα τα κλέψει το γραφείο κηδειών. (Τα δένει σε μια πετσέτα, τρέχει στην βεράντα και τα πετά με όλη της την δύναμη στην αυλή του φτωχικού σπιτιού. Μετά βοηθά τον μισοπεθαμένο γέρο να καθίσει στο καροτσάκι και βγαίνουν στην βεράντα.

Έλενα: Να αποχαιρετήσεις την ομορφιά της φύσης που παράβλεψες να χαρείς! (Το δειλινό είχε γείρει στο πλάι κουρασμένο και οι χρυσές ακτίνες του ήλιου άρχιζαν να κατασταλάζουν σιγά, σιγά στον ορίζοντα αποχαιρετώντας την μέρα σε με βαθιά μαβιά κεχριμπαρένια απόχρωση. Η λίμνη ερωτοτροπούσε με τις τελευταίες αναλαμπές του φωτός. Τα δένδρα ολόγυμνα, ορφανά. Φύλλα νεκρά κίτρινα πεσμένα ολόγυρα…

Ο Ντίνος κοιτάζει αχόρταγα το μελαγχολικό αλλά γραφικό τοπίο και μονολογεί με Διονυσιακή έκσταση.-

 

ΝΤΙΝΟΣ: Σαράντα χρόνια σε αυτό το σπίτι και πρώτη φορά παρατηρώ την λίμνη! Πανέμορφη είναι η φύση. Ακούγεται η μουσική:

The falling leaves drift out of my window

The autumn leaves of red and gold…

 

ΕΛΕΝΑ:. Γέρασες μα δεν νομίζω ότι υπήρξες ποτέ νέος. Κοίτα αυτό το δένδρο της ζωής αριστερά σου. Τέσσερα κίτρινα φύλλα αντέξανε την θύελλα. Αγιασμένη η στιγμή που έγινες κίτρινο φύλλο και δεν το εκτίμησες. Μα για δες χάμω πόσα φύλλα πέθαναν, και ανάμεσα τους μικρά καταπράσινα φυλλαράκια νιούτσικα-νέες φευγάτες ζωές. Ο χορός του θανάτου παραμονεύει στα θρόισμα των φθινοπωρινών φύλλων από την ημέρα που γεννηθήκαμε.

 

ΝΤΙΝΟΣ: Χάρη στην μυροφόρα συμπόνια σου συνθηκολόγησα με τον θάνατο. Έζησα το πραγματικό νόημα της μακροχρόνιας ζωής μου στις λίγες στιγμές που πέρασα μαζί σου. Μα τώρα νιώθω έτοιμος να σωριαστώ, θέλω να καθίσω στο κρεβάτι.

(Η Έλενα τον φέρνει μέσα και τον καθίζει στο κρεβάτι με προσοχή. Βάζει ένα μαξιλάρι στην πλάτη του Δίπλα στον τοίχο η φωτογραφία του όταν ήταν νέος όλο ζωή και ομορφιά αλληλοσυγκρουόταν με την ωμή πραγματικότητα. Η νέα

γυναίκα έριξε ένα βλέμμα και το όμορφα μάτια της θόλωσαν.

 

ΝΤΙΝΟΣ: Έλενα άναψε το πορτατίφ και σβήσε τα φώτα σε παρακαλώ. (Φαινόταν αφηρημένος). Φέρε μου μια κόλα χαρτί, ένα περιοδικό και ένα στυλό από το συρτάρι εδώ στην είσοδο. Η Έλενα ξυπόλυτη λικνιστική, ψηλομέτωπη του φέρνει ότι ζήτησε . Μια λάμψη κυματίζει στα θαλασσινά μάτια της. Ο γέρος γράφει αργά κάμποσες παραγράφους.

 

ΝΤΙΝΟΣ: Έλα, να υπέγραψε εδώ σαν μάρτυρας. (Η Έλενα σκύβει και υπογράφει με αιχμαλωτισμένη χαρά και τοποθετεί την διαθήκη πάνω σε ένα μάτσο επίσημα χαρτιά του χρηματιστηρίου.)

 

ΝΤΙΝΟΣ.: Νιώθω ξαλαφρωμένος, χάρισα όλα τα πλούτη μου! Ποιος το περίμενε ποτέ! Τώρα, φέρε την καρέκλα κοντά, θέλω να σου μιλήσω. (Το δωμάτιο είναι σκοτεινό και μόνο το πρόσωπο του ετοιμοθάνατου γέρου φωτίζεται έντονα. Ακίνητο, ψυχρό, ανέκφραστο. Αγκομαχεί, μιλά αργά με μεγάλη δυσκολία. H φωνή του μόλις ακουγόταν).

 

ΝΤΙΝΟΣ:. Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι. Ποτέ δεν πέρασε τέτοια σκέψη από το μυαλό μου μέχρι τώρα. Μισώ τις εξομολογήσεις και μετάνοιες. Μετά η φωνή μου θα βουβαθεί για πάντα. Έκλεψα χωρίς τύψεις τους υπάλληλους μου, δωροδόκησα διευθυντές εταιρειών και έκανα εκατομμύρια σε μια μέρα. Κατέστρεψα οικονομικά χιλιάδες μικρούς επενδυτές, εξαγόρασα πολιτικούς, δικαστές, αγόρασα την ηδονή από φτωχά ανήλικα κοριτσάκια (σταματά με κομμένη την ανάσα, μετά συνεχίζει). Όταν έφυγε η γυναίκα μου στο Παρίσι με τον εραστή της, έστειλα ένα επαγγελματία δολοφόνο να την παρακολουθήσει. Δεν ήθελα να χάσω τα μισά πλούτη μου. Ο πληρωμένος δολοφόνος την κατατρύπησε με σφαίρες… (βήχει με δυσκολία. Μερικές συσπάσεις του στόματος αργές, λίγες αλλά ανατριχιαστικές γεμάτες φρίκη, προσήλωση των ματιών σε κάτι μακρινό. Στο τέλος γίνεται μια μάσκα δραματική, τραγικού σπασμού και συνεχίζει). Στα νέα άκουσα ότι ήταν έγκυος 6 μηνών, με… τον γιο μου!

Η Έλενα παρατηρεί σιωπηλή κάθε κίνηση του. Δεν δείχνει περιφρόνηση. Κρύβει το εσωτερικό ανατρίχιασμα της μαύρης ύπαρξης του. Νιώθει το σώμα της να μουδιάζει. Απόλυτη νεκρική σιωπή. Κείνος την κοιτάζει ερωτηματικά.

 

ΕΛΕΝΑ: (με σταθερή αλλά ήρεμο τόνο). Κάθε σκουλήκι πλέκει το δικό του κουκούλι. Είσαι η λάσπη της ανώτατης ακολασίας, και του αδυσώπητου σατανισμού με όλες τις διεστραμμένες ανθρώπινες αδυναμίες Ένας φριχτός κακούργος που αυτήν την στιγμή βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με ένα Άγιο

 

ΝΤΙΝΟΣ: Κανείς δεν θα ρίξει ούτε ένα δάκρυ στην κηδεία μου. Όλοι με μισούν.

 

ΕΛΕΝΑ: (με αθώο βλέμμα τον κοιτά κατάματα). Η μεγαλύτερη φτώχια είναι να μην σε αγαπούν. Μα κάποιος θα ρίξει ένα δάκρυ. Θα είναι το δικό μου δάκρυ! (Η Έλενα σκεπάζει το πρόσωπο της. Μια γαργαλιστική ιδέα περνά από το μυαλό της. Παίρνει μια μπανάνα από τον πάγκο. Δαγκώνει τα χείλια, διστάζει για λίγο. Δεν είναι σίγουρη. Μετά ανοίγει ανέμελα το φερμουάρ την τοποθετεί στην θέση του ξεριζωμένου γεννητικού οργάνου του και αστειεύεται με ελκυστική τσαχπινιά).

 

ΕΛΕΝΑ: Να σε βρει καλέ μου Ντίνο, ο γενναιόδωρος θάνατος με όλα τα εργαλεία σου ακέραια, όπως γεννήθηκες. Με μια διαφορά: ότι η μπανάνα αυτή είναι δυο πόντοι πιο μεγάλη από την θανατηφόρα επέκταση της σιλικόνης.

 

ΝΤΙΝΟΣ: (Μισοχαμογελά εξαντλημένος, ψιθυρίζει με κόπο). Καλή ιδέα Έλενα! (Μετά γέρνει στο πλάι σαρακιασμένος σωματικά και ψυχικά. Κλείνει τα μάτια. Η Έλενα τον απιθώνει απαλά στο μαξιλάρι. Η λύρα του θανάτου παίζει εντατικά. Τότε χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν η νοσοκόμα της βραδινής βάρδιας.

 

ΝΟΣΟΚΟΜΑ: Έλενα σε δυο λεπτά θα είμαι εκεί, εσύ ετοιμάσου… Σε περιμένουν στο νοσοκομείο για ακτινοβολίες. Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο. Ο αέρας λυσσομανούσε. Αστραπές και βροντές ακούγονται… Σάλεψε το σάλι του δειλινού. Άνοιξε το παράθυρο. Η Έλενα ξεγυμνώθηκε και έμεινε με τον κολιέ. Έβαλε τα ρούχα στην τσάντα της φόρεσε βιαστικά ένα τζιν και ίσια παπούτσια και πέταξε το σουτιέν της. Κείνη την αναπάντεχη στιγμή ο μελλοθάνατος ανοίγει τα μάτια του. Μια αστραπή φώτισε φευγαλέα το στήθος της. Ο γέρος έκανε να ανασηκωθεί. Ιδρώτας τρέχει από το μέτωπο του. Αγκομαχεί, η αναπνοή του γίνεται βαριά. Ένας βρόχος του πνίγη τον λαιμό και πέφτει κάτω νεκρός Ήταν το βουβό μουρμουρητό της χωματένιας αποσύνθεσης του.

Η Έλενα δεν άκουσε τίποτα. Ντύθηκε και πλησιάζει για να τον αποχαιρετήσει. Τον κοιτάζει τρυφερά. Με συγκίνηση του κλείνει τα μάτια και του φιλά το μέτωπο.

 

ΕΛΕΝΑ: ΟΡΕVOUAR DARLING

Το ούρλιασμα ενός νεογέννητου ακούγεται από το διπλανό φτωχόσπιτο. Το αγοράκι που έπαιζε φυσαρμόνικα πηδά σαν ελάφι τον φράχτη ξεφωνίζοντας αλαφιασμένο.

 

ΑΓΟΡΙ: Είναι αγόρι είναι αγόρι!

Η Έλενα αφήνει μισάνοιχτη την πόρτα και πλησιάζει το ποδήλατο της. Ο ορμητικός άνεμος είχε παρασύρει ακόμα πιο πολλά φύλλα που πετούσαν άτακτα ολόγυρα. Κοιτάζει τα γυμνά δέντρα με μελαγχολία. Ένα μεγάλο κίτρινο φύλλο κολλά στο στήθος της. Το παίρνει στην χούφτα της στοργικά και μετά το πετά ψηλά στον ουρανό. Το κίτρινο φύλλο φτερουγίζει και χάνεται στον απέραντο, πορφυρό ορίζοντα ώσπου γίνεται μια κουκίδα. Μουσική ακούγεται:

 

The falling leaves drift by my window

The autumn leaves of red and gold...

Since you went away, the days grow long

And soon I will hear of the winter’s song….

 

……………………….

 

Συνταρακτική η απώλεια μιας μεγάλης πνευματικά ελληνίδας της διασποράς. Έφυγε στις ΗΠΑ στις 2 Ιανουαρίου. Θα ταφεί στις 23 Ιανουαρίου πλάι στη μητέρα της, στα Χανιά. Όπως ήταν η επιθυμία της. Τελευταίος χαιρετισμός σ’ έναν υπέροχο άνθρωπο, σε μια θαυμάσια γυναίκα του Λόγου, σε μια σπουδαία φίλη.  

 

Ελένη μου, γλυκιά και αγαπητή μου, καλό σου ταξίδι.

Ελένη σε περίμενα. Πάντα μου έλεγες πως θα έρθεις να με δεις.

Με τι χαρά σε περίμενα, να ’ξερες!

Τι ωραία πράγματα λέγαμε! Ώρες κρατούσαμε την κουβέντα μας μιλώντας πάντα για κάτι ξεχωριστό, ωραίο και εξαιρετικό!

Γλυκιά η φωνή σου, απαλή, πότε χαδιάρικη, πότε παραπονεμένη και άλλοτε ξεσπάθωνες για τις αταξίες που έβλεπες.

Και τα ηλεκτρονικά σου γράμματά σου το ίδιο. Διαβάζοντάς τα άκουγα τη φωνή σου 

Πόσο χαιρόμουνα τα μυστικά σου, τα οποία, καιρό πριν φύγεις, μου ζήτησες να τα δημοσιεύσω και σου έλεγα όχι, θα το κάνουμε μαζί.

Γίνε καλά πρώτα, σου έλεγα … μα εσύ επέμενες!!! Σα να το ’νιωθες τι έμελλε να ’ρθει. Κι εγώ στο υποσχέθηκα

Θα μου λείψεις Ελένη. Θα λείψεις σε όλους μας στην ΕΕΛΣΠΗ 

Πάντα θα υπάρχεις στη σκέψη μου. Και πάντα στα σκότη θα δίνεις αστράμματα μέσα από το αθάνατο ρηξικέλευθο έργο σου. 

Αιωνία η μνήμη σου, Ελένη! 

Τρίκαλα 18-01-2014

Βάιος Φασούλας