creece

Last up date
06.02.2010

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

«Ο ανεπιθύμητος μετανάστης και ο ρατσιστής»

  (Αφιέρωμα στους μετανάστες)

Γράφει ο Πολίτης Βάιος Φασούλας -μετανάστης στον τόπο του

Μιας και πολύ λόγος γίνεται τελευταία για τους μετανάστες στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα στον κόσμο, ο γράφων, από το βιβλίο του «Οι Σειρήνες της ξενιτιάς»(1998) επέλεξε ένα απόσπασμα για τους μετανάστες όλου του κόσμου των δεκαετιών του 1970-80 αλλά και των σημερινών. Το βιβλίο γράφτηκε στη Γερμανία σε μια εποχή που έβραζε, εξακολουθεί να βράζει παντού και που αποτελεί προϊόν της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Όταν τα ελληνικά μεταναστευτικά κύματα πήραν τους δρόμους της φυγής, οι λόγοι ήταν πάρα πολλοί. Μεταξύ αυτών δεσπόζουσα θέση είχαν τα φασιστικά συστήματα, η μετεμφυλιακή περίοδος και η φτώχεια.

Βασική αιτία οι Πόλεμοι που ωθούν τον κοσμάκη όπου δει. Αφού λοιπόν δε θέλουν τους μετανάστες, κόμματα της ΕΕ και οι κυβερνήσεις βεβαίως και οι ακραίες-δεξιές διελκυστίνδες που επιδίδονται σε μια βρώμικη προπαγάνδα ενάντια των μεταναστών, ας φροντίσουν τα μεγάλα «ανθρώπινα» τέρατα να αποτρέψουν τους Πολέμους, να δώσουν κάνα κομμάτι ψωμί και δουλειά στις φτωχές χώρες έτσι που τα μεταναστευτικά κύματα να περιοριστούν. Σε διαφορετική περίπτωση (που ήδη συμβαίνει) στους μεν μετανάστες που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις πρέπει να τους δοθούν τα δικαιώματα που τους αναλογούν, στους δε «λαθραίους» (δημιούργημα των «σύγχρονων» φασιστικών Πολέμων) επίσης πρέπει να απολαμβάνουν τον ανάλογο σεβασμό και φροντίδα από τις Χώρες… υποδοχής και να πάψουν οι γελοίες και απάνθρωπες επαναπροωθήσεις στους τόπους τους, στους οποίους πραγματοποιήθηκαν τα πιο μεγάλα εγκλήματα και καταστροφές.

Τι θα τους κάνουμε και πού θα τους βολέψουμε; Εύλογο ερώτημα που προβάλει η Λερναία Ύδρα του σιωνοφασιστικού καπιταλισμού και τα φερέφωνά της και που ξεδιάντροπα τα μεταφέρουν στην κοινή γνώμη. Απάντηση: Να κόψουν το λαιμό και το σβέρκο τους. Τα μεταναστευτικά κύματα είναι δικά τους δημιουργήματα. Ας τα ανεχτούν και παν απ’ όλα να περιορίσουν τους αδικαιολόγητους φόβους τους και να τους καταπίνουν μόνοι τους.

Κλείνοντας για μερικούς αφελείς, όσο αφορά τους Έλληνες μετανάστες, επισημαίνουμε πως ΚΑΝΕΝΑΣ δε θα εγκατέλειπε την πατρίδα του και ΚΑΝΕΝΑΣ δε θα τραβούσε τόσο μεγάλο ανείπωτο πόνο απ’ το πολυδιάστατο ξερίζωμα.

 

 

(Απόσπασμα απ’ το «Οι Σειρήνες της ξενιτιάς»)

 

«Μοντέρνος καπιταλισμός, τάφος βαθύς εργατικός, / εξέλιξη φασιστική, μαλλιά κομμένα χαμηλά να φαίνεται η σβερκαριά / κι εκεί στα τρύπια τους αφτιά κρεμούνε αργυρά.

Μαζί οδεύουνε, ο καπιταλισμός κι ο φασισμός, / σα να’ ναι ξαδελφάκια, καταπιεστικά και ισχυρά, πλάνα και αρπαχτικά, αισχρά και κατασταλτικά, βογκάει αυτή η χώρα.

Χάνεται η ανθρωπιά, έρχεται η ξετσιπωσιά κι αν δε βρεθεί μια δύναμη τη λέπρα

να ξαφρίσει, / σαν μανιτάρια άνοιξης θα πνίξουνε τη φύση.

 

Και κίνησαν το πρωινό μ’ ανείπωτη χαρά,/άλλοι δυο-δυο, άλλοι πολλοί κι άλλος μοναχός

Μες στη μασχάλη κράταγαν σφιχτά την εντολή,  / που λήστεψαν από παλιά απ’ την

Απανθρωπιά και γράψανε την τερατώδη μαύρη τους μελανιά που έλεγε καθαρά:

 

«Ούτε ένας ξένος σ’ αυτήν εδώ τη γη»!

 

Τους έδωσε και αποχτούν αυτή η εντολή, / δύναμη ανυπολόγιστη κι ορμή σαν αστραπή

και με διάχυτη χαρά, αυτή την Κυριακή, /να δώσουν και να δείξουνε με πράξεις

και παραδείγματα που είχαν στο πετσί.

 

Μαζώχτηκαν αλαζονικά ετούτο το πρωί, / γεμάτοι περηφάνια για την αποστολή. 

Από βραδύς τον έδωσαν τον όρκο τον βαρύ / και έδωσαν υπόσχεση πως θα τους  βγει

η ψυχή, / αν δε βαρέσουν για καλά ετούτη τη φορά.

 

Προπάντων κάτι άραβες και ασιατικούς, / κάποιους που ήρθαν μ’ άσυλο, όχι πολιτικό,

αυτούς τους είχαν στο λαιμό θα πλήρωναν καλά / κι ανάμεσα τους Τούρκους

που πλήθαιναν πλατιά. / Αυτά τους είχε πει ο αρχηγός και τόνισε καλά,

πως για τους «ασυλάντες» γινόταν η δουλειά.

 

Μα μέσα στα καθήκοντα τα υπερεθνικιστικά

και τα κομματικά, τους είπε μασουλώντας κι άλλα λόγια σοφά:

-Παραμύθια! Ο ξένος είναι ξένος, εχθρός για την πατρίδα μας, χωρίς καταγωγή, δίχως πολιτισμό, θρησκεία, ιστορία που έχουμε εμείς!  / Αυτοί μας πήραν τώρα τις δουλειές, μας πήραν το ψωμί και στις γυναίκες μας, συχνά σπέρνουν ξενοσπορά,

γέμισε η πατρίδα μας με μπάσταρδα πολλά κι αν πάνε έτσι τα πράγματα θα μείνουμε

γυμνοί, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς καταγωγή, θα σβήσει η φυλή!

Νομίζω, κύριοι, πως ήρθε ο καιρός κι αυτά τα παζαρέματα που κάνει η κυβέρνηση,

να κόψει στη στιγμή. Κι αν δεν μπορούν, ίσως γιατί χρόνια τώρα πολλά μπερδεύτηκαν

κι αυτοί στου ξένου την ανάσα και μας μπαστάρδεψαν την άρια φυλή, τι να κάνουμε!

Γι’ αυτό υπάρχουμε εμείς να σώσουμε τον τόπο μας και τούτη τη φυλή!

 

Και δόθηκε το σύνθημα μέσα από σάπια δόντια / και σήκωσαν αγέρωχα τη χείρα τους τη δεξιά ψηλά, / μες στις καρδιές τους κράταγαν σφιχτά την εντολή

και στις μασχάλες χάιδευαν τα ρόπαλά τους τα σκληρά, που παίρνανε και δίνανε ζωή.

 

Μαλλιά ξανθά κοντά και ξυρισμένα ως πάνω απ’ τ’ αφτιά, / άγριες οι φωνές κι υστερικές

που σήκωναν κι απ’ τα πιο μακρινά μνήματα / του κόσμου τις ψυχές, με το βαρύ και γρήγορο βήμα τους που χάλαγε τη γη / και μια ματιά άγρια και θολή που έβλεπε με μίσος αυτή την Κυριακή.

 

Και ο κόσμος που ήρεμα άρχισε να μαζεύεται απ’ όλα τα σημεία τούτης της χώρας,

εδώ στη Βαυαρία κι είχε συγκεντρωθεί, θέλανε όλοι τους μαζί να διατρανώσουνε θερμά

και να φωνάξουν δυνατά που ν’ ακουστεί η φωνή, / πιο πέρα απ’ τους ορίζοντες, μακριά, σ’ όλη τη γη!

Και να προειδοποιήσουν με σηκωμένη τη γροθιά τη μέρα αυτή,

πως γρήγορα θα φτάσουν, σαν παλιά, σύννεφα μαύρα και θολά.

 

Όλοι τους ήτανε γεμάτοι από ζωή, όψη αγέρωχη και αποφασισμένοι για μια καλύτερη ζωή. / Κι ας έτυχε να ’ναι κοντοί, μελαχρινοί ή μελαψοί, αλλόθρησκοι και παρακατιανοί!

Οδεύει η φάλαγγα αργά κι έχει κάνει μια ουρά / εκατοντάδες μέτρα, δείχνει σαν κύμα απαλό, γαλήνιο, κρυστάλλινο κι αγνό.

Μα ξαφνικά, ενώ όλα πήγαιναν ήρεμα και καλά, ήρθε μια καταιγίδα.

Το νιώθει η φάλαγγα, θα πέσουν κεραυνοί που θα χτυπούνε δυνατά όλο και πιο πολύ.

Σφίγγουν με ρίγος τα πλακάτ και είναι σιωπηλοί / κι οδεύουν μες στα κύματα,

μέσα στους κεραυνούς και μες στην ταραχή.

Σύννεφο τα ραπίσματα, απαίσιες οι βρισιές, αβγά, φτυσίματα και βγάζουν με χαρά

τα μαύρα ρόπαλα…»

 

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα, Ιανουάριος 27 2010 pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de