creece

Last up date
04.05.2008

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

Σκόπια: “Πίσω από την αδιαλλαξία”

Του Θωμά Στεφ. Σάρα *  http://www.patrides.com/

 Α ν ά λ υ σ η  

Το πρώτο τρίμηνο του 2008, υπήρξε μια περίοδος πρωτοφανούς διπλωματικής δραστηριότητας στην περιοχή των Βαλκανίων και  ιδιαίτερα σε ένα κύκλο ο οποίος περικλείει την Ελλάδα, την μικρή νεόδμητη δημοκρατία των Σκοπίων, την Βουλγαρία και την Αλβανία, ενώ παρασκηνιακή μεν αλλά ουσιαστική υπήρξε η παρουσία της Άγκυρας, η οποία δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία ευκαιρία προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντά της.

Κύριοι πρωταγωνιστές του σκηνικού παρουσιάσθηκαν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με τη παρασκηνιακή υποστήριξη της Αμερικής η δεύτερη και Ελληνικού λαού η πρώτη.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, παραμένει η ίδια το ότι για δέκα επτά ολόκληρα χρόνια οι κυβερνήσεις των Αθηνών έχουν εξαντλήσει κάθε περιθώριο ανοχής έναντι της μικρής διοίκησης που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της χώρας και η οποία τελεί υπό την πολιτική επιρροή ακραίων εξτρεμιστικών εθνικιστικών στοιχείων, τα οποία πραγματικά μολύνουν το πολιτικό και διπλωματικό πεδίο στις σχέσεις των δύο χωρών, εμποδίζοντας οποιαδήποτε προσπάθεια καλής θέλησης και συμβιβασμού.

Η αλήθεια είναι ότι στη διαμόρφωση αυτής της ατμόσφαιρας συνέβαλλαν κατά πολύ και οι κυβερνήσεις των Αθηνών, η συνεχής υποχωρητικότητα των οποίων είχε σαν αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της αδιαλλαξίας κυρίως ορισμένων οργανώσεων της διασποράς οι οποίες ασκούν τρομερή επίδραση πάνω στις κυβερνήσεις της σλαβόφωνης δημοκρατίας, όπως είναι οι “Ενωμένοι Μακεδόνες” και τα “παιδιά του Αιγαίου” γνωστά ως “Belgatsi” και το “Κογκρέσο της Μακεδονικής Διασποράς”. Το τελευταίο σαν οργάνωση διακρίνεται για τις μετριοπαθείς πολιτικές του θέσεις.

Οι πολιτικές αυτές κινήσεις άρχισαν να διαφαίνονται νωρίτερα περί τα τέλη του περασμένου χρόνου, όταν ο αρχηγός των Φιλελευθέρων των Σκοπίων Ιβάν Βελιτσκόφσκι με άρθρο του στο τοπικό περιοδικό “Shpits” ασκούσε έντονη κριτική στην εισήγηση του αντιδραστικού Ζόραν Γιολέφσκι, ο οποίος υπηρετεί ως πρέσβης της χώρας στις ΗΠΑ, και ο οποίος πρότεινε την αλλαγή του ονόματος του αεροδρομίου των Σκοπίων σε “Αεροδρόμιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου”, με το σκεπτικό ότι η κίνηση θα δημιουργούσε σύγχυση στην Αθήνα με αποτέλεσμα να καταληφθεί από πανικό και  να δείξει πνεύμα διαλλακτικότητας στις συνομιλίες για το όνομα. Αμέσως μετά ο Λαντό Μπουτσκόφσκι, πρώην πρωθυπουργός της δημοκρατίας,(κατηγορούμενος για οικονομικές ατασθαλίες), ζήτησε την ανάκληση του πρέσβη από την θέση του λέγοντας ότι: “δεν έχουμε ανάγκη παραγωγής υπερπατριωτισμού. Ακόμα και η σημερινή ηγεσία της ΓΓ αθλητισμού και νεολαίας έστειλε χριστουγεννιάτικες κάρτες με τον ήλιο της Βεργίνας. Αυτό όμως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μια κίνηση τελείως αντίθετη με τα συμφέροντα μας. Αυτά τα κατά συρροή σφάλματα, μεταξύ των οποίων και την ονομασία του αεροδρομίου σε Μέγας Αλέξανδρος, είμαι βέβαιος ότι θα τα πληρώσουμε τελικά όλοι μας, σαν κράτος και σαν λαός.” Οι αντιδράσεις ωστόσο σε αυτές τις δηλώσεις του Μπουτσκόφσκι υπήρξαν σφοδρές, κυρίως από πλευράς των αποδήμων μελών και συγκεκριμένα των οργανώσεων που αναφέρω νωρίτερα σε αυτή μου την αρθρογραφία. Μια άλλη πολιτική γνώμη που ακούστηκε τις μέρες εκείνες στον ίδιο τόνο, ήταν εκείνη του επίσης πρώην πρωθυπουργού Λιούπτσο Γεωργιέφσκι, (ο οποίος κατά την διάρκεια της θητείας του ζήτησε και έλαβε την Βουλγάρικη υπηκοότητα), και ο οποίος με άρθρο του στο μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό των Σκοπίων “Πουλς”, καθώς επίσης την ημερήσια εφημερίδα “Βέστι” υποστήριζε την ανάγκη αποδοχής συμβιβασμού της κυβέρνησης των Σκοπίων όσο είναι καιρός και προτού εμφανισθούν αρνητικές συνθήκες για τα συμφέροντα της δημοκρατίας. Θα πρέπει να τονισθεί ακόμα ότι ο ίδιος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι προωθεί πολιτική αλλαγής της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας των κατοίκων υποστηρίζοντας ότι: “ εμείς είμαστε απόγονοι των Πριλίτσεφ, του Ντέλτσεφ, των Αδελφών Μιλαντίνωφ και του Γκρουπ.

Οφείλουμε δε να αντιληφθούμε ότι αυτό που πραγματικά ενοχλεί την Ελλάδα είναι η προσπάθειά υιοθέτησης της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας.” Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω ότι ο Γεωργιέφσκι είναι ο εκφραστής του Βουλγαρόφιλου κόμματος ΒΑΜΟΡΟ το οποίο εργάζεται για την συγχώνευση της νεαρής δημοκρατίας των Σκοπίων με την “μητέρα Βουλγαρία”.

Στις αρχές του τρέχοντος έτους στο σκηνικό έκαναν την εμφάνισή τους και οι “Αλβανοί της Δημοκρατικής Ένωσης για την Αφομοίωση”, καθώς ο ηγέτης τους Αλή Αχμέτης, με δημόσιες δηλώσεις του ζήτησε την συμμετοχή και αλβανικής καταγωγής πολιτικών στις διαπραγματεύσεις για το όνομα. Η πρόταση απορρίφθηκε από την κυβέρνηση χωρίς καμία συζήτηση, ενώ ο ηγέτης των Αλανών βρέθηκε κάτω από τα πυρά των σλαβόφωνων πολιτικών όλων των παρατάξεων οι οποίοι επέμεναν στην ύπαρξη ομοφωνίας του πολιτικού κόσμου στην ανάγκη διατήρησης της συνταγματικής ονομασίας της δημοκρατίας η οποία είναι “δημοκρατία της Μακεδονίας”

Είναι βέβαιο ότι αυτές οι απόψεις εκφράζουν έναν αριθμό πολιτικών του κατεστημένου της δημοκρατίας. Εκεί όμως που το θέμα αυτό συναντά πραγματική αδιαλλαξία είναι το εξωτερικό, όπου οι οργανωμένες ομάδες, κυρίως, των πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου, όπως οι “Ενωμένοι Μακεδόνες” και “Παιδιά του Αιγαίου”, συνεχίζουν να ασκούν κάθε πολιτική πίεση προς τις κυβερνήσεις των Σκοπίων να μην αποδεχθεί κανένα συμβιβασμό και να μην κάνει καμία υποχώρηση σε ότι αφορά το όνομα της δημοκρατίας ως “Μακεδονίας”. Σύμφωνα πάντοτε με τις πληροφορίες μου, στελέχη αυτών των οργανώσεων έχουν φθάσει μέχρι του σημείου να απειλήσουν ότι όποια κυβέρνηση τολμήσει να συμβιβασθεί και να υποχωρήσει στις Ελληνικές θέσεις και απαιτήσεις, θα τους βρει εχθρικά διακείμενους απέναντί της. “ Εμείς είμαστε εκείνοι που δημιούργησαν τη δημοκρατία με πολιτικές κινητοποιήσεις δικές μας και των οργανώσεών μας και εμείς είμαστε εκείνοι που μπορούμε να την καταστρέψουμε εάν διαπιστώσουμε ότι ξεφύγατε από τους αρχικούς στόχους και μας προδώσατε,” είναι το μήνυμά τους στις υπεύθυνες κυβερνήσεις των Σκοπίων, και το πολιτικό κατεστημένο γενικά.  Εάν μάλιστα αναλογισθεί κάποιος τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 με την απόπειρα δολοφονίας του τότε προέδρου Γκλιγκόροφ, αντιλαμβάνεται ότι οι απειλές αυτές κάθε άλλο παρά είναι καταφρονητέες. Σε περίπτωση δε που κάποιος αμφιβάλει για το εάν και κατά πόσον οι οργανώσεις αυτές έχουν την δυνατότητα να πραγματοποιήσουν αυτές τους τις απειλές, θα πρέπει να ανατρέξει για λίγο στο κοντινό παρελθόν και κυρίως στις πυρκαγιές του Ελληνικού κάμπου και της Πάρνηθας, οι οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, είναι κατόρθωμα μελών εξτρεμιστικών ομάδων των αποδήμων Σλαβόφωνων Μακεδόνων. Η λεπτομέρεια αυτή βέβαια είναι γνωστή στο πολιτικό κατεστημένο της αδύναμης αυτής διοίκησης, πάνω στην οποία ασκούν τεράστια επιρροή  τα ακραία αυτά εξτρεμιστικά στοιχεία. Είναι δε βέβαιο ότι το πολιτικό κατεστημένο της δημοκρατίας προβληματίζεται  σοβαρά για το εάν και κατά πόσον θα μπορούσε να έλθει σε ανοικτή σύγκρουση με τα μέλη αυτών των οργανώσεων.

Σύμφωνα πάντοτε με πληροφορίες, για μία περίοδο τον περασμένο Ιανουάριο η κυβέρνηση των Σκοπίων προθυμοποιήθηκε να αποσύρει το άγαλμα του Αλέξανδρου καθώς επίσης και να υποχωρήσει σε θέματα προπαγάνδας, αρκεί η Αθήνα να παραιτηθεί του ΒΕΤΟ που υποστήριζε ότι θα προβάλει για την είσοδό της δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ και την Ευρώπη. Οι προτάσεις αυτές ήταν τόσο αφηρημένες, ώστε τελικά η  Αθήνα δεν δέχθηκε καν να τις λάβει στα σοβαρά. Παράλληλα όμως μια νέα πραγματικότητα άρχισε να δημιουργείται στο εσωτερικό της Ελλάδας με την εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο της χώρας αγωνιστικών λαϊκών κινημάτων και οργανώσεων οι οποίες απέβλεπαν στην διαφώτιση της κοινής γνώμης των Ελλήνων ψηφοφόρων, γύρω από την ηττοπάθεια και την απροθυμία των κυβερνήσεων να προστατεύσουν τα σοβαρά συμφέροντα της Μακεδονίας και του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, πρώτη πήρε μια ξινή γεύση από αυτές  τις κινητοποιήσεις στις τελευταίες εκλογές, καθώς διαπίστωσε ότι μεγάλες μάζες Ελλήνων ψηφοφόρων στέρησαν το κόμμα της κεντροδεξιάς που ηγείτο ο ίδιος,από την ψήφο τους. Το γεγονός και μόνον ότι παρόμοιες υπήρξαν και οι διαπιστώσεις του κόμματος της αντιπολίτευσης του Γιώργου Παπανδρέου,όχι μόνον προβλημάτισε μα περισσότερο πανικόβαλε το πολιτικό κατεστημένο της χώρας, το οποίο αντιμετώπισε το ενδεχόμενο απώλειας της εξουσίας με την καταστροφή του δικομματισμού. Κάτω από αυτές τις διαμορφώσεις η Αθήνα φρόντισε να διαμηνύσει στο ΝΑΤΟ και την Ουάσιγκτον ότι τα προ ετών σχέδια θα πρέπει να μπουν στο “ράφι”, τουλάχιστον για την ώρα. Είναι δε βέβαιο ότι ο Λευκός Οίκος προσπάθησε να εναντιωθεί στην απόφαση, πλην όμως οι όροι της αρχικής συμφωνίας των “τριών ηγετών της Αθήνας του 1975” ήταν ρητοί στην αποδοχή του μέτρου σε περίπτωση κινδύνου καταστροφής του δικομματισμού. Έτσι λοιπόν και ύστερα από 17 ολόκληρα χρόνια άγονων συζητήσεων και πολιτικών διαπραγματεύσεων, η Ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στην απόφαση 817 του 1991 του Συμβουλίου Ασφάλειας η οποία έλεγε ότι “το ζήτημα αυτό (της ονομασίας), πρέπει να επιλυθεί προς όφελος των ειρηνικών σχέσεων και των σχέσεων καλής γειτονίας στην περιοχή.” Παρ’ όλα αυτά στις 21 του Γενάρη του 2008, ο επιτετραμμένος διαπραγματευτής της Ελληνικής κυβέρνησης πρέσβης Βασιλάκης, πρότεινε την χρήση της σύνθετης ονομασίας με τον γεωγραφικό προσδιορισμό της “Βόρειας Μακεδονίας”. Στην Ελλάδα οι διαμορφώσεις αυτές δημιούργησαν πραγματική αναστάτωση μεταξύ των πολιτών. Οι δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης των ψηφοφόρων παρουσίαζαν τα δύο πολιτικά κόμματα της εξουσίας σε κάθετη πτώση στην προτίμηση των ψηφοφόρων. Για την ηγεσία των δύο κομμάτων, ήταν ολοφάνερη η ανάγκη αλλαγής πολιτικής, τουλάχιστον για την ώρα. Μολονότι τόσο η σοβαρότητα των πολιτικών διαμορφώσεων, όσο οι και οι  λόγοι και οι αιτίες αναλύθηκαν στην ηγεσία του ΝΑΤΟ και την Ουάσιγκτον, η τελευταία συνέχισε να επιμένει στις θέσεις της για την ανάγκη της άμεσης αποδοχής της ΦΥΡΟΜ με τα σημερινά δεδομένα, επί τη βάσει της αποδοχής των συμφωνιών Λουνς και των “αποζημιώσεων” που δόθηκαν την εποχή εκείνη. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ωστόσο , δεν φάνηκε διατεθειμένος να υποχωρήσει στις πιέσεις, έχοντας μάλιστα και τη σύμφωνη γνώμη της ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και αντέδρασε αρνητικά. Συναισθήματα υποτίμησης και προσβολής για τον Αμερικανό Πρόεδρο και την ηγεσία των Σκοπίων υπήρξαν μια μοναδική εμπειρία.

 

Η Ουάσιγκτον αντέδρασε άμεσα με πληρωμένα δημοσιεύματα, στην προσπάθειά της να παρουσιάσει τις Ελληνικές θέσεις ως αστείες οι οποίες δεν στηρίζονταν πουθενά. Η ζημία, ωστόσο, τόσο για την ίδια, όσο και την ΦΥΡΟΜ ήταν πλέον πραγματικότητα, καθώς ο αφέντης της δημοκρατίας των Ελλήνων, Ελληνικός λαός κατόρθωσε επιτέλους να επιβάλλει την θέλησή του στο πολιτικό κατεστημένο των Αθηνών.

Παρ’ όλα αυτά εκείνο που πραγματικά συνεχίζει να προβληματίζει είναι το γεγονός τις άσκησης πιέσεων πάνω σε ηγετικές προσωπικότητες οργανώσεων του εξωτερικού, κυρίως της Έλληνο-Μακεδονικής οικογένειας, να συνταχθούν με την πολιτική της Αθηνών και να δεχθούν τη λύση της διπλής ονομασίας.

Ένα παρόμοιο δημοσίευμα υπήρξε εκείνο του προεδρείου του γνωστού ΣΑΕ, του οποίου ο πρόεδρος δηλώνει την αποδοχή των αποδήμων για την ονομασία δημοκρατία της “Βόρειας Μακεδονίας”. Έτσι λοιπόν για άλλη μια φορά η χρηματοδοτούμενη και ελεγχόμενη απόλυτα από την Αθήνα οργάνωση των “αποδήμων”, έρχεται να δικαιώσει απόλυτα την στρατηγική του πολιτικού κατεστημένου της χώρας για το “καπέλωμα της γνώμης των αποδήμων.”

                 Μια αναφορά στο παρελθόν

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έφθασε στον Καναδά ως ειδικός εκπρόσωπος-διαπραγματευτής του Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, απόστρατος στρατηγός της απόλυτης εμπιστοσύνης του.

Για λόγους που δεν γνωρίζω ο επισκέπτης αυτός παρέμεινε στο Μόντρεαλ προσπαθώντας μέσω των δικτυώσεων της διπλωματικής αποστολής της Ελλάδας στο Τορόντο, να κάνει κάποια επαφή με την ηγεσία του κινήματος των Σλαβόφωνων Μακεδόνων της πόλης, και κυρίως τον πρόεδρο του παγκόσμιου κογκρέσου των Σλαβόφωνων Μακεδόνων στην αποδημία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου για ένα διάστημα τριών περίπου εβδομάδων η πραγματοποίηση κάτι παρόμοιου στάθηκε αδύνατη, λόγω κυρίως της αδυναμίας των διπλωματών της Αθήνας στο Τορόντο να κατορθώσουν να βρουν άτομο κοινής εμπιστοσύνης το οποίο θα σεβόταν η άλλη πλευρά για να κάνουν επαφή. Το αποτέλεσμα ήταν η άρνηση της ηγεσίας της άλλης πλευράς να δεχθεί τον ειδικό διαμεσολαβητή του Έλληνα πρωθυπουργού.

Ξαφνικά, ένα πρωινό, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον Γιώργο Διαμαντόπουλο, επιθεωρητή των υποκαταστημάτων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στο Οντάριο και πρόεδρο της “Έλληνο-Καναδικής Επιτροπής”, ενός ομογενειακού οργανισμού ο οποίος εργαζόταν για τη προώθηση των εθνικών υποθέσεων και συμφερόντων του εθνικού κέντρου. Χωρίς περιστροφές ο συνομιλητής μου δήλωσε ότι ήταν απόλυτη και άμεση ανάγκη να βρεθεί κάποιος τρόπος συνάντησης μεταξύ του στρατηγού Γριλάκη και του προέδρου του παγκόσμιου κογκρέσου των “Σλαβόφωνων--Μακεδόνων της Διασποράς”. Παρέπεμψα τον συνομιλητή μου στον γενικό Πρόξενο και τον Επίσκοπο Σωτήριο. Εκείνος μου δήλωσε ότι ο στρατηγός περίμενε για τρεις ολόκληρες εβδομάδες να τον βοηθήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Μολονότι τυχαία είχα γνωρίσει το στρατηγό, σε κάποιο σαφάρι στην ζούγκλα “Κούγκαρ” της Νότιας Αφρικής, όταν σταμάτησα σε κάποιο αναψυκτήριο για νερό και μάλιστα είχα ανταλλάξει μαζί του μερικές λέξεις, όταν άκουσα να μιλάει ελληνικά με κάποιο ομογενή μεγιστάνα της χώρας εκείνης. Ωστόσο για άλλη μια φορά τόνισα στον συνομιλητή μου ότι προσωπικά δεν είχα καμία πληροφορία για την αποστολή και έως ότου δω την επιστολή του Έλληνα πρωθυπουργού με τον διορισμό αρνούμαι να μεσολαβήσω. Πραγματικά, ύστερα από μία ώρα έλαβα μέσω φαξ μια επιστολή με αναφορά στο προσωπικό γραφείο του πρωθυπουργού, στην οποία γινόταν ξεκάθαρη αναφορά ότι ο στρατηγός ήταν απόλυτος πληρεξούσιός του κ. Μητσοτάκη.

Πρόεδρος του Κογκρέσου, την εποχή εκείνη,  ήταν ο επιχειρηματίας Γιάννης Μπίττωφ, με καταγωγή από τον Γαύρο της Καστοριάς, προσωπικός φίλος του Καναδού πρωθυπουργού Βράϊαν Μαλρώνη, του Προέδρου των ΗΠΑ Μπους  (πατέρα του σημερινού), και επίσης του τότε προέδρου της ΦΥΡΟΜ Γκλιγκόροφ. Ήταν επίσης ένας επιτυχημένος και ριψοκίνδυνος επιχειρηματίας με μια τεράστια προσφορά στην προώθηση των συμφερόντων της σλαβόφωνης κοινότητας του Καναδά. Προσωπικά τον γνώριζα από τις διάφορες εκδηλώσεις που διοργάνωνε ο Καναδός πρωθυπουργός όπου και συναντιόμασταν κάθε τόσο ως προσκεκλημένοι του κ. Μαλρώνη. Υπήρχε δε αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμός μεταξύ μας. Γνώριζα ακόμα ότι ο πρόεδρος του κογκρέσου ήταν τρομερά χολωμένος με τις Ελληνικές αρχές, λόγω του ότι  απέπεμψαν από την Ελλάδα τον ίδιο και τον μεγαλύτερο από τους υιούς του, κατά την διάρκεια επίσκεψης-προσκυνήματός των δύο στο χωριό της καταγωγής των γονιών του, χωρίς να υπάρξει κανένας απολύτως λόγος και χωρίς να τους δοθεί κάποια εξήγηση.

Έκανα ορισμένα τηλεφωνήματα προκειμένου να εντοπίσω τον Γιάννη Μπίττωφ. Τελικά τον πέτυχα, του ζήτησα να συναντηθούμε και τον παρακάλεσα το δυνατόν συντομότερο. Συμφώνησε να με δει μια ώρα αργότερα στα γραφεία της εταιρίας του.

Στην συνάντηση που ακολούθησε του δήλωσα τους λόγους που θέλησα να τον δω, και τον παρακάλεσα να δεχθεί να συναντηθεί με τον στρατηγό. Εκείνος ήταν ανένδοτος. “Έχεις εμπιστοσύνη στους εκπροσώπους της Αθήνας”, δήλωσε, “δεν βλέπεις με ποιό τρόπο σε μεταχειρίζονται. Θωμά, θα μου επιτρέψεις να δηλώσω ότι αμφιβάλλω εάν υπάρχει άλλο άτομο Ελληνικής καταγωγής το οποίο αγωνίζεται όπως εσύ για τα Ελληνικά συμφέροντα, και δες πως σε συμπεριφέρονται. Εάν αυτό το κάνουν σε εσένα, σκέψου τι μπορούν να κάνουν σε εμάς.” Διαφώνησα με τον συνομιλητή μου, “αυτοί που με αντιπολιτεύονται”, τόνισα, “είναι οι γνωστοί γραικύλοι, πάντα υπήρχαν στην μακραίωνη ιστορία του Ελληνικού έθνους, και δυστυχώς θα υπάρχουν πάντα όσο θα υπάρχει Ελληνικό έθνος”. “Ο ίδιος, εξ άλλου, δεν προσπαθώ να προσφέρω “γλαύκες” σε κανέναν από αυτούς”, πρόσθεσα, “αντίθετα μάλιστα προσπαθώ με κάθε τρόπο να διασφαλίσω την ειρήνη, ασφάλεια και γαλήνη όλων των συμπατριωτών μου. Οι κάτοικοι του Μακεδονικού κάμπου πλήρωσαν σκληρό τίμημα σε αίμα και περιουσιακά στοιχεία, σε ταλαιπωρίες και δάκρυα, μου είναι αδύνατον να επιτρέψω να δημιουργηθούν παρόμοιες συνθήκες και σήμερα”, τόνισα, “για το λόγο αυτόν κ. Πρόεδρε σε παρακαλώ προσωπικά εγώ ο Θωμάς, να δεχθείς αυτή τη συνάντηση. Πέραν του ότι είναι τιμή για εσένα να διαπραγματευτείς με τον εκπρόσωπο του πρωθυπουργού της Ελλάδας, αποτελεί και μια χειρονομία καλής θέλησης για αγαθές ειρηνικές σχέσεις”. Ο συνομιλητής μου έμεινε σκεπτικός για λίγο με κοίταξε με αμηχανία και μου δήλωσε ότι τις τελευταίες μέρες δέχθηκε έναν καταιγισμό τηλεφωνημάτων από κάθε πλευρά για να δεχτεί να συνομιλήσει με τον στρατηγό και αρνήθηκε. “Ακόμα και ο εξάδελφος μου ο Στηβ,(Σταύρου)”, πρόσθεσε, “με πίεσε ύστερα από προσωπική έκκληση του Μητροπολίτη και αρνήθηκα”. “Ο Μητροπολίτης,” πρόσθεσα, “ είναι επόμενο να επιχειρεί κάποια επίδειξη άσκησης πολιτικής επιρροής πάνω σας, για την προώθηση των συμφερόντων του. Ο ίδιος είμαι Μακεδόνας, συγχωριανός του πατέρα και της μάνας σου, των συγγενών σου εκεί κάτω στον Μακεδονικό κάμπο και κάνω αυτή την έκκληση για την ανάγκη αναζήτησης και αποδοχής ειρηνικής λύσης χωρίς καμία προσωπική υστερόβουλα. Αρκετά πλήρωσε ο λαός της Μακεδονίας, -   (Ελληνόφωνοι και Σλαβόφωνοι)-, θρήνησε νεκρούς, έζησε τον τρόμο της καταστροφής της περιουσίας του, είδε το βιος του να το τρώνε οι φλόγες της μανίας των παθών, αισθάνθηκε την απελπισία της εγκατάλειψης από “θεούς και ανθρώπους”. Είδε τον ανθό της νεολαίας του να χάνεται μέσα στη μανία ενός εμφύλιου σπαραγμού. Οι μητέρες και οι αδελφές μας ακόμα και σήμερα είναι μαυροφορεμένες. Οι τάφοι των νεκρών μας νωποί. Θα τολμούσα να πω ότι την ώρα αυτή εάν μπορούσαν να μιλήσουν θα απαιτούσαν να δεχθούμε αυτή τη συνάντηση”. Στο σημείο αυτό αισθάνθηκα ένα λυγμό να μου κόβει την λαλιά. Ο συνομιλητής μου είχε συγκινηθεί και εκείνος. Το αισθανόμουν, το έβλεπα στο πρόσωπό του. Εν τάξει Θωμά, μου είπε κάποια στιγμή, με έπεισες. Θα το κάνω επειδή μου το ζητάς εσύ, είσαι δίκαιος αγωνιστής και καλός πατριώτης, και θέλω να γνωρίζεις ότι αυτά σου τα χαρίσματα τα εκτιμώ και εγώ και όλοι μας. Η συζήτηση στράφηκε αμέσως μετά στη πρόταση κάποιας πιθανής ονομασίας. Μου ζήτησε τη γνώμη μου. “Με κάθε επιφύλαξη”, απάντησα, “προσωπικά πιστεύω ότι σήμερα δένεις τη ζωή σου με μια ιστορική στιγμή της συνύπαρξης των δύο γειτονικών λαών. Και οι δύο έχουμε το δικαίωμα στη χρήση της ονομασίας και είναι δύσκολο να υπάρξει πολιτική λύση εάν δεν υπάρξει οραματισμός”. “Πρόεδρε”, πρόσθεσα, “στις δύο πλευρές της διασυνοριακής γραμμής των δύο διοικήσεων, ζουν οι ίδιοι άνθρωποι, πολλοί από αυτούς έχουν οικογενειακούς δεσμούς, είναι παντρεμένοι, έχουν παιδιά. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι κουρασμένοι από τη σκληρή μοίρα του τόπου και δοκιμασμένοι σκληρά από τη ζωή, εξ αιτίας των παθών του παρελθόντος. Σήμερα λοιπόν για πρώτη φορά σε εσένα έπεσε η μεγάλη τιμή αυτής της ιστορικής στιγμής να βοηθήσεις να μπουν τα στέρια θεμέλια της ειρήνης, της φιλίας και της συμβίωσης Ελληνόφωνων και Σλαβόφωνων, και σε προτρέπω να τολμήσεις να αναλάβεις τις υποχρεώσεις σου. Προσωπικά πιστεύω ότι η μόνη διαφορά μεταξύ μας είναι η πολιτιστική. Εγώ είμαι περήφανος για τις Ελληνικές πολιτιστικές μου ρίζες και εσείς για την Σλάβικη καταγωγή σας. Αυτό πιστεύω είναι και το μοναδικό σημείο της διαφοράς μας. Γνωρίζω τον χαρακτήρα και την περηφάνια του Έλληνα, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψει σε μη Έλληνα να ιδιοποιηθεί την λαμπρή ιστορία και τις πολιτιστικές παραδόσεις των Μακεδόνων της αρχαιότητας”. Περίμενα την αντίδραση του συνομιλητή μου. Εκείνος έμεινε για λίγο σκεπτικός και μετά μου δήλωσε ότι “θα μιλούσε με τον Πρόεδρο της δημοκρατίας τον κ Γκλιγκόροφ και θα αποφάσιζε”. Μείναμε σύμφωνοι η συνάντηση να γίνει δύο μέρες αργότερα σε κεντρικό ξενοδοχείο του Τορόντο. Από Ελληνικής πλευράς θα συμμετείχαν ο στρατηγός και άλα δύο άτομα της εμπιστοσύνης του. Οι συνομιλητές τους θα ήταν επίσης τρεις. Μού ζήτησε να παραβρεθώ και εγώ. “ Με κάθε σεβασμό” του δήλωσα, “ο ίδιος είμαι δημοσιογράφος και υπηρετώ το κοινό. Για μένα δεν υπάρχουν μυστικά. Είμαι λοιπόν υποχρεωμένος να γράψω οτιδήποτε συμβεί, κάτι τέτοιο όμως ίσως γίνει αιτία ναυαγίου των συνομιλιών σας. Σε παρακαλώ κ. Πρόεδρε άφησέ με απ’ έξω”. Την ίδια μέρα ενημέρωσα τον Γιώργο Διαμαντόπουλο ώστε να ειδοποιηθεί ο στρατηγός. Έτσι και έγινα. Στη συνάντηση εκείνη, (στην οποία δεν θα ήθελα να αναφερθώ την ώρα αυτή), αποφασίστηκε από κοινού να ονομαστεί η νέα Βαλκανική δημοκρατία  “Δημοκρατία της Σλάβο- Μακεδονίας”. Ομολογώ δε ότι πίστεψα ότι πραγματικά το θέμα είχε πλέον λυθεί για πάντα και οι συμπατριώτες μου θα μπορούσαν να αισθάνονται φιλικά ο ένας για τον άλλο. Την άλλη μέρα πήρα τηλέφωνο για να ευχαριστήσω τον πρόεδρο Μπίττοφ για την ευγενική του στάση απέναντι στον στρατηγό. “Θωμά” μου είπε εκείνος, “συμφωνήσαμε σε όλα, μολονότι δεν έχω και μεγάλη εμπιστοσύνη στην Αθήνα. Θέλω όμως να σου πω ότι ξαφνικά έβαλαν τον εξάδελφό μου τον Στηβ (Σταύρου), να διοργανώσει κάποια εκδήλωση στο σπίτι του και πήρα πρόσκληση να παρευρεθώ, προσωπικά δεν θέλω να πάω, σε πειράζει αυτό”.

Του δήλωσα “κάθε άλλο”, καθώς αντιλήφθηκα ότι κάποιος εθνοπατέρας και πάλι θα προσπαθούσε να καυχηθεί ότι η επιτυχία της συνάντησης οφειλόταν σε αυτόν και ήταν έργο δικό του. Τελικά όπως πληροφορήθηκα αργότερα ο πρόεδρος του “Παγκόσμιου Κογκρέσου των Απόδημων Μακεδόνων” δεν παραβρέθηκε. Κλείνοντας το σημερινό μου άρθρο θα ήθελα απλώς να δηλώσω ότι μέρες μετά την συμφωνία των δύο διαπραγματευτικών ομάδων, ο τότε γενικός πρόξενος της Αθήνας στο Τορόντο, ο γνωστός εκφραστής της πολιτικής του ΝΑΤΟ Σωτηρόπουλος, σε συνάντησή του με τον τότε πρόεδρο της ΑΧΕΠΑ Αντώνη Μαυρομαρά, τον συμβούλευσε “ προσέχετε τον Σάρα”.Κάπως παρόμοιες ήταν και οι προτροπές του επισκόπου Σωτηρίου, ο οποίος ήταν ο δεύτερος μεγάλος χαμένος εκείνης της αποστολής. Είναι δε λυπηρό ότι τελικά ορισμένα εξτρεμιστικά στοιχεία κατόρθωσαν να τορπιλίσουν εκείνη τη συμφωνία με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των δύο κυβερνήσεων για δέκα επτά ολόκληρα χρόνια. Την έξαψη των παθών και το άναμμα του μίσους και στις δύο πλευρές, με αποτέλεσμα τις εμπειρίες όλων μας από τις πυρκαγιές της περασμένης χρονιάς.

Ένα ακόμα κρίμα από τον Στρατηγό Γρηλάκη, τον Γιάννη Μπίττοφ και γιατί όχι και από μένα, ήταν μια ιστορική ευκαιρία να ξεκαθαρισθούν μια και για πάντα όλα τα σημεία χωρίς παρεξηγήσεις και χωρίς παραλειπόμενα. Μια ευκαιρία η οποία σχεδόν κόστισε τη ζωή του οδηγού προέδρου Γκλιγκόροφ και της σωματικής ακεραιότητας του ιδίου.

 

* Ο Θωμάς Στεφ. Σάρας, είναι αρχισυντάκτης της Βόρειο Αμερικανικής Επιθεώρησης Πατρίδες και πρόεδρος του Συμβουλίου Συντακτών του Ξενόγλωσσου Τύπου του Καναδά.