creece

Last update
10.06.2006

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Κριτική στο μυθιστόρημα του Βάιου Φασούλα.

« Μ α ρ ί ν α »

 

Το κεντρικό πρόσωπο, η Μαρίνα, μας εισάγει στο πλαίσιο του ομώνυμου μυθιστορήματος του λογοτέχνη, δημοσιογράφου και προέδρου της ΕΕΛΣΠΗ, Βάιου Φασούλα. Η υπόθεση αυτού του έργου εκτυλίσσεται στη Γερμανία. Παρατηρούμε έτσι τις αγωνίες και τα προβλήματα των Ελλήνων μεταναστών, τη θέση της οικογένειας, το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο του καιρού μας. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη με εξωτερική εστίαση όσον αφορά τα γεγονότα. Η γλώσσα του έργου πηγαία, δημοτική, με τη χρήση συνάμα τοπικών ιδιωματισμών που καθρεφτίζουν την διάσωση της παράδοσης στην ελληνική επαρχία, ενώ στα περιγραφικά μέρη ενισχύεται ο λυρισμός με τα σχήματα λόγου, την αλληγορία, το φυσικό στοιχείο παρόν να συμπορεύεται με τις εκάστοτε παραστάσεις.

Μια αναδρομή στο παρελθόν στη συνέχεια μας μεταφέρει στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του 60, στο Θεσσαλικό κάμπο. Η κυρα-Ευγενία έχει πέντε κόρες και σκοπεύει να παντρέψει τη μία. Κυριαρχεί το παραδοσιακό μοτίβο της προίκας. Ο Κωσταντής είναι ένα άλλο παράλληλο πρόσωπο, φίλος του άντρα της Ευγενίας, του Θοδωρή (είχε δαμάλια και οι συγχωριανοί του έφερναν γελάδες να ζευγαρώσουν μ αυτά, αντιμετώπιζε κυρίως οικονομικά προβλήματα για την αγορά ενός δαμαλιού, παράλληλα με το πρόβλημα να προικίσει τις κόρες του). Σημειώνεται η σήμανση του τρόπου ζωής, του ιστορικού πλαισίου με έμφαση στις μικροιστορίες που διαπνέονται από λαογραφικά στοιχεία.

Μια από τις κόρες της Ευγενίας και η Μαρίνα, δεκαοχτώ χρόνων τότε, θα δοκίμαζε την εμπειρία του προξενιού, εφόσον οι δικοί της είχαν προβεί στην ανεύρεση γαμπρού για κείνη, ενώ ακόμα δεν είχαν ωριμάσει τα συναισθήματά της για κάποιον, παρά μόνο επιφανειακά (αυτό πιστοποιείται από το επεισόδιο σ ένα πανηγύρι και σ άλλο σημείο, όταν μάζευαν ξύλα με την Ειρήνη). Ακόμα μια αναδρομική αφήγηση καταγίνεται με την ιστορία αγάπης των γονιών των κοριτσιών, της Ευγενίας και του Θόδωρου, που κλέφτηκαν αποδεικνύοντας τα αμοιβαία αισθήματά τους και το ισχυρό τους πείσμα. Εμφαντικά διατυπώνονται σημασίες, όπως ο έρωτας, η αυτόβουλη δράση των προσώπων, η ευαισθησία.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε το ιστορικό του προξενιού της ηρωίδας του βιβλίου με έναν νεαρό, τον Κωνσταντίνο (Ντίνο τον φώναζαν οι φίλοι του). Η κοπέλα γνώριζε σχετικά μ αυτόν, εφόσον δεν κατόρθωσε ο ίδιος προξενητής να περατώσει τη γνωριμία του νέου με μια άλλη κοπέλα του χωριού, που τον απέρριψε ουσιαστικά. Ο θυμός του τον υποκίνησε να κάνει το ίδιο στη Μαρίνα που του προξένευαν, αλλά μετάνιωσε, αποδεικνύοντας ότι σεβόταν τη θέση της κοπέλας- έτσι πρωτοστατεί η πλήρης ρεαλιστική ψυχογράφηση του ήρωα απογυμνωμένου από την τάση εξιδανίκευσης. Στη συνάντηση των συγγενών πρωτοστατεί η μητέρα του Ντίνου, η κυρα-Κατίνα, προστατευτική, απαιτητική και ο πατέρας του, ο Αλκιβιάδης. Στο σημείο αυτό κυριαρχούν ηθογραφικά στοιχεία με έμφαση στα έθιμα, την τυποποιημένη παραδοσιακή διαδικασία κι ωστόσο την αμιγή ανθρώπινη επικοινωνία.

Παράλληλα πρόσωπα η Ρωξάνη με το Βαγγέλη, μέσα από την περιγραφή τους αναδύεται η εικόνα του εκφυλισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού μέσα από τα αδιέξοδα στις διαπροσωπικές σχέσεις, πράγμα που καθιστά νεορεαλιστικό το ύφος γραφής. Όλα συνοδεύονται από την εντύπωση του πρώτου έρωτα ανάμεσα στους κεντρικούς ήρωες και το πλαίσιο της ζωής στη μεταπολεμική εποχή. Αναδεικνύεται έτσι η διαβίωση στην ελληνική επαρχία, οι εργασιακές ασχολίες, κυρίως η αγροτική, τα οικονομικά ζητούμενα.

Περισσότερο η ανέχεια και το οικονομικό αδιέξοδο λοιπόν προκάλεσε την απόφαση του ζευγαριού να αποδημήσει στο εξωτερικό προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Αξιοπρόσεχτο σημείο επίσης ο παραδοσιακός γάμος της Μαρίνας, με συγκινησιακές περιγραφές- η τρυφερότητα και ο ερωτισμός διάχυτος αντικαθρεπτίζεται στην Αθήνα, όπου μεταβαίνει το ζευγάρι. Μετά την επάνοδο στα μέρη τους ακολουθεί η αναγκαιότητα της στρατιωτικής υπηρεσίας του Ντίνου, που έτσι αποχωρίζεται τη Μαρίνα και παρακολουθούμε τη ζωή του στους στρατώνες. Μάλιστα η απουσία του επιδείνωσε την οικονομική δυσπραγία της οικογένειάς του, με συνέπεια στις άδειές του να προβαίνει σε λογής εργασίες, προκειμένου να ελαφρώσει τη γυναίκα του από τα βάρη.

Ενδεικτική είναι η αναδίπλωση της οικονομικής πραγματικότητας στην Ελλάδα ως τα τέλη της δεκαετίας του 60, η επισήμανση των κοινωνικοπολιτικών δεδομένων που επέφερε η επταετία της δικτατορίας συνάμα με την πορεία των κεντρικών ηρώων στην ιδιωτική τους ζωή. Μέχρι που το 1970 η Μαρίνα αναγνωρίζει ότι η μόνη διέξοδος γι αυτήν είναι η μετανάστευση στο εξωτερικό, θεραπεία της ανέχειάς τους. Ωστόσο ο σύζυγός της αντιδρά, αρνείται να την ακολουθήσει και τελικά αποδημεί πρώτη με την αδερφή της την Ειρήνη για τη Γερμανία, όπου συμβιώνουν και προσπαθούν να ορθοποδήσουν στον εργασιακό χώρο.

Ο Β. Φασούλας με αριστοτεχνικό τρόπο πραγματεύεται το ζητούμενο της εξωτερικής μετανάστευσης, μια πραγματικότητα που σηματοδοτεί την Ελλάδα της δεκαετίας του 60 και μετά, προσεγγίζοντας, μέσα από την ψυχοσύνθεση των προσώπων και παράλληλα μέσα από την αναζήτηση των ρεαλιστικών συνθηκών διαβίωσης, τα βασικότερα αίτια του φαινομένου. Μέσα από την επιβίωση των δυο γυναικών εμφανίζονται διάφορα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν τη δική τους ιστορία στο εξωτερικό και κυρίως την απασχόλησή τους στις βιομηχανίες στη Γερμανία. Σημειώνεται η θέση του βιομηχανικού εργάτη, η επαφή του με το παραγόμενο εμπόρευμα, η αλλοτρίωσή του απ αυτό, η αυτοματοποίηση που διεισδύει στις κοινωνικές συνθήκες.

Κατά την παραμονή του Ντίνου στην Ελλάδα ως παραστάσεις ρεαλισμού πιστοποιούνται και τα πολιτικά δρώμενα που εντοπίζονται γύρω από την καθημερινότητα των πολιτών, κυρίως ο σκοταδισμός και ο αυταρχισμός της περιόδου της δικτατορίας με έμφαση σε συνθήκες, όπως η γραφειοκρατία, η καχυποψία, οι διώξεις, οι κακοποιήσεις των αντιφρονούντων. Στη συνέχεια βέβαια και ο Ντίνος είναι εκείνος, που επιλέγει την ξενιτιά, ώστε να λύσει το αδιέξοδο της επιβίωσης (πάντα κυρίαρχο μοτίβο, στο οποίο προσαρμόζονται τα κίνητρα και οι πράξεις των προσώπων) και να είναι κοντά στη γυναίκα του. Αποφασίζει κάτι τέτοιο μέσα από μια εντελώς ορθολογική οπτική των αντικειμενικών παραγόντων και των περιστάσεων διαβίωσης μιας ολόκληρης εποχής. Συγκινησιακές στιγμές σημειώνονται κατά τη μετάβασή του στο εξωτερικό μαζί με την κορούλα του.

Παρακάτω η αναδρομική αφήγηση αυτή κλείνει, ακολουθεί η επισήμανση του παρόντος που μας υπενθυμίζει τη νοσταλγική διάθεση της Μαρίνας που χαζεύει σε παλιές φωτογραφίες. Η νοσταλγία είναι συνήθης συνθήκη στο μυθιστόρημα και αφορά τους κεντρικούς ήρωες, που ερμηνεύουν την ποιότητα του χρόνου και την επίδρασή του στην ψυχολογία τους. Οι ανάγκες του πρώτου παιδιού, τα προβλήματα της επιβίωσης, η τριβή με τον ξένο τρόπο ζωής που σιγά-σιγά αφομοιώνει τα πρόσωπα εξωραΐζονται κάποτε με το λυρισμό που αντιστρατεύεται τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Ειδυλλιακές περιγραφές σε άλλα σημεία αποδεικνύουν την εμφανή οργανική λειτουργία ακόμα και του φυσικού τοπίου.

Η ζωή και η εξέλιξή της εντοπίζονται στη γέννηση άλλων δυο παιδιών για το ζευγάρι, εκτός της Αντωνίας, της Κατερίνας και του Άλκη, ενώ ενδεικτικά δυναμική είναι και η παρουσία των παππούδων που διευκολύνει τη ζωή των πρωταγωνιστών εξαιτίας των αυξημένων υποχρεώσεών τους. Η καθημερινότητα κυριαρχεί με το ρεαλισμό της κατά τη φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, την κοινωνικότητα των ηρώων, τις διαπροσωπικές σχέσεις τους, την ενσωμάτωσή τους στην πολιτιστική κουλτούρα του τόπου, που ωστόσο ουδέποτε αποδεικνύει ότι αποποιούνται την εθνική τους ταυτότητα, τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά, απεναντίας είναι φορείς της ελληνικότητας αεί.

Αξιοσημείωτα στοιχεία αντλούμε και σχετικά με τις πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα, την επιβλητική δράση των κομμάτων, την τύχη της αριστεράς πάντοτε συνυφασμένα όλα με τις μεταβολές και τη διεθνή τάξη πραγμάτων- σημαντική θεωρείται εξάλλου η κριτική των επικρατουσών πολιτικών συγκυριών, όπως των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών καθεστώτων, με καυστική οπτική στα πράγματα και φιλελεύθερο φρόνημα. Συνακόλουθα ερμηνεύεται και η συμβίωση στους εργασιακούς χώρους του εξωτερικού μεταναστών από κάθε γωνιά της γης, σε έναν νοητό διάλογο που μας επιτρέπει να διαγνώσουμε συμπεράσματα σχετικά με την έννοια της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικών δοσοληψιών, της παραγωγικής θέσης των πολιτών στην κοινωνία.

Ανάμεσα στα πρόσωπα ξεχωρίζει ο Αχμέτ και γίνεται αναφορά σε έννοιες, όπως η άμιλλα, η ανεκτικότητα κι επίσης ο Ρόμπερτ και η γυναίκα του που είναι φορείς του ανθρωπισμού σε μια περίοδο καταστρατήγησής του. Παράλληλα σηματοδοτούνται στοιχεία σχετικά με τον αντισημιτισμό, το νεοναζισμό, την ελευθερία των ηθών πιστοποιώντας συνάμα και την αντιφατικότητα της εποχής. Επιτάχυνση της αφήγησης ισχύει στα σημεία που ομαλά, αλλά συνοπτικά παρελαύνουν έτη μετάβασης στο σύγχρονο σκηνικό, όπως η νομισματική πολιτική με την κυκλοφορία του ευρώ, η επέκταση της δυναμικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πραγματοποίηση των ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα το 2004- το τελευταίο στάθηκε καταλυτικό γεγονός και δεξιοτεχνικά ο Βάιος Φασούλας παρουσιάζει την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, την ιδέα της συνεργασίας, της ομοψυχίας, της σύμπνοιας με στόχο τη διάδοση της ελληνικότητας.

Παρακολουθούμε συνεπώς με την πάροδο των ετών τη σταδιακή διαφοροποίηση της ζωής των κεντρικών ηρώων, του αγαπημένου ζευγαριού, ίσαμε το 2004, που η Μαρίνα προβληματίζεται για τα δυο χρόνια που της απομένουν, μέχρι να αποστασιοποιηθεί παραγωγικά, να συνταξιοδοτηθεί. Η σκηνή του διαλόγου ανάμεσα στη Μαρίνα και το Ντίνο αποπνέει την τρυφερότητα, την έγνοια του ενός για τον άλλο, τον αυτοσαρκασμό μέσα από την αίσθηση του χιούμορ, στοιχεία που καθιστούν και τους δυο προσιτούς ως πρόσωπα της εποχής τους.

Η αναδρομή στο παρελθόν επιτυγχάνεται με την αναπόληση από την πλευρά της Μαρίνας των χρόνων που πέρασαν από τότε που μετέβη μόνιμα στη Γερμανία. κυριαρχεί η επισκόπηση των συνθηκών ζωής στην Ευρώπη με έμφαση στα οικονομικά αδιέξοδα, όπως η φτώχεια, η ανεργία, ο πληθωρισμός, οι φορολογικές επιβαρύνσεις, οι περικοπές των μισθών και γενικευμένα το ζητούμενο της δυσχερούς απορρόφησης των μεταναστών από την ξένη αγορά. Είναι ενδεικτική ωστόσο και η ωριμότητα του Ντίνου, που αφομοίωσε τα μηνύματα του καιρού του και μορφοποίησε έναν ευρύ κοινωνικό προβληματισμό που αφορά την παρουσία των επικρατουσών πολιτικών παρατάξεων, δημοκρατικών ή μη, δηλαδή τη διεθνή τάξη πραγμάτων στην Ενωμένη Ευρώπη μετά το τέλος της δεκαετίας του 1990.

Μάλιστα πιστοποιείται η κυριαρχία των πολιτικών δυνάμεων που αποσκοπούν και ευστοχούν στην επέκταση των συμφερόντων τους, αποστασιοποιημένη από το λαϊκό αίσθημα. Σε ένα σημείο μέσα από τηλεφωνικούς διαλόγους σηματοδοτείται η εισχώρηση στην κοινωνική ζωή της διαφήμισης, των πελατειακών σχέσεων, της οικονομικής εκμετάλλευσης και κάπως έτσι διαγράφεται το πορτρέτο του σύγχρονου αστού που βρίσκει καταφύγιο μόνο στην οικογενειακή του κοιτίδα, που προβάλλει ως μοναδικός χώρος, όπου δύναται να αναπτυχθεί η ειλικρίνεια, η αμεσότητα, η ασφάλεια.

Οι μνήμες πάλι παρελαύνουν, σε μια κυκλική διαδρομή της αφήγησης, με την επισκόπηση του παρελθόντος ειδωμένου από φωτογραφίες που καταγράφουν μεμονωμένες στιγμές και η συγκίνηση της Μαρίνας έκδηλη αποσαφηνίζουν τη σημασία της παρέλευσης του χρόνου, συνυφασμένης με στοιχεία της επικαιρότητας, όπως η αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ο θάνατος του Αραφάτ, η συνακόλουθη ένταση στις σχέσεις Ισραηλινών και Παλαιστίνιων, η αδυναμία επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος. Η έννοια του χρόνου στη φιλοσοφική της διάσταση αποδίδεται στο τέλος του έργου με την επισήμανση του Ντίνου σχετικά με τις ημέρες που περνούν, «όσες σβήνουν άπραγες, τόσο περισσότερες γεννιούνται».

 Μέσα από το αξιόλογο αυτό μυθιστόρημα ο Βάιος Φασούλας πετυχαίνει να αποδώσει ένα ψηφιδωτό ιστορικών συγκυριών για την Ελλάδα σ ένα ευρύ χρονικό φάσμα από τα μεταπολεμικά χρόνια ίσαμε τις μέρες μας. Αποφεύγεται ο εντυπωσιασμός, ο εκθειασμός των δυνατοτήτων των προσώπων που περισσότερο παρουσιάζονται ως αντιήρωες. Κυρίαρχη παντού η έννοια της ελληνικότητας που σχηματοποιείται όχι μόνο με την επισήμανση στιγμών που προσάπτονται στα εγχώρια παραδομένα ιδεώδη και ήθη, αλλά και στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των Ευρωπαϊκών κρατών. Πρόκειται για ένα σύγχρονο έργο που διευρύνει τον κοινωνικό προβληματισμό μας σχετικά με τα συλλογικά δρώμενα και εμφαντικά προβάλλει τη σημασία της συνέχειας, της αλληλεξάρτησης των συνθηκών και το πορτρέτο του σκεπτόμενου ανθρώπου στην παγκόσμια κοινότητα.

 

Νοέμβρης 2004, Ελευθερία Μπέλμπα, Φιλόλογος - συγγραφέας – κριτικός