creece

Last up date
01.11.2012

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

«Από το αρχείοτου ΒΦ. Αλλάξτε ονόματα και ημερομηνίες προσθέστε μόνο τη νέα προτεκτορατική κατοχή.)Μια αφιέρωση στον Οκτώβρη του 40 και μια κατακλείδα στον Οκτώβρη το 98!

Του Βάιου Φασούλα                                                                           

«…Πού να προκάνεις μια στιγμή, σταλιά να ξαποστάσεις! / Λίγο κουράγιο να βρεθεί κι εσύ πια ν’ ανασάνεις!

Νέοι μνηστήρες έφτασαν, ν’ αρπάξουν τ’ αγαθά σου /  στα χώματά μας θέλησαν, να σβήσουν τη φωτιά σου

 Γιατί ζηλέψανε πολλοί την περηφάνιά σου  / δόξα τρανή, σκήπτρα, τιμή, που είχες στα μαλλιά σου

 Πολλές σου είν’ οι αρετές, αυτοί δεν είχαν μία  /  πολλές σου πέφτανε, μαθές, σε βλέπανε σα λεία

 Κρυφά με βουκανίσματα, που ’δειχναν κτηνωδία  /  και με δρακόντειο λύσσαγμα απ’ τη θηριωδία

 Σα γύπες που αρπάζουνε ορμήσανε σ’ εσένα  /  πάλι να σε ληστέψουνε, με χέρια λερωμένα

Πα στο κοπάδι σου τ’ αγνό, οσφρήνονταν και σκούζαν / μ’ ένα τους βλέμμ’ αγριωπό, ξεσκίζαν και ορμούσαν

Πέσανε να σ’ αδράξουνε, οι φασιστορωμαίοι  / να σε κατασπαράξουνε, Ελλάδα μας, καημένη

Και για τρυγή νοιαστήκανε, που νόμισαν πώς θα’ χαν   / τον πόλεμο κηρύξανε και τα φαράγγια σκιάξαν

Με μιας ορμούν και μπαίνουνε, μιλιούνια κερατάδες  /  το φασισμό να φέρουνε, να γίνουν αφεντάδες

Σαν κύμα του Ρωμιού ψυχή, που πάλλεται με οργή /  και πλαταγίζει φοβερά και φέρνει ανατριχιά

Βλέπουν να σκώνεται ψηλά, τους ουρανούς ν’ αγγίζει   / σαν κατ’ εκεί σιγομιλά , πίσω γοργά γυρίζει

Και να, ορμά όλο θυμό, άγριο ταραχημένο  /  και να μουγκρίζει σα θεριό, ακράτητο και έρμο

Κύμα που ’φερνε χάλασμα  / απ’ του Ρωμιού λαχτάρα,   / θεριό που κατασπάραζε και έφερνε τρομάρα

Που οι γλώσσες του απλώνονταν, ατσάλινες και γκρίζες   / κι αμέσως μεταβάλλονταν  σ’ απόρθητες ελπίδες

Και η φωνή, ω η φωνή, που πλάλαγε στα πλάτη  /  ακούστηκε σαν ιαχή  και έσκιαξε την πλάση:

«Όχι»! τους λες και βρόντηξες, με τόνους τη φωνή σου!

«Όχι»! τους λες και έσκιαζες,  με την τρανή οργή σου!

Βουνά, φαράγγια και πλαγιές, χωριά και πολιτείες   / δέντρα, ποτάμια και κορφές, πουλιά με μελωδίες

Στο άκουσμά σου κόπασαν κι Εσέ αφουγκραστήκαν  /  και τον αγέρα μύρισαν, κοντά σου μαζευτήκαν

Μήτε που καν το σκέφτηκαν, όλ’ οι μακαρονάδες  /  πως κι οι θεοί σου έτρεξαν, φέρνοντας κι άλλες δάφνες

Τάχα και βρέθηκες ποτέ, μία στιγμούλα μόνη;  /  Βγάλε τις τσίμπλες, Ιταλέ, πριχού σου βγει η κόρη

Α, κι ούτε βάλαν κατά νου, του Έλληνα την κλούτσα  /τη φουστανέλα του Ρωμιού, μουστάκια και τσαρούχια

Κι ούτε καν χαμπαρίσανε τις νιες μας ελληνίδες   / στα στήθια τους γεννιότανε, της λευτεριάς ελπίδες

Και πάλι ξανασκώθηκες, που σ’ είχαν πεθαμένη   / τα σήμαντρά σου χτύπησες, να ’ρθουν αντρειωμένοι

Πριχού εσύ το πρόσταγμα, των Ιταλών ν’ ακούσεις  /  και πριν εσύ το άγγελμα , του σηκωμού να δώσεις

Μαζεύτηκαν σα μια ψυχή κι όλοι τους ξεσκωθήκαν   / Αθάνατοι Αρματολοί, γύρα σου συναχτήκαν

Κι αυτούς σηκώσανε ψηλά, με λάβαρα, σημαίες  /  όλ’ η φυλή μας, σα στρατιά, μ’ ανθρώπινες ιδέες

Και άγρεψε απ’ την κραυγή, του χάροντα η τρίχα   / και έλαμψε σαν αστραπή, του Έλληνα ελπίδα:

«Δούλοι σας δε θα γίνουμε και τη σκλαβιά μισούμε   / το άδικο το πνίγουμε, τη Λευτεριά ποθούμε

Ποτέ δεν την αφήνουμε, να φύγ’ από κοντά μας   / σα τα θεριά τη φλάγουμε, ψυχή μας και καρδιά μας

Προγόνων μας επιταγή, μέσα απ’ τους αιώνες   / διάτα έχουμε αυστηρή, να φλούμε Παρθενώνες

Κι ούτε θα τη χαρίσουμε, στα βόλια και στα όπλα  / φασίστα, θα σ’ ορμήξουμε, σε καρτερούμε, τόλμα

Εμείς, μαζί κι η λευτεριά ,τάχτηκε για να ζούμε  /  προστάτης τα ιδανικά, την πίστη μας να βρούμε

Κάλλιο να είμαστε νεκροί, παρά ταπεινωμένοι  /  μ’ αν τύχει να ’ρθουν οι εχθροί, θα φύγουν ρημαγμένοι»

Παραταχθήκαν στη γραμμή, παλιοί, νέοι, μ’ ορμή   / το κρώξιμο απ’ οργισμός, τους έγινε οργασμός

Κι όλοι αυτοί τραντάξανε, την κουρασμένη γη μας  /  κι όλοι τους αγκαλιάσανε, καθήκον και τιμή μας

Σα δέντρα που ετρέμανε, στου άνεμου τη λύσσα   / ρίζες, κλαριά κι αν τρίζανε, τα φύλαξαν τα φύλλα

Και σαν αμπέλια έδεσαν και μέστωσαν με βία   /  κόκκινες ρόγες έγιναν, πυρόγλωσσες  μ’ ανδρεία

Μες στα σκοτάδια σκόρπισαν, σαν άνεμοι θερίσαν   / τους Ιταλούς τους πρόγκιξαν, τη νίκη τους νοιαστήκαν

Πα στα βουνά μας τα ψηλά, με μιας ν’ αναρριχιούνται /να τους προγκούνε σαν τα ζα, να πιάνουν, να χαλούνε

Μ’ αίμα γραμμένο στα γραφτά ,το «Αέρααα!» να βροντά    / και η ψυχή του Έλληνα, ν’ ανδρειώνεται ξανά

Πιάνεις μολύβια και χαρτιά , σαν βλέπεις τους λεβέντες /  και καταγράφεις στη σειρά,  μαζί κι όλες τις νέες

Ένα ακόμη Έπος σου, αρχίζεις να γεμίζεις   / και εκτελείς το χρέος σου, δόξες χρυσές χαρίζεις

Σ’ όλα σου τα κατάστιχα, που τα ’χεις γεμισμένα  /  στριμώχνεις ασταμάτητα, παιδιά σου αντρειωμένα

Δε λείψαν απ’ το κάλεσμα και γίναν μια ανάσα   / άχνιζαν στο λαχάνιασμα κι άναψαν σα λαμπάδα

Κι ήταν δεξιοί κι αριστεροί κι άλλοι φακελωμένοι   / το σκάσαν απ’ τη φυλακή, με πάθος φλογισμένοι

Γκαραγκουνόβλαχοι πολλοί, νησιώτες και Θρακιώτες   / σα τα θεριά οι κρητικοί, στρατιές οι Ηπειρώτες

Όλοι βρεθήκαν στα βουνά, τη λευτεριά να φλάξουν  /  κι αφήσαν μάνες και παιδιά, το αίμα τους να στάξουν

Οκτώβρης ήτανε αυτός, εκείνος του Σαράντα  /  μήνας που έσερνε σκυφτός, στην πλάτη του ανδριάντα

Αγέλες κοκορόφτεροι, φτάσαν στην Αλβανία   / του Ντούτσε κοκορόμυαλοι, γράφαν μια τραγωδία

Ηχούν κανόνια πανταχού κι η Κορυτσά κουνιέται  /  και η ψυχή του Ιταλού, αρχίζει να γκρεμιέται

Πέφτουν στα χαρακώματα, σφυρηλατούν οι βόμβες  /  σκώνουν βουνά τα χώματα και θάφτονται στρατιώτες

Τα πολυβόλα ρίχνουνε, ν’ αλλάξουν θεν το χάρο  /  και μολυβί τον ντύνουνε με της φωτιάς το ράσο

Στο Αργυρόκαστρο κι εκεί, μ’ «Αέρα» οι τσολιάδες   / ρίχνονται κι έχουν τσακωθεί, χιλιάδες μασκαράδες

Κι ο Μουσολίνι με τη βια, μετράει τα φτερά του   / που κάηκαν, ω συμφορά, χαλάστηκ’ η στρατιά του

Και των Ρωμιών τα ζωντανά, με χίλια δυο εμπόδια  / κατ’ απ’ του κάμπου τα χωριά, τους κουβαλούν εφόδια

Ανάμεσα καμιά ζεστή φανέλα του στρατιώτη   / λίγο κι αυτός να ζεσταθεί κι όλους μακριά να διώξει

*Κι όλο ακούγονται κλαγγές, παντού τ’ άσπρο μαυρίζει   / στις χιονισμένες τις κορφές, ο χάρος σεργιανίζει

*Ακούς εδώ, ακούς εκεί, πόνου φωνές και κλάμα  /  πολλοί έχουν τραυματιστεί, πόδια χάσαν και μάτια

*Πόσοι δεν κείτονται μαζί, μέσα σε μια αυλακιά!  /  Σταυροί πολλοί καθολικοί κι ορθόδοξοι αρμαθιά

*Σταυροί εδώ, σταυροί εκεί, τάφοι παντού και πόνοι   / κι οι Ιταλοί και οι Ρωμιοί, έχουνε μείνει μόνοι

*Κι ο πόλεμός τους έβαφε, βουνοπλαγιές με αίμα   /   κι ο φασισμός σαν έσπασε, γκρεμίζεται στο ρέμα

Και δυναμώνει ακράτητα, του Έλληνα αντρειοσύνη   / κι όλο σηκώνει πιο ψηλά , τη Μάνα Ρωμιοσύνη

Πα στον «Αέρα» π’ άκουσαν, τρομάξαν και τα χάσαν   / τρίχα, κορμί πετρώθηκαν και όλα τα πετάξαν

Α, οι άμοιροι, τα χάσαν, τ’ αβγά και τα καλάθια  /  το αβάντε λησμονήσαν, σ’ αντιάμο μεταφράσαν...»

(Απόσπασμα απ’ το ποίημα:  «Η Ελλάδα στον αιώνα μας)

 

Π

έρασαν 58 χρόνια από το μεγάλο Έπος του ελληνικού λαού που διατράνωσε με το ανάστημα και τη λεβεντιά του ενάντια στις φασιστικές μεραρχίες του Μουσολίνι και του χιτλερικού άξονα χαρίζοντας χρυσές σελίδες στην ιστορία του τόπου του. Πολλά ακούσαμε απ’ τους πατεράδες μας για το Έπος του Σαράντα και πολλοί από μας τα έκαναν ευαγγέλιο και μαξιλάρι. Και τέτοιες μέρες δεν είναι λίγοι εκείνοι που προσπαθούν να φανταστούν τον ελληνικό ηρωισμό, την αυταπάρνηση και την αγάπη για την πατρίδα των προγόνων μας και να τα αντιπαραθέτουν στο σήμερα, στις παραμονές του νέου αιώνα και της νέας χιλιετίας. Τα μηνύματα θα κυριαρχήσουν ανήμερα της μεγάλης γιορτής του Έθνους ή και ενωρίτερα, μηνύματα που τα ακούμε όλα αυτά τα χρόνια με την ίδια συγκίνηση, ενδιαφέρον και αγάπη για την πατρίδα. Οι απλοί άνθρωποι –όσοι ζουν ακόμη, αναπολούν την εποχή του πολέμου φέρνοντάς την στο σήμερα έτσι για να δουν αν και κατά πόσο τα προαναφερόμενα ισχύουν στην εποχή του σήμερα. Ο απόηχος του Σαράντα δεν θα σβήσει ποτέ. Ούτε οι κρότοι, ούτε οι καπνοί, ούτε η προσφυγιά ούτε η πείνα και παν απ’ όλα η αναμόχλευση για τη δημιουργία αρνητικών προϋποθέσεων έτσι που οι πόλεμοι, μεγάλοι ή μικροί να συνεχίζονται . Κι όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα καινούριο Έπος. Ένα Έπος που χορταίνει την πείνα και που αφήνει αχόρταγη την ψυχή.

Μια μικρή αναφορά στα σημερινά θα μας δείξει πολλά αρνητικά σημάδια. Τα ’χουμε πει πολλές φορές τι παρουσιάζει η εποχή μας σήμερα κι έχουμε δυσκολίες, με τι λόγια να διατυπώσουμε το μήνυμά μας.

Ξεκινώντας απ’ την πείνα θα δούμε ότι και σήμερα υπάρχει. Και υπάρχει παντού όσο κι αν δεν φαίνεται. Οι «κλέφτες» όταν πάνε να κλέψουν για να φάνε μας τη δείχνουν. Τη δυστυχία μας τη δείχνουν οι ορφανές μάνες όταν δολοφονούνται τα παιδιά τους σε ημέρες απόλυτης ειρήνης. Μια «ειρήνη» που διέπεται από ανασφάλεια όταν η αστυνομία και το κράτος δεν ξέρουν να κάνουν σωστά τη δουλειά της και επί πλέον όταν η πρώτη εμπλέκεται σε πολλές περίεργες υποθέσεις. Κι όλα αυτά σχετίζονται με το χρήμα, όποια μορφή κι από οποιαδήποτε πηγή να προέρχεται. Μέσα σ’ αυτή την ανασφάλεια που έχει μετατρέψει την κοινωνία μας σε ζούγκλα -προς στιγμή- σκοτώνει ο ένας τον άλλον. Κλέβει ο ένας τον άλλο, αρπάζονται όμηροι, διεκδικούν τα ανεκδίκητα και ο πολίτης προσπαθεί να αυτοαμυνθεί για να σώσει την ακεραιότητά του και τα υπάρχοντά του. Και η καθημερινή πλέον έκβαση στο χώρο των τραπεζών επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. Αναρχία μ’ άλλα λόγια που δεν την προβάλλουν οι αναρχικοί αλλά η μη αναρχικοί. Έστω κι αν αυτοί στο… σύνολό τους δεν διαθέτουν ελληνική ταυτότητα. Και οι τράπεζες, «αδύναμες» οικονομικά, δε συμμετέχουν με κάποια βοήθεια εξασφαλίζοντας έτσι κάποια προστασία στους πολίτες μέχρι να φτάσει η στιγμή που μέσο ηλεκτρονικών υπολογιστών να τυπώνουμε στα σπίτια τα χρήματά μας. Το έγκλημα έχει πάρει διαστάσεις και έχει αγκαλιάσει τα νέα παιδιά όπου παθιασμένα στους δέκτες της τηλεόρασης αναζητούν δράση και ενέργεια την οποία βρίσκουν άνετα και με κάθε τρόπο την υλοποιούν. Και τα όπλα μπαινοβγαίνουν και ελεύθερα και απαγορευμένα. Σημασία έχει ότι ακούγεται η κλαγγή τους. Και κατά «παράδοξο» τρόπο τα όπλα των αστυνομικών εκεί που πρέπει να εκπυρσοκροτούν, σιγούν. Εκεί που πρέπει οι χειροπέδες να ανοίγουν, κλείνουν. Για να αποκτά έτσι όλο το αστυνομικό σώμα την οργή και την κατάρα της κοινωνίας για τα οποία στο σύνολό τους (το απλό σώμα) δεν έχουν ευθύνη. Και οι νέοι μας στις τσέπες τους, στα κόρφια τους και στο σώμα τους, έχει επιβάλλει την εξουσία η σκόνη του θανάτου. Ένας θάνατος που προωθείται συστηματικά. Ένας πανάκριβος θάνατος που πνίγεται μέσα στο βρώμικο χρήμα. Παιδεραστία και πορνεία, μαστροποί που συλλαμβάνονται και αφήνονται ελεύθεροι, αθώα ανήλικα κορίτσια που μεταβάλλονται σε πόρνες Α! κατηγορίας που η κοινωνία μας δημιουργεί και αγωνίζεται να την πατάξει ή δεν…μπορεί να κάνει τίποτα. Για να δείχνει ο πολλαπλασιασμός στην περίπτωση των μαστροπών και των εκμεταλλευόμενων λευκών κορμιών και μια άλλη διάσταση. Εκείνη του…θερμόαιμου έλληνα. Η δημιουργία ανήλικων συμμοριών αποτελεί μια άλλη επικίνδυνη παράμετρο και επιβάλλεται πάνω από κάθε άλλη πολιτική ενέργεια, είτε αυτή λέγεται στρατιωτική, είτε γεωγραφική, είτε οικονομική ευρωπαϊκή ένωση (θα επανέλθουμε συντόμως με μια αναφορά για το Πέρτσαχ) ή όπως αλλιώς θέλουμε τη λέμε, να δοθεί προτεραιότητα. Για να μπορούμε να λέμε ότι κάτι κάνουμε για τα νέα παιδιά. Είναι το μήνυμα που μας άφησαν οι πρόγονοί μας. Εκεί στα βουνά της Αλβανίας που άφησαν τα κορμιά τους για μια καλύτερη κοινωνία. Μια κοινωνία που εγκλωβίζεται καθημερινά σ’ ένα καινούριο Έπος. Στην κοινωνική αποδιοργάνωση, στην αναρχία και στο έγκλημα.   Γερμανία Οκτώβρης 26 1998