creece

Last up date
06.09.2011

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Το «όνειρο» του Κωνσταντή στους ρυθμούς της διαχρονικότητας

 Χ ρ ο ν ο γ ρ ά φ η μ α  (Γερμανία 1997)

Κάποια πράγματα και καταστάσεις που έφεραν την Ελλάδα σ’ αυτό το χάλι ούτε χάνονται, ούτε ξεχνιούνται, μόνο που βρίσκονται ολοζώντανα στην επικαιρότητα.

Αφιερώνεται στους «Καλλικρατικούς» Δήμους αλλά και στους δημάρχους που με τις πολιτικές που ακολούθησαν και ακολουθούν, σπρώξανε την Ελλάδα στον κομματικό βάλτο.

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας

 Aν και μακριά απ’ την πατρίδα, οι έλληνες, ο τόπος διαμονής των, ο χρόνος και η απόσταση όχι μόνο δεν μπόρεσαν να σβήσουν τη φλόγα της αγάπης, την ακράτητη νοσταλγία και το όνειρο της επιστροφή των, αλλά παρακολουθούν εντατικά όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πατρίδα τους, έτσι ώστε να ξέρουν αν, η πατρίδα τους, κάποια στιγμή είναι ικανή να τους δεχτεί. Μεταξύ όλων των εξελίξεων παρακολουθούν και την έκβαση του νέου νομοσχεδίου του «Ι. Καποδίστρια». Συζητούν γι’ αυτό, κάποιοι θετικά, κάποιοι αρνητικά κι όταν κάνουν μια βουτιά στο παρελθόν να αναζωογονήσουν τις αναμνήσεις τους, γυρνώντας στο παρόν τρομάζουν, φοβούνται και αντιδρούν. Έτσι βρέθηκαν κάμποσοι συμπατριώτες κοντοχωριανοί σε φιλικό τους σπίτι με αυξημένο τον προβληματισμό και με άσβηστο πάνω τους το ελληνικό στοιχειό, μεταξύ και ο Κωσταντής, βετεράνος της πρώτης γενιάς, διατηρώντας ακόμα και τη ντοπιολαλιά, ο οποίος, πολλές φορές τους είπε ότι το προαναφερόμενο νομοσχέδιο είναι ένα μεγάλο και ασυγχώρητο λάθος. Μάλιστα τελευταία πολλοί απ’ τους γνωστούς του άρχισαν να τον λένε «δάσκαλο» και «πρόεδρο» όπου με τον τρόπο του τους γυρνούσε πίσω στα χωριά τους, στην πολυβασανισμένη παράδοση και στο ρόλο των κοινοτήτων όπου πριν ακόμη τη σύσταση του επίσημου ελληνικού κράτους, αυτές ζούσαν, δρούσαν και φώτιζαν όλα τα γύρω σκοτάδια. Και άρχισε, ο Κωσταντής να τους λέει ένα όνειρο που είδε ψες βράδυ:

 «Δεν κατέχω αν ήταν όνειρο ή αν τόγλεπα ζωντανά μ’ ανοιχτά τα μάτια. Πάντους άκουγα τη φωνή του Καποδίστρια που με ρώταε κι εγώ απαντούσα. Δηλαδή για να ομολοώ την αλήθεια πρώτος άρχισα εγώ την κουβέντα κι θαρρώ είχα κι νεύρα. Αμ, τι! Σάμπους έκατσε κανένας να μας πει κάνα κουβέντα τσι προκοπής; Ούλοι σαν βδέλλες έγιναν που ρουφούν το αίμα. Άντε λοιπόν κι ν’ αρχινίσω. Κάθουμι αψ' λά σε μια πλαϊά κι αγναντεύω τρογύρα τον κάμπο. Κι όπως φύλαα κάμποσες γίδες και προβάτες κι έφταναν στ' αφτιά μ’ τα βελάσματα κι τα καμπανίσματα απ’ τσι κουδούνες…., που διάολο βρέθ'κε ένας, π' ανάθεμα το γονιό μ’, πως το λεν μωρέ, ειρμό, συρμό, δε μου 'ρχεται. Αλλά τι τα θέλ'τε! Όπους και να λέετε ούλα έγιναν σαν τρένα και πάνωθέ τους τα φορτώνουν όλα. Κι άρχισα, απ’ λέτε,  να μιλάω με τουν Καπουδίστρια και να του λέω και τι να μη του λέω.

 Αν με ρωτήσεις θα σ' αποκριθώ με χαρά αλλά και με μεγάλη λύπη κι στεναχώρια γιατί τ' άξιο όνομά σ' έγινε μια σβούρα κι παίζεται σήμερα σε τρανές λέσχες, σε παχιές και μαλακές πράσινες τσόχες και η τζίρος του χαρτοπαιγνιδιού είναι πράματι τρανός, ακόμα τρανύτερος κι απ’ τ' όνομά σ'. Και για το κουμματικό συμφέρον, μη το κουβεντιάζ'. Παν απ' ούλα για κείνο που νοιάζονται είναι να σε «κατοχυρώσουν» για άλλη μια φορά, να σε κάνουν ακόμα πιο τρανό σκορπώντας τ' όνομά σ' σ' αχανή σημεία, είτε βρίσκονται στους διαμελισμένους, κι, αν όχι, άμορφους ορίζοντες, είτε βρίσκονται απάνου στην ελληνική επικράτεια κι απάνου στα χωριά μας. Κι αν ακόμα βραχνιάζει ο κ. Α. Παπαδόπουλος -και φωνάζει πάρα πολύ όσο φτάνουν οι μέρες ή οι ώρες- που θέλει σώνει και καλά, ακούς Καποδίστρια, να μας πείσει ότι θα ζωντανέψεις, βραχνιάζει λάθος και τσάμπα. Και ότι θα ζωντανέψει και η ρημαγμένη ύπαιθρος και θα μείνουν τα νιάτα, (δε λέω να γυρίσουν· του φάντασμα τσι ουτοπίας το ’χου πάντα στουν έλεγχο μ’) και θα μείνουν και τα γίδια ανά τα όρη και τσι πλαγιές και θα εξοντωθεί ο αφανισμός κι η διαολεμένη ερημιά και θα ρθει ξανά ζωή. Αείμνηστε Καποδίστρια, αφουγκράζεσαι; Μπορεί να μην υπάρχει ο απλός προεδράκος της παρατημένης ή... ξεχασμένης κοινότητας να μεταφέρει το τάδε μήνυμα ή χαρτί στην πόλη και ο γραμματέας που θα συντάξει το κείμενο ορμούμενος απ' το φυσικό κι αδάμαστο στοιχειό της παραγκωνισμένης ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά θα πέσουν πολλές παράδες και βεβαίως άφτονος τεχνολογικός ξοπλισμός που θ' αντικαταστήσει ακόμη και το αυτόματο βόσκημα των γιδιών. Αυτό δεν το λέει ο κ. Παπαδόπουλος ή ο πρωθυπουργός ή όσοι επιμένουν να μας αλλάξουν όχι μόνο τα φώτα αλλά κι αυτά της παράδοσής μας στολίδια, λιγοστά άλλωστε, που πάνε να τα καταπιούν, αυτό του λέω εγώ. Αυτούς δεν τους φτάνει η κούτρα να τα σκεφτούν.

 Α, Πως είπες; Δε σε ρώτησαν; Σάμπως ρώτησαν και κανέναν από μας; Μπορεί να σε ρωτήσουν, για τα μάτια ντε εκ των υστέρων. Τώρα μην περιμένεις, δεν προλαβαίνουν. Είναι στο αμήν. Α, τι είπες, χούγιαξε λίγο πιότερο, Καποδίστρια μ’, σ' ακούω από πολύ βάθος. Σαν αχό που, οϊ μάνα μου, θαρρώ πως θα τον χάσουμε κι αυτόν. Πως είπες, αν είναι έτσι; Μαναχά έτσι είναι; Ε, ε! Που να στα πω κι ούλα. Θα πλαντάξει η ψυχούλα σου. Ψέμα να δει το μάτι σου, ψέμα, τι λογιό θες, ψιλό, χοντρό, κουμματικό, κσυγχρονιστικό ή ευρωπαϊκό; Πως είπες, να διαμαρτυρόμαστε πιο εντόνως; Αμ τι, καθόμαστε; Και ποιος μας ακούει. Ο πρωθυπουργός είναι τζίνι. Πριν τσακώσει την καρέκλα μας το ξεκαθάρ'σε: Για το καλό του τόπου δε ρωτάει κανέναν. Έτσι λέει. Και τρακτέρια βγάλαμε σε ούλους τους δρόμους και βραχνιάσαμε. Τίποτα. Η πρόοδος δε σταματάει κι η Ελλάδα δε γυρνά πίσω. Και τρώμε και δούλεμα που πάει σύννεφο. Μας λένε δηλαδή ότι αφού έχουμε δημοκρατία όλα επιτρέπονται και έτσι μας βγάνουν κι κράχτες. Και τρώμε και δούλεμα κι απ' τη Ν.Δ. που μας λέει άμα θα γένει κυβέρνηση θα μας τ' αλλάξει ούλα! Χάθ'καμε, Καποδίστρια μ', χάθ'καμε! Κατάλαβες; Χαμός σου λέω, χαμός. Να αντιδράσουμε πιο πολύ είπες; Και πως δηλαδή. Αφού αυτοί που σε υποστηρίζουν είναι οι ίδιοι αντιδραστικοί. Περίσσεψε τάχα για μας τίποτις; Ούλοι που ’χουν τσακώσει τσι καρέκλες, ε, ε, τι να σου πω τώρα. Θα δεις καμιά μέρα να βαράει η καρέκλα κολοτούμπες που θα πάει καπνός. Α, αν είπαμε για δω τσι Ευρώπης τα πράματα. Ωχού καημένε! Μία φουρά ή δυο; Δεν νοάν αυτοί, Καποδίστριά μ', τίποτες. Τι να τους πεις δηλαδή για τσι γερμαναράδες που μας τσι σερβίρουν για μουντέλα; Εδώ απ’ λες ούτε ένας άνθρωπος που μένει στον πρώτο όρουφο δεν ξέρει ποιος μένει στο δεύτερο. Κι αν πούμε για τσι γειτονιές τους, αυτοί δεν έχουν καθαρίσει τ' αγκάθια απ' τα κήπια τους και θα μας κάνουν λόγο για πολιτισμό; Να μας που την αλήθεια. Να μας την πουν κι ας είναι πικριά.

 Α, ποια είναι είπες; Α, να στην πω εγώ απ' θέλω να γυρίσω στο χωριό και σαν βλέπου τσι χωριανοί να τσακώνονται με τσι κοντοχωριανοί ποιος θα' χει το μεγάλο βέτο και ποιος το μικρό, ε, πως να το κάνουμε δηλαδή. Δεν καταλαβαίν' σ' ότι ακόμα και διχασμός θα γεννηθεί; Ρώτα να μάθεις από πρώτο χέρι τσι βλάχοι. Ρώτα τσι Σαρακατσαναίοι και ρώτα άμα θες και τσι Καραγκούνηδες στα καμποχώρια.. Ούλοι χουγιάζουν. Και ρώτα και τσι Δημάρχοι. Όσοι είναι παλικάρια και αγαπούν την πατρίδα και κόφτονται πραγματικά θα στα πουν ωμά όπως στα λέω κι γω. Να μας πουν, που λες, την αλήθεια, ότι αυτό το μαρκαραλίκι δεν είναι εγχώριο προϊόν αλλά προϊόν απ' όξω. Και ότι ο πολιτισμός σ' αυτή τη δ' λειά δεν έχει καμιά δ' λειά. Άλλα είναι στο ανάμεσο κι αυτά τ' άλλα κάνουν κι μένα να σταματώ μετέωρο και να τηρώ με πόνο τον κατήφορο.

 Αγώνα είπες; Τον κάνουμε, τρανέ Καποδίστρια, τον κάνουμε. Αλλά τι αποτελέσματα θε να 'ρθουν, Θεός και ψυχή τους. Το σπόρο κι εμείς τον ρίχνουμε. Κι αν δε βγάλει χλόη που καρτερούμε και βγουν βάτια και αγκάθια, ένα έχω να σου πω και να' σαι βέβαιος, στο δηλώνω, εγώ η Κωσταντής. Βλέπω πολλούς κι ανάμεσα τσι τεχνοκράτες να βοσκούν οι ίδιοι τα γίδια και τσι προβάτες, αν βέβαια θα μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο. Αφουγκριέσε, Καποδίστρια, μ' ακούς; Μπα! τίποτες, δεν άκ’σα συμπατριώτες μέχρι που ξύπνησα...»

 Είπε τελειώνοντας ο Κωσταντής και κατέβασε το κεφάλι με σκέψη. Κι ένας που κάθονταν δίπλα του και παρακολούθησε την αφήγηση του ονείρου του Κωσταντή, του απάντησε: «Θα ντράπ’ κη κι θα σκιάχτ’ κ’ η καημένος!» Κι εκεί έκλεισε η συζήτηση.

(Τρικαλινός Τύπος-Πρωινός Λόγος 30-11-1997)

«Ε.Ε». Ελλάδα, Τρίκαλα, Αύγουστος 30 2011  pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de