creece

Last up date
01.10.2011

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c
dove2
Banner-vaios

Φθινοπωρινοί στοχασμοί
Απόσπασμα από το «Οι Σειρήνες της Ξενιτιάς»
Μια αφιέρωση κι ένα μήνυμα για τους ανθρώπους του Λόγου

Από τον Βάιο Φασούλα

      

 Φθινοπωρινό αφιέρωμα για τις φίλες και φίλους, γηγενείς και απόδημους, στα φιλικά ΜΜΕ (εφημερίδες- ιστοσελίδες- ραδιόφωνα), στα απανταχού μέλη της ΕΕΛΣΠΗ με τις καλλίτερες ευχές για υγεία, ειρήνη και δημιουργία.

 Είναι βέβαιο πως και το φετινό φθινόπωρο θα δώσει, όπως πάντα, τη δική του γοητεία και ομορφιά ακόμα και αν σκοντάψει πάνω στην «ανθρώπινη» ύλη, μια ύλη που αχόρταγα κατατρώει όχι μόνο το φυσικό περιβάλλον αλλά και τις ανθρώπινες αξίες.

 Ο Πολιτισμός με ό, τι συνεπάγεται, αποτελεί τη βασική και μοναδική πνευματική δύναμη, ικανή να ανατρέψει την ανθρώπινη πορεία προς το χάος θέτοντας τους δικούς του κανόνες και αξίες εναρμονισμένες με το φυσικό περιβάλλον και το κάλλος του.

 Η ΕΕΛΣΠΗ, όσο και αν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η άλλοτε χώρα του φωτός, η Πατρίδα μας η Ελλάδα, πρυτανεύουν και περιορίζουν παν’ απ’ όλα τη διάθεση και το κουράγιο αλλά και αποπροσανατολίζουν την πορεία τού Λόγου και της τέχνης, οι συγγραφείς- ποιητές και λογοτέχνες, μουσικοί και θεατρολόγοι ως Δραγάτες οφείλουν να βρίσκονται στις επάλξεις με τα αβάκιά τους υψωμένα, όπως αρμόζει στο Λόγο, με γραμμένα τα σοφά λόγια:

Οι ελπίδες για την διαφύλαξη του απανταχού ελληνισμού

και του πολιτισμού δεν πρέπει να χάνονται, όσο λίγες κι αν είναι,

όταν σκοπός της γίνεται:

Η μεταμόρφωσή μας σε τσοπαναραίους και δραγάτες·

και για τα πρόβατά μας και για τα χωράφια μας…

 

Φθινοπωρινοί στοχασμοί

 

Χρυσό και πορφυρό, καθάριο και λαμπερό, αχνό,

μεταξωτό, αραχνοΰφαντο μαλλί είναι το φθινοπώρι,

πότε να δίνει τα χλωμά και πότε τα απαλά, κρυφά και βιαστικά,

όλα τα χαμογέλια του τα μελαγχολικά. 

 

Αόρατος ζωγράφος σε χρυσοστόλισε, εσέ αιθέρια

παρθενιά, χιλιοτραγουδισμένη εποχή, μεγάλη ομορφιά.

Εσύ που δίνεις τη χαρά το χρόνο μια φορά κι όλο τον κόσμο στη ζωή

να του χαμογελάς κι όταν αυτοί σου δείχνουνε το χάσμα της καρδιάς,

πρώτο εσύ, φθινόπωρο, να τρέχεις στη στιγμή να τους παρηγοράς

 

Έχεις μια δύναμη τρανή σα να ’ναι μαγική.

Έχεις μια χάρη μυστική, γλυκιά και τόσο απαλή, που φτάνουνε στρατιές

οι άνθρωποι, μες στη θερμή σου αγκαλιά φέρνουν τα μυστικά τους.

Στην πορφυρένια σου πνοή ν’ ανοίξουν την καρδιά τους.

Στη χρυσαφένια ανάπνα σου να βρουν τη γιατρειά τους!

Συναγερμό σήμανε η ωραία εποχή και τα παιδιά της κάλεσε να ’ρθουν

όλα μαζί, σ’ αυτό το προσκλητήριο δυο λόγια να τους πει.

Περήφανα σταμάτησε κοιτώντας τα παιδιά της

κι ωχρή σαν κουρασμένη έριξε τη ματιά της

πάνω στις κορυφές που άρχισαν να φαίνονται

τ’ αχνάρια του χειμώνα και κράταγε σφιχτά

μεταξωτό μαντήλι που είχε στα μαλλιά.

 

Χαμήλωσε τα μάτια της και κοίταξε κάτω στα πόδια του βουνού

κάπου σε μια λιμνούλα με γαλανά νερά. 

Χηνάρια ακουστήκανε πάνω στον ουρανό κι ευθύς

άρχισαν μια χλαλοή κι οι πάπιες απ’ τη λίμνη,

να ξεφωνίζουν δυνατά παράξενες φωνές

και να τινάζουν τα φτερά γοργά και δυνατά,

που τρόμαξαν τα ψάρια κάτω απ’ τα νερά.

 

Και ξαφνικά, λες και παραμόνευε πότε και πώς

το προσκλητήριο εκείνο να τελειώσει κι η υπομονή του

χάθηκε αυτή να καρτερά,

εκεί καθώς πλανιόταν απάνω στις κορυφές,

γίνεται μια γιγαντιαία χιονόμπαλα και αρχίζει να γλιστρά

κι είναι όλο φωνές:

 

«Όχου! κι είσαι ακόμα εδώ και δεν σ’ αντέχω άλλο!»      

βρυχήθηκε και σείστηκε τριγύρα του η πλάση. 

«Χλωμά φεγγάρια σου ’μειναν, λαττώθηκε η μέρα.

Τρία φεγγάρια όλα κι όλα καρτερώ, κίτρινα,

ξεπλυμένα. Άιντε ακόμα δυο και τούτο το στερνό.

Γρηγοροδιάβατη η στράτα σου, φεγγάρι μου,

να είναι. Διαμάντι πεντακάθαρο και άσπρο

σαν τον κρίνο, κρυστάλλινη πνοή στα πάντα

θε να ρίξω!  Βουυύ! Βουυύ!» βρυχήθηκε ξανά και χάθηκε μακριά.

 

Ρίγος ψιλό την έπιασε με μιας την όμορφη εποχή,

κουνήθηκε αλαφρά και φώναξε δυνατά: 

«Μη χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά,

εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά.

Μόνο να φυλαχτείτε! Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας

μαζί αγκαλιαστείτε, αγέρας είναι δυνατός,

να μη τον φοβηθείτε!»

Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα, Σεπτέμβρης 22  2011  pelasgos@fasoulas.de   www.fasoulas.de