creece

Last update
10.06.2006

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Ο  « μ ά γ κ α ς »

Απόσπασμα από το: «Στο Σταυροδρόμι της γειτονιάς».  

 

«Σε κρέμασαν πανύψηλε λεβέντη,

άνθρωποι που χαίρονταν τη νίκη τους σαν κτήνη,

μόνο που δε σε σταύρωσαν,

άλλως δε θα 'χες καμιά διαφορά,

απ' το Χριστό που κρέμασαν παλιά,

σκυλιά αμαρτωλά,

ξήλωσαν τη «χολέρα» απ' τη Γεθσημανή

κι απλώσαν τη φοβέρα.

 

Αυτή που εσύ κι Αυτός

και κάμποσα άλλα παιδιά,

καθόλου δε σας ένοιαξε

που στήσανε και τρίβανε τα χέρια στην πλατεία,

πέντε κρεμάλες με τριχιά

δίχως καρφιά και ξύδια.

Μόνο που Εκείνος μίλαγε γι αγάπη

κι εσείς για ελευθερία».

 

-Καλησπέραααα! γειτόνισσα, λέει πολύ ευγενικά και ο Γιώργος προλαβαίνει το γλίστρημα και τον κράτησε αγκαλιά.

-Καλησπέρα γείτονα! Πού με το καλό;

-Να εδώ, στο γείτονα! Εδώ που βράζει ο ντουνιάς με όλη τη σαβούρα. Εδώ, να τινάξουμε κανένα ποτηράκι και κάνα τραγουδάκι απ' αυτά που τινάζει ο παππούς και σκάει το χάρο! Αλλά και τον περαστικό τον κάνει να στέκετε κλαρίνο με σηκωμένη τρίχα, αν βέβαια κάποιος δείξει ότι έχει ανθρώπινα ελατήρια. Κατάλαβες κυρά-γειτόνισσα, λέει με φωνή συρτή κι άλλοτε τραγουδιστή.

 Πολύ παραπονιάρης που φτάνει να κλαίει σαν παιδί, με φουσκωμένους σαν τουλούμια πνεύμονες από μεράκια που φτάνουνε να πνίγουνε και την πιο απομακρυσμένη αναισθησία της ψυχής του, αφού όλες του οι ευαισθησίες ναυάγησαν και πνίγηκαν σ έναν πνιγμό καθημερινό, τον οποίο ζει και τον έχει στο πετσί του αχώριστο τύραννο. Και όλο τον σπρώχνει θέλοντας να τον καταπιεί και που ο «μάγκας» δεν τα βάζει κάτω. Μέχρι που έμαθε να παλεύει μαζί, μ αυτή που λέγεται ζωή και κατάφερε και τις έκλεψε κάποια μυστικά της. Και να τραγουδά, αφιερώνοντας της το τραγούδι της απελπισιάς, μοναδική παρηγοριά που του απόμεινε και όπλο του δυνατό για να της κάνει πόλεμο.

 Να την ειρωνεύεται σαν αξεπέραστος θεατρίνος και να δένεται μαζί της σαν μια σταγόνα νερό. Να φτάνει αυτή με το ρυθμό του χάρου κάποιες στιγμές στην άρρωστη ματιά του· στη γιομάτη από ανθρώπινα τραύματα και άσβηστες σκιές, να την υγροποιεί για να τρέξει επιτέλους το αλμυρό του δάκρυ σαν ευχή, που του λύνει νου, γλώσσα, ψυχή και να την τραγουδά.

 Συχνά να αγκαλιάζεται μαζί της σα να 'ναι αδερφή, να μιλά μαζί της και να την παρακαλά, μέχρι που φτάνουν ξανά αόρατες φωτιές που θα ξανακάψουν ό, τι έχει απομείνει. Πάλι κυλιέται· πάλι σηκώνεται με δυναμωμένο το πείσμα του θυμού χτυπώντας το χέρι στο μαχαίρι, μέχρι που να τρέξουν κάποιες στραγγισμένες αχνές σκούρες σταγόνες, εδώ στο σταυροδρόμι που τόσο αγαπά. Μαζί του θ' αρχίσει το τραγούδι, γι' αυτόν, για κείνη, για κείνους που χάθηκαν και που κι αυτός δεν ήταν ξένος απ' τα πράγματα. Θα τραγουδά για τα τρία του παιδιά, την γυναίκα του, που ναι άρρωστη και όλο αργοσβήνει. Κι ακόμα για κείνη που αγάπαγε παλιά· την απαγορευμένη αγάπη που του στοίχησε πολλά. Που χάλασαν πρώτα αυτή, για να χαλάσουν μετά κι αυτόν που γλύτωσε από θαύμα.

Μα του άφησαν χαρακιά κάποιοι τραμπούκοι πληρωμένοι, ξενόφερτοι και αγορασμένοι. Κοντά ήρθε κι ένας σεισμός, του έστρωσε το σπίτι πλακώνοντας κι αυτόν το ένα του το χέρι. Κουβέρτες, κουρελές, ψάθες κι ένας καναπές μείνανε εκεί και μένουνε ακόμα, εκεί σε μια γωνιά στην τρύπια κάμαρά του είναι όλα μαζεμένα, μ' ένα παλιό σεντόνι τα έχει διπλωμένα.

 Τραγούδια λέει που σκίζουν τη ζωή λες κι είναι τσιγαρόχαρτο. Κι άλλοτε να τη στύβει με νεύρα και οργή σαν μεταχειρισμένο σφουγγαρόπανο που δεν στεγνώνει τα φορεμένα απόνερα. Πολλές φορές να την πετά

μ ανείπωτη περιφρόνηση και σαν άχρηστο σκουπίδι σε μία άκρα ακίνδυνη για τους διαβάτες και στη συνέχεια να καρτερά να περάσουν οι αρχόντισσες γυναίκες, να τη μαζέψουν και να τη χρησιμοποιήσουν στα σαλόνια και στις αυλές, σ' αυτά που δεν υπάρχουν ψάθες και κουρελές:

«Μη διαλέγεις απ' τη ζωή τα ελαφρά της βάσανα

και θα 'ρθουν πιο βαριά

Πολέμα τη δυναμικά κι άστη να σου λέει

για όνειρα πολλά!

Κι αν θέλεις να τη δεις από κοντά

παρ' την μια νύχτα αγκαλιά!

Στρώσε γιατάκι λησμονιάς και κάλεσέ την.

Θα δεις, θα 'ρθει κοντά!

 

Μην αποτολμήσεις ποτέ να αλλάξεις

το πεπρωμένο σου,

αυτό που είναι υπαρκτό· το ζεις, το βλέπεις

κάθε στιγμή στα βήματά σου.

Κι αν κάποτε δείχνει και μοιάζει

πως σου κερνά χαμόγελο,

το κάνει, άμοιρε, να σου θολώσει πονηρά

την άτυχη καρδιά σου!

 

 Είχε πετάξει ο μερακλής γείτονας δυο τρία τραγουδάκια παθιασμένα. Κι όπως «μάγκα» τον φώναζαν, μάγκικα λοιπόν και καψούρικα απ' της ζωής τερτίπια τραγούδαγε. Κι αφού λίγο ξαλάφρωσε εκεί στο σταυροδρόμι, ετοιμάστηκε να πάει στον παππού, τον γείτονά του, που τα πίνανε συχνά μαζί. Δίπλα του μένει στο ίδιο σοκάκι όπως κατηφορίζει λίγα μέτρα δεξιά, βυθισμένο στη μόνιμη μούχλα που δεν το βλέπει ποτέ του ήλιου φως και αποκλεισμένο απ' τα ψηλά τοίχοι του κάστρου.

 Τζάμπα έμενε εκεί, με δυο παράθυρα που κοίταγαν την αγκαθωτή πλαγιά, ακριβώς φάτσα απ' το σπίτι του Σωκράτη και ένα ψευτοπορτάκι που με τις βροχές περνούσαν τα μικρά ποταμάκια όλων των καλντεριμιών του σταυροδρομιού, που γίνονταν πραγματικός χείμαρρος, κουβαλώντας όλα τα αναστενάγματα και τους καημούς της γειτονιάς. Ακόμα και τα κόπρανα του γαϊδάρου του κυρ-Μηνά, που τα ρημάδια τα αυλάκια είχαν προς αυτή τη μεριά πιότερη κλίση. Έτσι ένα μέρος απ' αυτά περνούσαν στη σκοτεινή κάμαρη, αναγκάζοντας την άρρωστη μάννα του «μεμέτη» να τα πολεμά, βάζοντας κάποια κουρέλια που τραβιόνταν απ τη λάσπη, όπως τραβά ο σκύλος του κυρ-Σπύρου το ποδάρι κάποιου κλέφτη κοντεύοντας να τον φάει. Εκεί, μάταια παιδεύονταν η γυναίκα του Παντελή να κάνει κάποια μικρά με λάσπη αναχώματα που αμέσως έλιωναν και τα απορροφούσε η κατηφόρα. Εκεί πολλές φορές σκυλόβριζε ο γείτονας τύχη και ζωή, για να χαμογελάσει μετά από κάμποσες στιγμές θεατρικά και να πετά απ' τη ματιά του η ειρωνεία κι ο σαρκασμός.

Συχνά έστελνε το γιό του το «μεμέτη», που κατά τη δικιά του επιθυμία και εκλογή τον φώναζε ο ίδιος και έλεγε, ότι έπαιρνε πολλά πατήματα του πατέρα του, τον έστελνε λοιπόν να πάρει κάνα φρέσκο αβγό απ' τις πολλές κότες που είχαν οι αδερφές του Σωκράτη. Γι' αυτόν ένιωθε περήφανος μα του τράβαγε καμιά φορά τα αυτιά, όταν απ' το σχολείο, συμμαθητής με τον Γιάννη, έφερνε πεντάρια, εξάρια και εφτάρια.

 Έτσι θύμωνε και οι φωνές του βγαίνανε απ' την τρύπα της μουχλιασμένης κάμαρας, με τα σκοτάδια της και τους ποντικούς, να ακούγονται συχνά τσιρίγματα από τις δυο όμορφες κοπελίτσες, ένα χρόνο μεγαλύτερη η μια και ένα μικρότερη η άλλη από τον αδελφό τους το «μεμέτη» και να ξεχύνονται οι κραυγές τους στη γειτονιά, ζωγραφίζοντας έτσι την εγκατάλειψη και τη λησμονιά. Να φτάνει ο πατέρας στα σκοτάδια της απόγνωσης και να αναζητά τον φταίχτη και να μη μπορεί να τον πιάσει, να μη μπορεί να τον ακούσει, να τον δει να στέκεται εκεί μπροστά στα μισόκλειστα μάτια του που τρυπούν τα τοίχοι του κάστρου.

-Έλα, μπάρμπα, σιγά μη γλιστρήσουμε, λέει ο Γιώργος στο γείτονα και περπάτησαν αργά πλησιάζοντας την μισάνοιχτη πόρτα της Κατίνας.