creece

Last up date
02.03.2008

Τι πιο ωραίο είναι

 

Τι πιο ωραίο είναι
να είσαι αυτό που είσαι.
Καβαλάρης στο άλογό σου να σταματάς
όπου θέλεις και να κάνεις ότι θέλεις. Κάποιες φορές
τα καταφέρνεις κάποιες όχι. Και η κούραση είναι πιο γρήγορη
απ' τη ζωή και δύσκολη εκτός και αν την ..υποτάξεις σαν ερωμένη,
την κερδίσεις και πλαγιάζεις μαζί της. Τότε μπορεί, λέω μπορεί, να ακούσεις
τη φωνή της, φωνή που μοιάζει σαν απόηχο που αφήνει ένας άδειος κουβάς
που πέφτει σε ξερό μαγγανοπήγαδο... κι εσύ επιμένεις, επιμένεις μέχρι που
κάνεις το πηγάδι και δακρύζει κι ο κουβάς να ανεβοκατεβαίνει και να ποτίζει
γύρα του τις ξέρες... Τότε επανέρχεται η φωνή στα φυσιολογικά της επίπεδα,
φωνή που μοιάζει σαν τη δική σου και σε κρατά δέσμιο...
Πολλές οι ξέρες,
πού να τις αντέξεις...

Του Βάιου Φασούλα

 

email9c

Θέλει η άνοιξη αγάπη…

 

Καλημέρα χελιδόνια,
για χαρά σας αετοί
και σ’ εσάς ω, περιβόλια
π’ ομορφαίνετε τη γη

Λιώσαν όλα πια τα χιόνια,
άνθισαν και τα κλαριά
κι η ζωή ξαναγεννιέται
κι όλους μας χαμογελά

Ω εσείς, θνητοί ανθρώποι
νιώσετε για μια φορά,
της ανοίξεως το θάμα,
πάρτε το στην αγκαλιά   

θέλει η άνοιξη αγάπη,
των ανθρώπων ζεστασιά
για να ακουστούν και πάλι
τα γλυκόλαλα πουλιά

Γερμανία 08.02.2002 Β.Φ.

 

Για τα παιδιά σας,
για τα εγγόνια σας,
για τους γονείς σας,
για τους φίλους σας,
για τους έρωτές σας,
μα ποιο πολύ απ’ όλα για τη ζωή

  

dove2
Banner-vaios

«Η Ελλάδα στον αιώνα μας»

Στον ρου των Βαλκανικών εξελίξεων

 

(Ποιητικό απόσπασμα από το «Η Ελλάδα στον αιώνα μας)

Αφιέρωμα από τον Πολίτη Βάιο Φασούλα

 

«Λίγες χρονιές επέρασαν γιομάτες με μαράζι   

ασίγουρες, αβέβαιες, ποιον τάχατε να νοιάζει;

Βουτιά στη νέα εποχή και εκσυγχρονισμένοι,  

μ’ άγνωστα λάβαρα ψηλά και τρίχα σηκωμένη,

γίναμ’ οι καημένοι. 

 

Σφαδάζ’ η κοινωνία μας από τις αταξίες  

και ο καθένας νοιάζεται μόνο για θεωρίες          

τα ιδεώδη οράματα πέταξαν στον κουβά

πολλά τα λόγια, ψεύτικα, σφίγγουν την αγορά

κι αδειάζουν τα μυαλά.

 

Κι αυτά είναι τα λιγότερα που έχουνε συμβεί   

τάχα δεν τα γνωρίζεις, δεν τα ’χεις ξαναδεί;

Μόνο που τώρα πλήθαιναν κι απλώνονται πλατιά

σαν τα πλοκάμια του θεριού που φέρνουν συφορά

σε κάθε σου γωνιά,

 

σε κάθε σου πόλη και χωριό, σε κάθε μαχαλά  

φτιάχνουνε, λένε, τον κόσμο, φίλο, ειρηνικό

σβήνουνε τη διάκριση και κάθε άλλο κακό

χτίζουν τζαμιά, βίαια ρίχνουν σταυρούς, σβήνουν λαούς,

μέλει γενέσθαι ακούς,

 

ποιους εννοούν; Κι έριξαν τα Βαλκάνια στη φωτιά            20

καίγονται οι λαοί, του Ρήγα τα οράματα… Πέστε

λαοί των Βαλκανίων και γίνεται ανάμματα

Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρωμιοί πάρτε τ’ άρματα,

πάψτε ν’ ακούτε τάματα.

 

Όλοι εσείς, ωρέ, που έκραξε ο Ρήγας. Κι οι  

άλλοι οι πιο κοντινοί μας και σκόρπιοι Αλβανοί

συλλογιστείτε, ωρέ καλά, μείνετε φωτισμένοι

πάρτε το νου στα χέρια σας, μείνετε αγγρισμένοι

κάτσετ’ εντός κειμένων

 

πάψτε να υπηρετείτε τις προσταγές των ξένων.  

Με πόλεμο δεν σώζεται ποτέ η λευτεριά μας 

δε συλλογάστε, ωρέ μια ψίχα τα παιδιά μας

που θα ’χουν ως κληρονόμημα μονάχα συφορές

και αγιάτρευτες πληγές; 

 

Ε εσείς, ω γείτονες, τον Οδυσσέα μοιάστε  

κι αφήστε τις σειρήνες να σκούζουν μοναχές

τους πονηρούς όλοι μαζί από τ’ αφτιά αδράξτε  

και αντάμα όλους να διώξουμε από τις γειτονιές,

που έγιναν εχθρικές.

 

Κάθε κακούργο, πονηρό, κάθε εκμεταλλευτή  

είτε ντόπιος, ευρωπαίος, είτε Αμερικανός

αυτοί μας φέρνουν συφορές και μας χαλούν τη γη

και μας λυπάται από ψηλά μονάχα ο Θεός

που φτάνει ο χαλασμός.

 

Ε, Βαλκάνιοι, τηράτε, πώς φτιάξαν την Ευρώπη  

απρόσωπη σαν μάγισσα, σαν Μέδουσα, σαν Κίρκη

σαν ένας άσπονδος εχθρός που τρώει τον εαυτό της,

και ζώα αν ρωτήσετε θα ακούσετε για φρίκη

και για μια καταδίκη  

 

απάνθρωπη και αφύσικη γι’ αυτές τις εποχές .  

Ό, τι κακό και άχρηστο, σκάρτο, διεφθαρμένο

παλιά αμαρτήματα, πληγές, μένουνε ανοιχτές

κι ας μιλούν διαπασών για… πολυπολιτισμένο,

μα κόσμο προδομένο. 

 

Κι εσείς λαοί, φτωχοί στην ύλη, μα πλούσιοι στη γνώση

πώς καταντήσατε, ωρέ, και γίνατε αργαλειοί τους

και υφαίνεται μόνο γι’ αυτούς και έχετε φορτώσει,

απάνω τους τα πιο ακριβά προικιά και την υποταγή τους 

δεχτήκατε, ω άμοιροι!

 

Κι εσείς ταγοί χάσατε πια το νου σας κι ως άσκεφτοι 

ακούσατε, ω συνεργοί, το σάπιο το βιολί τους,

ψεύτικες νότες κι άχρηστες κάνατε μελωδίες

στρωθήκατε και παίξατε παράδοση κι αξίες  

κάτω απ’ την πίεσή τους

  • και τους λαούς χωρίς μυαλό τους έχετε προδώσει  
  • μες στην πυρά τους τόπους μας έχετε παραδώσει

    και οι φυλές μπερδεύτηκαν μέσα στις πονηράδες

    και φλέγονται αργά, αργά, βουνά και πεδιάδες

    απ’ τις Ευρώπης δάδες.

     

    Περάσαμε, ω Ελλάς, στου αιώνα το κατώφλι              

    και σέρνουμε στο διάβα μας κατάρα και ανηφόρι

    κι από τα προσκυνήματα γείραμε πια στο γόνα

    δε βλέπουμε άλλο τίποτα παρά πικρό χειμώνα

    και κρύο παγετώνα

     

    αδιαπέραστο, πικρό, περίσσια θολωμένο                                      31

    μ’ αφώτιστα περάσματα και με πολλές λακκούβες 

    με αχ και βαχ και με φωτιές, με δρόμο πισσωμένο,

    πώς θα τα καταφέρουμε να βγούμε απ’ τις γούρνες

    που γίναμε σαν σβούρες;

     

    Τη μια προσκύνα τα θεριά, που βγάζει η Ευρώπη,  

    χρηματιστήρια, τράπεζες, χάνονται οι ανθρώποι,

    μύρια μας τάζουν θαύματα, μα είναι απατηλά

    και μύριοι είναι οι τρόποι τους ν’ αρπάζουν τον παρά

    τον ίδρο μας, την καταντιά.

      

    Όλα πια μας τα παίρνουνε, χάνεται κι η λατρεία

    την ερημιά μας σπέρνουνε και σβήνει η γοητεία     

    απ’ τη ζωή που φτιάξανε Σοδόμων και Γομόρρων

    και όλους μας στοιβάξανε σε στάβλους άνευ όρων

    να ζούμε άνευ πόρων.

     

    Ψέμα σερβίρουν, θέατρο, για δόξα και καριέρα, 

    μπροστά τραβά το καπιτάλ και σήκωσε παντιέρα          

    φτιάχνει το ατσάλι, τη φωτιά, φτιάχνει και ακαμάτες,

    αυτοί που ήταν ως τα χτες στους τόπους τους δραγάτες,

    τους έκανε αρπάχτρες,

     

    συνένοχους πιστούς, κήρυκες της ταπείνωσης  

    ενάντια στους λαούς. Κι απλώνουν, οι δόλιοι και σκληροί 

    με τρόπους υποκριτικούς, δήωσης κι εξαθλίωσης

    φτώχεια και όχι μόνο ύλης μα και πνευματική

    βάρβαρη και σκληρή.

     

    Ένα απ’ αυτά τα πονηρά είν’ η Δημοκρατία  

    όπου τη μετατρέψανε σε απολυταρχία

    και την πουλούνε αδίστακτα σε άγρια παζάρια

    την παίζαν και την παίζουνε άθλια με τα ζάρια

    και ανάρια, ανάρια              

     

    έρχονται, σκοτάδια και αναρχία κι ο πόλεμος   

    σαν σκιάδα απλώνεται και την ανάπνα πνίγει

    και ο ρατσισμός απανταχού και αδίστακτος

    με όπλα και μίση στις καρδιές, με πάθος μας οπλίζει,

    μας αποδεκατίζει.

    Πολλά είπαν μηνύματα περί δημοκρατίες   

    μα σκώθηκαν σαν κύματα όλες οι κοινωνίες

    που ζούσαν ήρεμα ως χτες κι αλλάζανε φανέλες

    ισλαμιστές και χριστιανοί φτιάχνανε οικογένειες

    χωρίς πάθη κι έγνοιες.  

     

    Τώρα γινήκαμε εχθροί στα ίδια χώματά μας  

    και  Αλβανοί και Σκοπιανοί, Σέρβοι και Μουσουλμάνοι

    κι άλλοι σκόρπιοι που ζουν στων Βαλκανίων κράτη

    μαζί και οι Τούρκοι, κι εμάς, πέρα απ’ τα νησιά μας,

    κάμπους και ορεινά μας

     

    απόγονοι του Ρήγα μας, του Περικλή, του Ομήρου               40  

    χρόνια μας ξεκληρίζουνε, μας βάζουνε αγκάθια

    να μη σκωθούμε κάποτε στο ύψος του Ολύμπου

    πάντοτε να τυφλώνουνε των Πάνθεών μας μάτια

    της ζήλιας τους τα πάθια

     

    Ωχού, μωρέ Ελλάδα μου, με σβάρνισε ο οίστρος,   

    άλλα ξεκίνησα να πω, κι άλλ’ ανακατώνω. Μύθος,

    θα πούνε μερικοί, και ίσως το σχολιάσουν. Μπορεί

    πικρόχολους να πουν λόγους που να μιλούν για αντί,

    γι’ αντιευρωπαϊστή  

     

    να μας δηλητηριάσουν. Μα ας πουν, τους κόβ’ η κούτρα.         

    Μπορεί να ρίξουν το κεντρί, να δείξουνε και μούτρα

    κεντρί με δηλητήριο, πώς φαρμακώνει η σφήκα,

    σφήκα αραχνογέννητη που να σκλαβών’ την προίκα

    μα ’γω σ’ έχω και σ’ είχα…  

     

    Eλλάδα μου, πατρίδα μου, φάρε μου και ζωή μου! 

    Πλάταιναν τα προβλήματα, μα το γραικό δε σκιάζουν

    των προπαππούδων αρετές είναι οι αμοιβές μας

    κι όλα τα δίκια, μάνα μου, κι εμένα πια προστάζουν

    και όλες τις γενιές μας

     

    πάλι να ξαγρυπνήσουμε για μια ύστερη φορά   

    όπου θαρρώ και θλίβομαι που βλέπω καταχνιές,

    αυτές αν τις παλέψουμε και μείνουμε αγκαλιά   

    δε θα μας λείψουνε ποτέ του ήλιου αναλαμπές

    και όλες οι γαλανές,…»

    ….………………………………

    ……..……………………………………….

     

    Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα – Φεβρουάριος 27 2008 pelasgos@fasoulas.de http:\\www.fasoulas.de