creece

Last update
06.09.2006

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

 

Ο κυρ-Mηνάς, ο π α λ ι α τ ζ ή ς.

 

«Παλιά σίδερα αγοράζωωωω! Μπακίρια, ασήμια, κατσαρόλες, ταψιά και τηγάνιαααα! Ελάτε, νοικοκυράδες, ελάτε να δείτε πώς το σίδερο νικά το χρυσάφι! Μη περιφρονάτε τα παλιά. Αυτά έχουν ζωή· άντεξαν στο χρόνο και θα αντέξουν και στο μέλλον…»

Έτσι διαλαλούσε στις γειτονιές και στα γύρω χωριά ο παλιατζής, ο κυρ-Μηνάς κι αγόραζε παλιά σιδερικά, τα σφυρηλατούσε στο καμίνι του και τα έβγαζε πάλι στην αγορά. Μάλιστα με κάποιες νοικοκυρές είχε γίνει φίλος και σε κάποια σπίτια περνούσε μέσα να ξεκουραστεί να πιει κι ένα νεράκι. Εκεί ο κυρ-Μηνάς κουβεντιάζοντας με τη νοικοκυρά, έψαχνε με τα μάτια τριγύρω. Σταματούσε σε κάποιο ράφι ή σε κάποια απόκρυφη γωνιά κι όταν έβλεπε κάτι παρατημένο ή περιφρονημένο, το πλησίαζε, το περιεργάζονταν με τα μάτια και τέλος το έπαιρνε στα χέρια του.

-Αχ! Τι να το κάνεις αυτό κυρ-Μηνά μου. Δε βλέπεις, το ’φαγε η σκόνη και η μούχλα. Τι να το κάνεις αυτό, δε πιάνει ούτε μια δραχμούλα, το ’φαγε το ψωμί του, έλεγε μια νοικοκυρά με ύφος παραπονεμένο. Μια δυο φορές που μαγείρεψα και είδαν κάτι φίλοι μας, καλεσμένοι στη γιορτή του άνδρα μου, μόνο που το είδαν σηκώθηκαν και έφυγαν.

-Τι είχες μαγειρέψει, κυρά-Στέλλα; Αχινούς ή κάρβουνα.

-Παϊδάκια αρνίσια, καλέ. Τηγανιτά· γίνονται θαύμα. Συνταγή από τη μάνα μου.

-Μπα! τι μου λες; Αλήθεια; της απάντησε με φωνή κάπως ειρωνική.

Έπιασε το αντικείμενο ο κυρ-Μηνάς, ένα παλιό τηγάνι, το σκούπισε μ’ ένα μάλλινο πανάκι που είχε πάντα μαζί του, το ζέστανε με το χνώτο του κι εκείνο γυάλισαν τα τοιχώματά του και της νοικοκυράς άνοιξαν διάπλατα τα μάτια της.

-Αχ! Θεέ μου! Τι το ’κανες κυρ-Μηνά και φαίνεται καινούριο;

-Χμ! κάνει σοφά ο κυρ-Μηνάς, ο παλιατζής και ξύνει το κούτελό του. Κρίμα, λέει μουρμουρίζοντας κι εξακολουθεί να το γυαλίζει. Αυτό δεν πάει για λιώσιμο, κυρά-Στέλλα μου, κατάλαβες; Κοίτα, κοίτα, της λέει, αυτό πρέπει να το είχε και ο παππούς σου. Χμ! βέβαια! Αν το προσέξεις λίγο θα το έχουν και τα  εγγόνια σου και τα παιδιά τους.

-Τι μου λες τώρα, κυρ-Μηνά; Αυτό το… σκουριάρικο…

«Γκουχ!» «Γκουχ!» έκανε ο παλιατζής πειραγμένος διακόπτοντάς την και η κυρά-Στέλλα αμέσως έσπευσε να διορθώσει.

-Εννοώ που είναι παλιό πράγμα και να, πώς να στο πω, κάπως ντρέπομαι.

-Χα! Χα! γέλασε καλόκαρδα ο παλιατζής. Εδώ είναι το μυστικό! Δε μου λες, της λέει απότομα αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του. Πέρασε κάνας άλλος παλιατζής ή σιδεράς από δω; Το είδε;

-Όχι, καλέ! Ποιος να περάσει.

-Ευτυχώς!

-Δεν κατάλαβα, τι εννοείς.

-Πώς να καταλάβεις κυρά-Στέλλα μου, της λέει σιγά και κοιτάζει γύρα στα ντουλάπια κάτι γυαλιστερά κουζινικά σκεύη.

-Δεν άκουσα, τι μου είπες;

Άφησε στην άκρη του τραπεζιού το παλιό τηγάνι και έπιασε ένα άλλο. Δεν χρειάστηκε δα και πολλή ώρα να αναλύσει το περιεχόμενο· το μίγμα του. Όσο γυαλιστερό κι αν ήταν δεν έπαυε να είναι ένα απλό μπακίρι της αγοράς. Αλλά το ρημάδι είχε να δώσει πολύ βιτρίνα. Μεγάλη φαντασία ο κατασκευαστής. «Χμ!» μουρμούρισε και πλησίασε τη γυναίκα.

-Δε μου λες κυρά-Στέλλα, σ’ αυτό το σκεύος μαγείρεψες;

-Ό… όχι ακόμα· το λυπάμαι. Κοίτα πόσο όμορφο είναι, κάνει με θαυμασμό.

-Ναι! Βέβαια είναι όμορφο, και ευτυχώς που δεν μαγείρεψες, αλλά, αλλά τέλος πάντων. Άκου, δεν έχω ώρα τώρα. Σε μια βδομάδα θα περάσω πάλι. Στο μεταξύ μαγείρεψε μια φορά ακόμα σ’ αυτό το σκουριασμένο τηγάνι, φάε πρώτα εσύ και νιώσε τη γεύση του. Δώσε στον άνδρα σου, δώσε και στα παιδιά σου να φάνε και θα τα πούμε πάλι.

Της έβαλε το παλιό τηγάνι στο χέρι, την αποχαιρέτισε και έφυγε. Έξω από το δρόμο ακούστηκε η μηχανή του μικρού αυτοκινήτου του με τη μικρή καρότσα και ξεκινώντας σιγά άρχισε να διαλαλεί το εμπόρευμά του:

«Εδώ ο παλιατζηηηής! Καινούρια σίδερα αγοράζωωωω! Μπακίρια, ασήμια, κατσαρόλες, ταψιά και τηγάνιαααα! Ελάτε, νοικοκυράδες, ελάτε να δείτε πως το σίδερο νικά το χρυσάφι! Μη περιφρονάτε τα παλιά. Κρατήστε τα και φιλέψτε τους γειτόνους. Αυτά έχουν ζωή· άντεξαν στο χρόνο και θα αντέξουν και στο μέλλον».

 

 

Υγ.

Στην καταναλωτική κοινωνία που ζούμε, στα σπίτια μας, δεν υπάρχουν μόνο οικιακά σκεύη, αλλά και άλλα είδη μεγάλης αξίας, τα οποία, οι οικοδεσπότες απορροφημένοι και μαγνητισμένοι απ’ την… αίγλη της βιτρίνας, τα περιφρονούνε. Ο παλιατζής βρήκε τη λύση· εσύ, φίλε αναγνώστη, δώσε τη δική σου ερμηνεία.

 

Βάιος Φασούλας

Σεπτέμβρης 2006 Τρίκαλα